Μαρία Πανούτσου, Όψις [B΄μέρος]

panoutsou24.9.16
fav_separator

Να κάτσεις να τα πείτε
Όπως μιλάνε οι ζωντανοί
Να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
Μια ντροπή πιο κάτω απ’ τον ώμο
Άρης Αλεξάνδρου

ΣΤΟΝ Ι.Α

(Μέρος Δεύτερο)

Και το όνομα αυτής, Γκρέτα

Ο καιρός πέρασε γρήγορα και την άνοιξη είχαμε εξετάσεις στο σχολείο και γυμναστικές επιδείξεις. Ήμουν χαρούμενη και γυρνούσαμε με τις φίλες μου την μητέρα μου και με κάποιες άλλες μανάδες, προς την γειτονιά μας Τις αποχαιρετήσαμε σε κάποιο σταυροδρόμι και πλησιάζοντας στο σπίτι η μητέρα μου σταμάτησε και μου είπε ότι πρέπει να πάει στο σπίτι της ξένης που την βοήθαγε. Ποιό είναι το όνομα της, ρώτησα. Γκρέτα  μου απάντησε η Μητέρα μου. Και γιατί θα πας να βοηθήσεις ρώτησα πάλι. Η  Γκρέτα πέθανε εχθές το βράδυ μου είπε απλά η μητέρα μου. Θα περάσω από εκεί θα είναι και κάποιοι άλλοι άνθρωποι, πήγαινε εσύ σπίτι αν θέλεις. Δεν πήγα σπίτι μας, πήγα με την μητέρα μου στο σπίτι της Γκρέτας. Αυτό κράτησε τρεις μέρες το πήγαινε έλα. Γυρνάγαμε για ύπνο αργά το βράδυ. Την τρίτη μέρα έγινε η κηδεία της. Ο κόσμος δεν ήξερα πολλά για την Γκρέτα, μόνο ότι ήταν Εβραία και είχε έρθει τελευταία στη Κεφαλλονιά. Από το σπιτάκι της, πήρα ένα φυλλάδιο που βρήκα, με ξένα γράμματα και το φύλαξα επειδή είχε μέσα την φωτογραφία της.

Η Γρετα ήταν μία νέα γυναίκα από την Ολλανδία. Είχε ζήσει σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Westerbork από το 39 που την πιάσανε μέχρι το 40 Ένας Γερμανός νεαρός αξιωματικός την ερωτεύτηκε και την πήρε μαζί του ως βοηθό σε μία αποστολή στην Ελλάδα το 41. Η  Γκρέτα  ήξερε Αγγλικά, Γερμανικά , Ιταλικά, Ολλανδικά και Ελληνικά μια και η μητέρα της ήταν Ελληνίδα από την Θεσσαλονίκη. Ήρθαν στην Ελλάδα. Ο Γερμανός σκοτώθηκε στη αποστολή αυτή και η  Γκρέτα  έμεινε Ελλάδα. Στην κατοχή ζήτησε δουλειά και έπιασε σε μια εταιρεία που δούλευε η μητέρα μου στην Εταιρεία Δάφνη, μια φαρμακευτική εταιρεία που είχε και την αντιπροσωπία της ‘Νιβέα’  για κάποια χρόνια, με έδρα την Ομόνοια. Γνωρίστηκε με την μητέρα μου γίνανε φίλες και από εκεί την γνώρισε στον πατέρα της, σαν βυθό στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο παππού ς μου ο Γιάννης, μεγαλέμπορος σε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο το πλοίο που τον μετέφερε αυτόν και το εμπόρευμα του βυθίστηκε. Εκείνος και μερικοί άλλοι σώθηκαν αλλά με σοβαρό πρόβλημα στην καρδιά και κατάκοιτος πια εργαζόταν από το κρεβάτι.

Η Γκρέττα  έγινε βοηθός του. Την ερωτεύτηκε και την πήρε κάτω από την προστασία του. Ο παππούς μου βοήθησε εκτός από τη  Γκρέτα και μια άλλη οικογένεια Εβραίων που σε όλο το διάστημα της κατοχής τους έκρυβε και τους συντήρησε.

Εκείνο τον καιρό εγώ μικρό παιδί μόλις και περπατούσα, έμενα με τον παππού και την γιαγιά και τα τρία αγόρια αδέλφια της μητέρας μου και η Γκρέτα  ήταν η νοσοκόμα γραμματέας και αγαπημένη του παππού. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και ο εμφύλιος επίσης. Ο παππούς ήταν ένας ιδιαίτερα όμορφος άνδρας και πέθανε στα 53 του χρόνια. Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο η μητέρα μου την έφερε στη Κεφαλλονιά με διακριτικότητα και την βοήθησε να εγκατασταθεί εκεί μέχρι να αποφασίσει τι θα έκανε στην ζωή της. Όμως η Ελλάδα δε ξεμπέρδευε μετά τον πόλεμο, ένας άλλος πόλεμος θέριεψε μέσα από τα σπλάχνα της, το ίδιο συνέβη και στην Κεφαλλονιά.

Μετά τον εμφύλιο απομεινάρια αυτού του διχασμού  εκτονώνονταν σποραδικά με διάφορε τραγικές επιπτώσεις στην μικρή κοινωνία της  Κεφαλλονιάς και σε όλη την Ελλάδα.

Και  έφθασε και στην Κεφαλλονιά η ματωμένη μεταβαρκιζιανή περίοδος. Δεν επιθυμώ  να εισάγω περισσότερα για την Ιστορία του τόπου μου -και δεν ξέρω γιατί κάνω αυτούς τους συνειρμούς-  σ’ αυτήν την τόσο προσωπική ιδιωτική  ιστορία ενός μικρού κοριτσιού και μιας νέας  γυναίκας  που και οι δύο βρισκόντουσαν σε μία νέα αρχή και μια περίοδο αθωότητας. Η  Ιστορία πέρασε  από δίπλα  ξυστά για την μικρή Μαρία και για την νεαρή Γκρέτα  πέρασε  μέσα από  το σώμα της και την έκαψε.

Εκεί την είχα πρωτοδεί στο σπίτι του παππού μου του Γιάννη. Η γιαγιά Μαρία μου είπε ό τι η γυναίκα αυτή ήταν ο καημός της. Την είχα δει μία φορά δίπλα στο κρεβάτι του παππού να σκύβει και να του μιλά. Τα χέρια της κατάλευκα δυνατά του κρατούσαν απαλά το αδύναμο χλωμό χωρίς αίμα καθόλου, χέρι του παππού Γιάννη και του μιλούσε πιστικέ. Στο ένα της χέρι ήταν τυπωμένος ένας αριθμός και μου έκανε αυτό, φοβερή εντύπωση.
Ο παππούς με αγαπούσε πολύ και με έβαζε να χορεύω και να τραγουδώ και γελούσε με την καρδιά του από ευχαρίστηση και μετά χωνόμουν στο κρεβάτι δίπλα του και μοιραζόμασταν πολύ αγάπη μεταξύ μας, όμως όταν ερχόταν η Γκρέτα  χωρίς να πει κανείς τίποτα έβγαινα από το κρεβάτι και γλιστρούσα έξω από το δωμάτιο. Από τότε η εικόνα της χαράχτηκε στο μυαλό μου σαν ένα ποίημα που έπρεπε να το αποκρυπτογραφήσω.

Όταν την είδα ξανά στην Κεφαλλονιά κάτι μέσα μου αρνήθηκε να δεχτεί ότι ήταν το ίδιο άτομο εξ’ άλλου δεν μπορούσα να κάνω αμέσως τη σύνδεση. Ήταν πολύ διαφορετική η στάση του σώματος, η απουσία ομιλίας και οι ασχολίες της τόσο διαφορετικές, δεν μου θύμιζαν την ομιλητική σχεδόν τραγουδιστή με χάρη και άνεση Γκρέτα πάντα ωραία ντυμένη και χτενισμένη, του σπιτιού της Αθήνας. Χρειάστηκε να πεθάνει η Γκρέτα για να μάθω πια γυναίκα είχε δημιουργήσει μέσα μου όλα αυτά τα αυτά τα ανάμεικτα συναισθήματα πόνου θαυμασμού, έλξης, μυστηρίου, περιέργειας και τρυφερότητας  για μια γυναίκα που γλίτωσε το θάνατο δυο φορές για να πεθάνει ένα βράδυ στο κρεβάτι της στο μικρό Αργοστόλι μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Είναι η μόνη γυναίκα που μου προξένησε τόσο έντονες σκέψεις με καμιά άλλη γυναίκα δεν την ξεπέρασα ποτέ. Με τα χρόνια  έγινε ένα με την μητέρα μου και στα όνειρα μου μπερδεύονταν, αυτές οι δύο γυναίκες

Δεν θέλησα να μάθω τον λόγο που κάποιος σκότωσε την  Γκρέτα. Σενάρια πολλά.   Ένα ανέμελο ήσυχο βράδυ λοιπόν που κοιμόταν  ένα χέρι την σκότωσε όπως σκοτώνουμε ένα λυσσασμένο σκυλί όμως η Γκρέτα πέθανε σαν ένα μωρό που ονειρευόταν την ζωή. Η Γκρέτα η Ολλανδέζα με τα γερά μπράτσα, τις φακίδες, τα καστανά – μελιά μάτια, τα πυρόξανθα μαλλιά.

Την τρίτη μέρα έγινε η κηδεία της. Από το σπιτάκι της, πήρα ένα φυλλάδιο που βρήκα, με ξένα γράμματα και το φύλαξα. Είχε μέσα την φωτογραφία της. Αυτό το φυλλάδιο χάθηκε πριν προλάβω και το διαβάσω.

*

©ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΟΥΤΣΟΥ  Αθήνα 2016. Από την συλλογή διηγημάτων ( Τριλογίες) με έναν αρχικό τίτλο:  Ασκήσεις  Μνήμης.

ΤΟ  ΤΑΧΙ
ΗΞΕΙΣ ΑΦΗΞΕΙΣ
Η Όψις ή ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΧΙΟΝΙΣΕ ΣΤΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ πρώτο και δεύτερο μέρος

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία