Βασίλης Μπαρούτης, Η παρωδία των τεσσάρων

baroutis5.10.16

favicon

 Στη μνήμη του Θάνου Ανεστόπουλου

Τέσσερις φίλοι, νέοι στην πιάτσα και χαμηλών τόνων, ήταν παρέα εκείνο το βράδυ. Αφού πήγαν σε ταβέρνα με συνοδεία κοριτσιών, που φοιτούσαν στην ίδια σχολή, εκείνες τους άφησαν κι έφυγαν με πρόφαση πρωινό διάβασμα. Σίγουρα, όταν θα τις ξανάβλεπαν στα σκαλοπάτια της φοιτητικής λέσχης,  θα τους χαιρετούσαν με ένα νεύμα μουγκό και ύφος δήθεν αδιάφορο. Τα βλέμματά τους, σαν τα ποτήρια που τσούγκρισαν στην ταβέρνα, θα κάναν στιγμιαία ένα γυάλινο ήχο και μετά θα πέφταν πάλι βαριά στο τραπέζι.

Μετά την λύση εκείνης της ταβερνοποσίας λοιπόν τ’ αγόρια αποφάσισαν να αναζητήσουν την τύχη τους σε παρακείμενα στέκια που είχαν φτηνές μπίρες και πειραγμένα οινοπνεύματα. Εκεί επιδόθηκαν με σθένος στο κοίταγμα των κοριτσιών, χωρίς καμία ανταπόκριση. Τουλάχιστον έτσι πίστεψαν γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει αν τον κοιτάνε όταν ο ίδιος δεν κάνει τον κόπο να δει το πρόσωπο του άλλου απέναντι. Είπαμε χαμηλών τόνων τα παιδιά, κοιτούσαν λοιπόν στα χαμηλά.

Αφού ξεβλεφαριαστήκανε όλο το βράδυ και ρούφηξαν το βάρος τους σε αλκοόλ, η θέρμη της νιότης μάζεψε από χάμω τα άστοχα βέλη του ανίδεου έρωτα και μεθυσμένους τους έβαλε να μιλούν φιλοσοφικά για τη ζωή και το θάνατο. Άλλωστε, εν τέλη αυτό ξεχωρίζει αυτόν που μεθάει από αυτόν που πίνει. Ο μεν ξορκίζει τους δαίμονες κι ο δε τους ταΐζει για να τους καλοπιάσει. Άλλο αν μετά αυτοί θεριεύουν και τον τρώνε.

Στο τελευταίο μπαρ της πλατείας τους βρήκα. Μπαρ «ο Άδης» λεγόταν. Κάθισαν σαν χαμένοι δίπλα μου και χωρίς να θέλω έγινα το πηγάδι των μυστικών που του μιλάς σκυφτός, του λες τα εσώψυχά σου και αυτά στροβιλίζονται στο κοίλο τοίχωμα μέχρι να έρθει μια μέρα που δεν ανέχονται άλλο τη λήθη και εξοβελίζονται στον αέρα σαν ετεροχρονισμένος αντίλαλος της παραφωνίας του σκότους. Η αλήθεια είναι ότι το μπαρ ήταν ένα μακρόστενο κουτί, η μουσική, τζαζ του 50, τραχιά και κολασμένη, είχε χαμηλώσει αισθητά και ελλείψει άλλων θαμώνων, έτυχε να ακούσω την κουβέντα τους. Άλλωστε, πλησίαζε ξημέρωμα, η ώρα είχε αρχίσει να κλαδεύει τα ξερά φύλλα της νύχτας για να κάνει μετά εστία και να ανάψει το φως του ήλιου.

Η παρέα λοιπόν έπινε ένα τελευταίο ρούμι με δυσκολία και μιλούσε για τα δεινά του ανθρώπου που έμελε να υπομένει χωρίς άλλη επιλογή από την αστοχία τη σάρκας και τη μικρότητα του πνεύματος. Και ποιος έφταιγε που τα εξελιγμένα δίποδα πλάσματα της γης ενώ έχουν επίγνωση της δυστυχίας και της αρρώστιας και της συμφοράς, επιλέγουν να πέσουν μέσα στο βούρκο παρά να ζήσουν αρμονικά δοσμένα το ένα στο άλλο; Κάποιος κινητήριος μοχλός κάνει το χέρι να κλέψει, το μυαλό να διαστραφεί, το πόδι να πατήσει επί πτωμάτων; Μα η ανθρωπότητα είναι όλη κι όλη ένας πύργος της Βαβέλ, ποτέ δεν κατεβήκαμε από κει. Όταν αλλάξαμε ράτσα και γίναμε κανίβαλοι, ξεμείναμε από μπετό και μη μπορώντας να υψώσουμε άλλο το οικοδόμημα, αποφασίσαμε να φτάσουμε στον ουρανό χτίζοντας με τα ίδια μας τα πεθαμένα αδέλφια το κενό που είχε μείνει. Στην πορεία τα σώματα σάπιζαν και ο πύργος αντί να υψώνεται, έπεφτε προς το χώμα. Ξανά και ξανά.

Μα την αλήθεια είχε πολύ ενδιαφέρον τι γνωμικά  και τι εξιστορήματα μπορούσαν να ειπωθούν και να μείνουν πάνω στον υγρό πάγκο που πίνανε, μια άγραφη διαθήκη για τους αυριανούς πότες του μαγαζιού, μια αποκάλυψη που πρέπει να ξεχάσεις αμέσως μόλις τη μάθεις. Αφού στο τέλος κι ο μπάρμαν τους κέρασε τα ποτά και έστησε αυτί να δει που το πηγαίνουν. Οι σκιές τους είχαν μείνει μόνο να μιλούν, ακόμα και τότε όμως είχαν απλώσει τα όνειρά τους και κάπου όλα μαζί μπλέχτηκαν τόσο άσχημα που ήθελες μαχαίρι για να τα ξεμπλέξεις. Θα κάναν λέει τραγούδια τα όνειρα και τα λάθη τους. Για να παρηγορούν όσους είχαν την κατάρα της συνείδησης κεντημένη στο μέτωπο.

Κάποιος από την παρέα ξεκίνησε να γράφει στίχους πάνω σε μια χαρτοπετσέτα και κάποιος άρχισε να δίνει ρυθμό χτυπώντας ένα άδεια πακέτο τσιγάρα κοιτώντας το κενό. Κάτι γεννιόταν εκείνη τη νύχτα μέσα από τα σπλάχνα της απώλειας και του χαμού, κάτι σάλευε, νέο και ζωντανό. Θα παρατούσαν τη σχολή λέει και θα έβγαιναν να παίξουν μουσική, να κάνουν μπάντα. Να συνθέσουν μελωδίες και στίχους αποκούμπι στους ανήμπορους και αυτούς που έχουν αδύναμη την ψυχή τους, παραλυμένη. Να γελούν και να ξεφαντώνουν όρθιοι πάνω στη βάρκα καθώς θα περνάνε τον Αχέροντα. Πόσοι και πόσοι δεν το προσπάθησαν όμως απέτυχαν αλλά και τι έγινε; Κάπου, κάποιοι θα σταθούν.

 Εκεί νομίζω ότι η τοξίνη που ρέει από το ζύμωμα των χυμών και θερμαίνει τα ποτήρια του κόσμου όλου, έριξε μεγάλη φτυαριά στον εγκέφαλό τους και άρχισαν να τρεμοπαίζουν οι αισθήσεις τους, μισο-χαλασμένες λάμπες φθορίου, ποντάροντας το φως τους πριν σβήσουν για πάντα. Πάνω στη σούρα τους, έτσι όπως έλιωναν σιγά σιγά με το μέτωπο του ενός να έχει ακουμπήσει στον ώμο του άλλου μπλέξαν τα μέλη τους, γίναν ένα μυθικό κτήνος, ένα ακέφαλο ον με οχτώ χέρια και οχτώ πόδια, που τρέφεται αποκλειστικά με απόβλητα και λουφάζει στα βάθη της πιο μολυσμένης θάλασσας. Μια δυναμική όχι και τόσο απίθανη για την πυρηνική φαντασία της παρωδίας που κάνει κουμάντο στον κόσμο.

Ένας τους τότε ξύπνησε στιγμιαία από το λήθαργο και σκούντηξε τα υπόλοιπα μέλη του πλάσματος. «Πάμε να φύγουμε, θα πεθάνω».

Η επιλογή του μέλλοντα χρόνου μου φάνηκε εντελώς άστοχη, στη θέση του μάλλον θα είχα χρησιμοποιήσει παρακείμενο. Τους ακολούθησα από περιέργεια ή από ζήλια, δεν τολμώ να το εκμυστηρευτώ, καθώς κατέβαιναν αγκαλιασμένοι το δρομάκι στο πίσω μέρος της συνοικίας με τα νυχτερινά μαγαζιά, με κατεύθυνση προς την ακροθαλασσιά. Πότε όλοι μαζί αγκαλιά, πότε χωρισμένοι σε ζευγάρια, πάντα τρεκλίζοντας μιλώντας με βραχνές φωνές από το ξενύχτι, όμοιοι τιτάνες, εγκέλαδοι που ανέβηκαν από τα Τάρταρα να φέρουν τον κόσμο τούμπα και να πέσουν και αυτοί μαζί του να ρημάξουν. Κι εγώ ξωπίσω τους να τρέμω μη με δουν και με πάρουν μαζί τους στο κενό. Κάτι πήρε το αυτί μου να ψελλίζουν, με φωνές ακόμα πιο βραχνές, μια μελωδία προσπαθούσαν να συνθέσουν, ήταν ένα ποίημα ενός χαμένου από νωρίς ποιητή, που τραγουδούσαν. Μιλούσε για τη ματαιότητα και αν μπορεί κανείς να πει τι υπάρχει στον θάνατο και την ανυπαρξία, ή κάτι τέτοιο μου φάνηκε. Μια επωδός για τους καταραμένους. Φτάνοντας στην παραλία, βγάλαν τα πανωφόρια τους, φορούσαν όλοι μαύρες καμπαρντίνες κι έκατσαν στην άμμο. Μετά πέσαν.

Το χάραμα, ένα αυτοκίνητο φάνηκε στο δρόμο πάνω από την αμμουδιά που είχαν αποθέσει τα κορμιά τους οι τέσσερις. Μάλιστα καθώς η υγρασία σάλιωνε μεθοδικά την άμμο, γύρω έμοιαζαν τα πάντα να ’ναι τοπίο σε γραμματόσημο που κάποιος το γλείφει ασύστολα για να κολλήσει καλά πάνω στον ταχυδρομικό φάκελο. Είχαν τυλιχθεί όλοι τους με τα πανωφόρια και μάλιστα τα είχαν δέσει στη μέση για να μην ξεσκεπαστούν και παγώσουν. Έτσι όπως είχαν διπλώσει τα γόνατα στο στήθος ξαπλωμένοι στο πλάι και ροχάλιζαν με μακαριότητα, έμοιαζαν με μεγάλα μωρά που κάποιος  αποκαμωμένος πελαργός τα παράτησε φασκιωμένα μη μπορώντας να τα πάει στους μελλοντικούς γονείς τους. Και μεγάλωσαν κι έγιναν άντρες πριν καν γεννηθούν. Η αλήθεια είναι ότι τόσο ήταν βαριά η ανάσα τους που ούτε ο Άδης δεν τους δέχτηκε και τους έφτυσε πίσω στη γη να ξαπλωθούν σαν πραμάτεια απλωμένη το πρωί στο παζάρι της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το αυτοκίνητο που περνούσε έκοψε ταχύτητα και η συνοδηγός, ένα κοριτσάκι του δημοτικού, κατεβάζοντας το παράθυρο έδειξε έξω με το χέρι της.

«Κοίτα μπαμπά», φώναξε στο άντρα που ήταν στο τιμόνι, «μπον μπον, χα χα, κάτι τεράστιες καραμέλες».

Ο οδηγός ανίδεος για την πρωινή αυτή παραποίηση της εικόνας που είχε φανταστεί, έριξε μια ματιά στα γρήγορα, μια ματιά που αιχμαλώτισε τη σκέψη του παρ’ όλο που ο ίδιος δεν την άφησε εκεί παραπάνω από μια στιγμή. Στο πρόσωπο του αναγνώρισα τον μπάρμαν, αυτόν που κερνούσε όλη νύχτα και τροφοδοτούσε την σύναξη να γίνει παρωδία. Τώρα να τα αποτελέσματα σκέφτηκα με μια μικρή αγανάκτηση. Εκείνος έμπειρος με τα χρόνια δεν είχε πιει ούτε στάλα, κατάλαβα όμως τότε ότι το έκανε γιατί μετά τη δουλειά και πριν κοιμηθεί έπρεπε να πάει την κόρη του σχολείο. Με ένα χαμόγελο να φυτρώνει στα άνυδρα χείλη του γύρισε το πρόσωπο προς το δρόμο.

 Το είδα καθαρά καθώς είδα όλη αυτή την ανύψωση της ψυχής του στη νυσταγμένη του όψη που ξάφνου έγινε πύρινη. Μάγμα πετάχτηκε στιγμιαία έξω καίγοντας βίαια τις τέντες που σκέπαζαν τα μάτια του, που η σοβαροφάνεια είχε στήσει πάνω τους. Το ψέμα είχε ξηλωθεί και σάλευε η ελπίδα. Καθώς καταλάγιασε η οδύνη και άλλαξε ταχύτητα στο αυτοκίνητο που συσπάστηκε με ανακούφιση, συνέχισε την πορεία του. Όμως τώρα αυτός έκαιγε καθώς φεγγοβολούσε πάνω του μια έκφραση, το είδα καθαρά πριν χαθούν εντελώς από το πλάνο μου, σαν να ήρθε η δικαίωση μετά από χρόνια αγωνίας, ξενύχτι και ανοχής ή μήπως εμφανίστηκε το παρελθόν του στο παρόν κι έκανε στάση στο μυαλό του σαν να του χάραξε στα μούτρα έτσι απλά, μια ανάμνηση δικιά του απ’ τα παλιά…

*

©Βασίλης Μπαρούτης
φωτο©Στράτος Φουντούλης, London 2007.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία