Βασίλης Μπαρούτης, Η κουβέντα

Baroutis19.9.16

fav_separator

Είχε πει εκείνη την κουβέντα από βραδύς και αργότερα που ξάπλωσε να κοιμηθεί, τη βασάνιζε ο απόηχός της.

Νωρίς το πρωί που σηκώθηκε έπιασε να σιδερώνει φανελάκια και πετσέτες του   μωρού για να ξεχάσει. Το σίδερο άφριζε μαινόμενος ταύρος με προτεταμένο το μέτωπο, έτοιμος να ορμίσει ρουθουνίζοντας μανιασμένα. Ένα χέρι συγκρατούσε τη ζωώδη ορμή ορίζοντας το δρόμο του μέσα από τσαλακωμένα υφάσματα πάνω σε μία επίπεδη εμπριμέ αρένα.

Καθώς η σκέψη της μαλάκωνε με την εκτόνωση του ατμού, όλα έπαιρναν την κανονική τους υπόσταση χωρίς αλλοπρόσαλλες σκέψεις για τα ειπωμένα και τα ανείπωτα. Τι το θελε πάλι και μίλησε έτσι; Και της έλεγε ο μακαρίτης ο γέρο λαδάς ο πατέρας της. Κράτα το στόμα σου κλειστό κορίτσι μου, μην λες τέτοιες κουβέντες για το τίποτα. Τίποτα αυτή. Όποτε της καθόταν κάτι στραβά ξεκινούσε ακαταφρόνητα ένα κατεβατό αγίους, εκκλησιές και πολύ πιασάρικες κατάρες που τις συνόδευε και με ένα μακρόσυρτο πσσς, άστα κομμάτια με κάνες και βλαστήμησα πάλι. Έτσι, για να μην πει ο κόσμος γύρω της ότι τα φταίγε η ίδια που τα λέγε.

Ευτυχώς ο άντρας της, ναυτικός στο επάγγελμα, ήταν λογικός άνθρωπος και με επιφανειακή συνείδηση. Δεν τον έπιαναν τέτοιες σκοτούρες. Τα λόγια της γυναίκας του τα άφηνε να πέσουν κάτω.

Εκείνη, Άννα την έλεγαν, τον σκεφτόταν τυλιγμένο στο ναυτικό σακάκι,  πλεκτά σιρίτια αρματωμένο, κουμπωμένο σταυρωτά με χρυσά κουμπιά. Να ναι έτσι αξύριστος στην πλώρη αγναντεύοντας το κατάστρωμα δαγκώνοντας την πίπα του με το πηλίκο υπό μάλης, καβάλα στα κύματα, σωστός καπετάνιος.

Μακάρι όμως τότε να ήταν κοντά της για να τη συνεφέρει. Θα της έλεγε να μην σκάει με μια κουβέντα που πέταξε εν βρασμό ψυχής ή έτσι πάνω στα νεύρα και να κοιτάξει να κάνει καμιά δουλειά στο σπίτι. Ο ίδιος, μπαρκαρισμένος μήνες, εκείνες τις ημέρες είχε πιάσει πόρτο σε μια λατινική ακτή. Γυρνούσε στα καπηλειά και αναπολούσε την πατρίδα του πίνοντας με μακαριότητα πρέζα. Που να του περάσει από το μυαλό αυτή η ανακατωσούρα.

Αργότερα το βράδυ μόλις που η Άννα λαγοκοιμήθηκε τον είδε σε όνειρο, με τη στολή του  πάνω στο κατάστρωμα να την κοιτάει ανέκφραστος. Εκείνη από κάτω τη ρουφούσε η φουρτουνιασμένη θάλασσα όπως το τσακάλι που σαν βρίσκει τη γάτα στην αυλή του σπιτιού νωθρή κι αμέριμνη, την πνίγει και της ρουφάει το αίμα. Άνοιξε τα μάτια βλαστημώντας. Την ξαναπήρε ο ύπνος μα αυτή τη φορά είδε τον Αϊ Γιώργη. Έφιππος την κυνηγούσε να της μπήξει το κοντάρι του στο σβέρκο κι αυτή σερνόταν κατάχαμα στις λάσπες, ίδιο θεριό που βρυχιόταν και πάλευε να σωθεί από τον αμείλικτο διώκτη του. Στο τέλος σύριζε σαν ερπετό ψυχομαχώντας με το κοντάρι του αγίου καρφωμένο στη ράχη και φώναζε την κουβέντα που χε πει νωρίτερα στο γιο της. Ξύπνησε βάναυσα και έπιασε το σίδερο. Ήταν η ώρα τρεις το πρωί.

Α, της τα λέγε ο γέρο λαδάς κι ήταν μορφωμένος άνθρωπος κι από μεγάλο σόι. Άλλο που χε ξεπέσει μετά τον πόλεμο γιατί μαθεύτηκε ότι έδινε λάδι λαθραία στο γερμανό. Παρόλα αυτά βρήκε στις εργατικές κατοικίες ένα διαμέρισμα όπου έζησε με τη γυναίκα και την κόρη του.

Κρίμα που χε συγχωρεθεί και δεν πρόκαμε η Άννα να του πει τα τερτίπια του ύπνου της. Κατά τις τέσσερις ξύπνησε και το μωρό με κλάμα. Ήθελε το στήθος της για να ηρεμήσει. Ρουφούσε από το ένα βυζί και μόλις άδειασε το γάλα, η Άννα πήρε το κεφαλάκι του και το έβαλε στο άλλο. Γιώργο θα σε βγάλω, του πε. Να με κυνηγάει έτσι ο άγιος κάποιο λόγο θα χει.

Δυο μέρες πέρασαν με λίγο ύπνο και με σκοτούρες. Να πληρώσει λογαριασμούς, να ψωνίσει τα του νοικοκυριού, να φωνάξει υδραυλικό για μια βρύση. Όλα τα τακτοποιούσε μόνη και η παρέα της ήταν το κουτσούβελο.

Ο πατέρας πεθαμένος, ο άντρας στα καράβια, οι μπύρες στο ψυγείο ληγμένες και οι εφημερίδες στο κατώφλι στοιβαγμένες να μην τις ανοίγει κανείς. Τι να τα κάνει κι η Άννα; Να γίνει αρσενικιά εκείνη δεν το χε όρεξη ούτε να αρχίσει τώρα τις συνήθειες των αντρών επιθυμούσε. Τα τρέχοντα τα κάνε από ανάγκη αλλά όταν ξεμπάρκαρε ο Νικήτας όλα τα φρόντιζε μόνος και την είχε και στα όπα όπα. Αρχόντισσα δηλαδή.

Μέχρι όμως να γυρίσει εκείνη καθόταν με τα κεντήματα και τα πλεκτά του μωρού. Τα προχθεσινά της λόγια φίμωναν το μυαλό της και το στόμα. Άχνα δεν έβγαζε. Τη μάκραιναν από τις φροντίδες που χε να δώσει του νεογέννητου. Τα νανουρίσματα, τα ταΐσματα και οι αγκαλιές γίνονταν με κινήσεις μηχανικές, κινήσεις τροφού κι όχι μάνας. Σα μια διαδικασία που παίρνει χώρα σε φάμπρικα και τα χέρια δουλεύουν στον αυτόματο ενώ το μυαλό είναι αλλού, πετάει μονάχο και κάνει χάζι από ψηλά τη δυστυχία του. Γιατί χωρίς το σώμα και ο νους κι η ψυχή δεν αντέχουν για πολύ. Η Άννα είχε μέρες να χαμογελάσει, να αγγίξει τρυφερά το βρέφος που μονίμως την κοιτούσε θυμωμένα. Ορισμένες φορές ένιωθε ότι της δάγκανε επίτηδες τη θηλή πιο δυνατά για να την πονέσει, όμως στο τέλος κατάλαβε ότι ήταν επειδή της κόπηκε το γάλα και ξεκίνησε να του δίνει ξένο. Ο παιδίατρος ερχότανε συχνά για το μικρό που είχε καούρες και έκανε εμετούς. Ήταν ένας άντρας μέτριου αναστήματος με πλατύ μέτωπο, γύρω στα σαράντα πέντε με γκρίζους κροτάφους. Θα τον έλεγες γοητευτικό. Κάθε φορά κοιτούσε την Άννα με αυτά τα δύο καστανοπράσινα υγρά μάτια όλο προσμονή. Κάποια μέρα που ήρθε, αφού είδε το παιδάκι και έδωσε την αγωγή του, της έπιασε το χέρι και το ακούμπησε στο στήθος του. Να, της είπε, άκου. Η καρδιά μου σταματάει κάθε φορά που σε βλέπω. Έχω μετανιώσει ήδη για αυτά που θα πω αλλά όποτε έρχομαι εδώ τρελός χορός ξεκινάει μέσα μου. Και κρατάει για μέρες, μου δίνει σπιρουνιές όπως ο αναβάτης στο άλογο κούρσας. Πετάγομαι στον ύπνο μου και κλαίω. Η γυναίκα μου παραξενεύεται, το ίδιο και ο υπόλοιπος κόσμος. Μα εμένα δεν με νοιάζει ο κόσμος, εσύ είσαι ο κόσμος μου και θέλω να σε γυρίσω, να σε αγναντέψω, να σε μάθω, να σε μυρίσω, να σε γευτώ. Εκείνη τι να κάνει. Δόθηκε. Ο γιατρός ήταν ότι πιο κοντινό σε άντρα μπορούσε να τη συντροφέψει για λίγο καιρό. Όχι ότι είχε παράπονο από τον δικό της. Όμως έβλεπε πως η ζωή είναι μικρή και η θάλασσα ατέλειωτη.

Οι μήνες περνούσαν και άφηνε ο καθένας κι από κάποιο μικρό ίχνος χαράς. Λίγο λίγο το γέλιο άρχισε να σταλάζει ξανά στα χείλη της. Ο γιος της άρχιζε να παίρνει σχήμα, να κουνάει χέρια πόδια και να προσπαθεί να βλαστήσει. Γύρισε κι ο Νικήτας, ο άντρας της και μια μέρα που χάζευαν στο μπαλκόνι την κίνηση της λεωφόρου, γυρνάει και του λέει. Σου πα πως όταν έλειπες είχα τις μαύρες μου. Μια μέρα λοιπόν που ο μικρός δεν σταμάταγε το κλάμα, του μίλησα άσχημα. Του πα κάτι που εδώ μου στάθηκε σαν ψαροκόκαλο. Έδειξε το λαιμό της μισό αστεία, μισό σοβαρά. Ο Νικήτας σκοτείνιασε. Τι του πες; Μήπως θυμάμαι νομίζεις; Ήταν ένα από κείνα τα παλιά ξεσπάσματα. Σαν να του πα, κακό χρόνο να χεις; Δεν θυμάμαι. Καλύτερα να μου έλεγες για το γιατρό, απαντάει εκείνος και γυρνάει την πλάτη και φεύγει. Που πήγε και πως του γύρισε έτσι δεν κατάλαβε η Άννα, μάλλον είχε μάθει που τον απάτησε κι έψαχνε πρόφαση. Δικαιολογίες. Μόνο αργότερα που γύρισε της είπε να τον συγχωρέσει. Δεν είχε λόγο να το κάνει θέμα, μα μέσα του τον σκότωνε που τόσους μήνες ήταν μακριά από το παιδί. Κι από κείνη. Εννοείται.

Οι άλλες μέρες κύλησαν με τη βροχή να ξεπλένει τη σκόνη που χε χοντροκάτσει πάνω στα περβάζια και μάραινε τις μαγνόλιες και τα κυκλάμινα. Τα νερά χύνονταν καταρράκτες σαν τα δάκρυα σε τάφους χήρας που το χώμα τα ρουφάει αχόρταγα.

Περνούσαν οι εποχές και ο μικρός σήκωνε μπόι και άνοιγε φτερά.

Μια μέρα που άνοιξε η πόρτα του σχολικού και κατέβηκε κρατώντας πανηγυρικά το ποίημα του για τη χριστουγεννιάτικη γιορτή, την Άννα την πιασαν κλάματα. Νωρίτερα είχε επιστρέψει κι ο Νικήτας από ταξίδι καλό με γεμάτες βαλίτσες. Μπάρκο στο μπάρκο αυγάτιζε, όπως το πήγαινε σε λίγο θα βγάζε δικό του καράβι.

Οι άντρες γύρισαν με βραβεία και δώρα και στολίδια, ήρθε η ώρα να γκρεμίσουμε την οχύρωση της πόλης.

Η Άννα όμως έπιανε τον εαυτό της να σκοτεινιάζει πάλι. Περνούσε ο καιρός και μέσα στο στήθος της έχασκε η αυλακιά από το σημάδι μιας ξεχασμένης νιότης. Ποτέ δεν χόρεψε στο όριο του γκρεμού που πάντα ονειρευόταν να γνωρίσει. Ποτάμι τα νιάτα μα αύτη διαβάτης που τα βλέπει από τη γέφυρα να ρέουν ενώ οι άλλοι βουτούν με τα μούτρα και πάνε. Τώρα δεν είχε πατήσει ακόμα τα τριάντα πέντε όμως έγλυφε τα δόντια της σαν γέρο λύκος που χε μέρες να φάει, ψάχνοντας εκεί ανάμεσα υπολείμματα από κρέας. Γύριζε στον ύπνο της κι ανακατευόταν μέσα στα σεντόνια όπως ανακατεύονται τα έντερα μετά από μεθύσι. Το πρωί δεν ξεχώριζες που ήταν τα χέρια της, που τα πόδια της που το κεφάλι. Ο Νικήτας συνήθως έπιανε μόνο μια γωνιά στην άκρη του κρεβατιού ή τον έπαιρνε ο ύπνος καταγής στο δωματιάκι του γιου τους. Πριν κοιμηθούν του διάβαζε κι από καμιά ιστορία. Ο μικρός άκουγε στην αρχή με ενδιαφέρον και περηφάνια τον πατέρα του να αναγινώσκει το βιβλίο, βάζοντας πολλές φορές δικά του λόγια αφήνοντας και τις αράδες εκείνες που δεν διαβάζονται στα παιδιά. Άσε που ότι άκουγε του μένε και μετά ρωτούσε και ρωτούσε συνεχώς μέχρι να πάρει την κατάλληλη απάντηση. Μπαμπά τι σημαίνει καλαμάρι; Είναι σαν το χταπόδι αλλά πιο μικρό. Α. Τι σημαίνει αιγαιοπελαγίτικο; Ότι έχει έρθει από το Αιγαίο πέλαγος. Α. Τι σημαίνει σκαμπανέβασμα; Τίποτα. Α. Τι σημαίνει σκαμπανέβασμα; Τίποτα είπα. Καλά. Τι σημαίνει; Θα δεις τώρα τι σημαίνει. Και τον άρπαζε ο Νικήτας με τα δυο του χέρια και τον σήκωνε ψηλά και τον κατέβαζε μετά με φόρα και πάλι ώσπου ο μικρός λυνόταν στα γέλια και γελούσαν μετά κι οι δύο μέχρι δακρύων. Η Άννα παρακολουθούσε με δισταγμό στο πρόσωπο της, ένιωθε ότι η εικόνα αυτή είναι από κάποιο περιοδικό ή από τηλεόραση που πρόσφατα είχε μπει στο σπίτι τους, εκεί αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Της ήταν αδύνατο να βιώσει η ίδια τη χαρά της καθημερινότητας που τράνευε στο σαλόνι της. Ίσως από τύψεις για τον άλλο άντρα, ίσως από υπερβολική καχυποψία στη χαρά της ζωής, δεν συμμετείχε, μόνο ακολουθούσε νοερά με το βλέμμα το μικρό της να ταλαντεύεται στα στιβαρά χέρια του πατέρα του.

Ο καθένας έχει μια γωνιά κρατημένη για τη θλίψη. Ένα μέρος που φυλάει ιερό για να θρονιάζεται εκείνη τα μοναχικά βράδια ή τα αργοπορημένα πρωινά. Όταν έμενε άδεια  η γωνιά αυτή, η Άννα την κοιτούσε με παράπονο. Πότε θα έρθει; Σκεφτόταν. Ο λόγος της αναβολής δεν της ήταν καθόλου άγνωστος. Όπου κι αν έστρεφε τα μάτια της μέσα στο σπίτι έβλεπε την ευτυχία να ντύνει με τα αέρινα ενδύματα της το χώρο που περιφέρονταν ο γιος της κι ο Νικήτας. Παντού επιτυχίες, χαρές, λεφτά, νίκες. Αϊ σιχτίρ όλα, σκέφτηκε. Δεν μπορείς εδώ μέσα να στεναχωρηθείς με τίποτα. Και δώστου και τρωγόταν με τα ρούχα της. Ώσπου μια μέρα δεν άντεξε, πήρε από την ντουλάπα το τζιν μπουφάν της αυτό που φορούσε πριν το γάμο στις βραδινές της εξόδους και βγήκε. Φίλες δεν είχε πλέον, όλες ζήλευαν και είχαν τραβηχτεί από καιρό αφήνοντας πικρόχολα σχόλια. Σαν τα νερά στην ακτή που αφήνουν νεκρά φύκια και κομμάτια από ψόφια ψάρια πάνω στην άμμο όταν τραβιούνται με την άμπωτη.

Περπάτησε μέχρι τη λέσχη που πήγαινε παλιά με το Νικήτα, πριν οχτώ – δέκα χρόνια. Ήταν αλλιώς τότε. Τι σημασία είχε που πήγαινε; Θα έπρεπε να ρίξει μόνο μια κουβέρτα στον μικρό της γιατί σαν τον έπαιρνε ο ύπνος είχε συνήθειο να τα πετάει όλα.

Μόλις άνοιξε την γυάλινη δίφυλλη πόρτα και μπήκε είδε ότι ο χώρος είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που είχε έρθει. Ο φωτισμός υπερβολικά χαμηλός και εκεί που ήταν τα δύο τραπέζια μπιλιάρδου με τα αγόρια γύρω γύρω σε μόνιμη βάση, τώρα σιδερένια σκαμπό με κάτι κέρατα πάνω φωτιστικά, τριγυρισμένα από καναπέδες ντυμένους με βινύλιο και πάνω τους οι θαμώνες που άλλες εποχές θα έριχναν καμιά στεκιά, τώρα γκομένιζαν κρατώντας τσιγάρο και ποτό. Κανά δυο φορούσαν γυαλιά ηλίου τύπου ρέιμπαν ενώ όλοι μα όλοι φορούσαν σεβαλιέ δαχτυλίδι και καμπάνα παντελόνι. Η Άννα ανέβηκε σε ένα σκαμπό στο μπαρ και ρέμβασε από ψηλά. Ήταν αμακιγιάριστη και με τα μαλλιά πιασμένα κότσο, πράγμα που την έκανε τελείως παράταιρη με το βαρύ οπλισμό των κοριτσιών γύρω της. Όπως και να ήταν πάντως είχε μια ειλικρίνεια στο βλέμμα που μαγνήτιζε. Δεν άργησαν μερικά ζευγάρια μάτια που ξεσκόνιζαν το χώρο να σταματήσουν πάνω της. Οι κουβέντες άναψαν για λίγο και μετά δυο νεαροί ήρθαν προς το μέρος της. Σκατά. Είπε φωναχτά και άλλαξε θέση γυρνώντας προς το μπάρμαν. Δεν μπορεί μια γυναίκα να πάει να πιει ένα ποτό χωρίς έγνοιες πουθενά στο κόσμο; Λες εκεί που ταξίδευε ο Νικήτας οι γυναίκες να είχαν άλλες ελευθερίες; Να διάλεγαν αυτές ποια μέρα θα έπιναν, η θα κάπνιζαν ή θα χόρευαν, χωρίς να τους βάλουν μια ταμπέλα ή να τις ενοχλήσουν από κόμπλεξ τα αρσενικά. Οι νεαροί είχαν πλησιάσει πολύ και μιλούσαν σχεδόν φωναχτά μεταξύ τους. Ρε συ χθες ήμουν με την Κάκια και έγινε φάση. Οι δικοί της έλειπαν στην Αθήνα, μείναμε μόνοι σπίτι. Της έδωσα και κατάλαβε. Τώρα μου χει γίνει τσιμπούρι. Φίλε, του λέει ο άλλος, αν θες να γίνεις άντρας πρέπει να ψαχτείς για γυναίκα και όχι τα γκομενάκια που μας πρήζουν. Να σαν τη κυρία από δω. Η Άννα κοίταγε έκπληκτη. Ρε σκατά το ξέρει η μάνα σας ότι είστε εδώ; Άντε μου στα κομμάτια μη σας πάρει ο διάλος τον πατέρα. Και μετά γύρισε στον μπάρμαν ατάραχη κουνώντας ένα άδειο ποτήρι κάτω από τη μύτη της. Άλλο ένα Αντώνη. Εν το μεταξύ είχε φροντίσει να του πιάσει κουβέντα λέγοντας  ότι ήταν η γκόμενα του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Είχε να έρθει δέκα χρόνια και ότι άλλαξαν τα πράγματα από τότε, τα νέα παιδιά τώρα τα κάνουν όλα στα φανερά. Χάθηκε το παιχνίδι. Πιο παλιά για να βρεθεί μόνο ένα ζευγάρι έπρεπε να περάσει από σαράντα κύματα, τώρα στο αυτοκίνητο το βράδυ σε μια αλάνα και τέλος. Πάμε γι΄ άλλα. Γι αυτό θα αποτύχουν στη ζωή τους τα παιδιά. Μάθαν στο έτοιμο. Και μετά η τηλεόραση. Και τα αρχίδια να τους κόψουν πάλι δεν θα νιώσουν τίποτα. Κάντα τρία τα ποτά, κέρασε τα αγόρια πίσω, να μη νομίζουν ότι είμαι καμιά ακατάδεκτη. Ο Αντώνης άκουγε με προσήλωση. Να ναι καλά σκέφτηκε η τύπισσα. Μου φτιάξε το βράδυ. Πάνω από τα κεφάλια τους μια ντισκομπάλα γύρναγε αργά και ρυθμικά και αντανακλούσε τα φώτα από το μπαρ. Τι μαλακία είναι αυτή ρε συ της λέει. Το χουν βάλει παντού. Σε λίγο ακόμα και στο καμπινέ θα το χουνε. Φίλε μου, του λέει εκείνη, έγινε εισβολή από εξωγήινους και δεν το πήραμε χαμπάρι. Γέλασαν και πέρασε ώρα πολύ έτσι με το ένα αστείο να φέρνει το άλλο που μετά έγινε φλερτ και τελικά βρέθηκαν με τα χέρια πλεγμένα πάνω στο μπαρ. Θες να πάμε κάπου; Της λέει ο Αντώνης δήθεν αφηρημένα. Όχι απόψε του λέει. Ήθελα μόνο να περπατήσω μόνη μου κάτω από το φεγγαρόφωτο και τώρα έχω ζαλιστεί. Φώναξε μου ένα ταξί σε παρακαλώ. Ο οδηγός την άφησε έξω από το σπίτι του γιατρού κατά τις δύο το πρωί. Η Άννα κατέβηκε και πήγε στην είσοδο της πολυκατοικίας, ήταν από αυτές με καγκελόπορτα, μαρμάρινη σκάλα και με τόσες ζαρντινιέρες σαν να τις έδιναν τσάμπα. Κοίταξε μέσα, μετά έκανε μεταβολή και ακούμπησε με τον αγκώνα σε ένα κάγκελο. Με το άλλο της χέρι  τίναξε κάτι στάχτες που χαν κάτσει πάνω στο τζιν μπουφάν, από το τσιγάρο του Αντώνη στο μπαρ. Η πόλη πίσω της φέγγιζε νύφη που ντύνεται το βράδυ κοκέτα να τη δει ο γαμπρός να πλησιάσει. Καλύτερα σπίτι μου ,σκέφτηκε και ανηφόρισε το δρόμο προς τα κει. Ήταν δυο στενά πιο πάνω. Είχαν μετακομίσει πρόσφατα οικογενειακώς γιατί την τραβούσε το άρωμα της απόρριψης. Τα χε σπάσει με τον παιδίατρο. Δεν την ένοιαζε αν τον αγαπούσε ή αν τον ποθούσε όταν έλειπε ο Νικήτας σε ταξίδι. Ήθελε όμως να έχει κοντά της μια ανάμνηση πραγματική. Όλα τα άλλα φαντάσματα στο μυαλό της. Οι βόλτες στην παραλία με το αγόρι της, τα μπάνια την Κυριακή με φίλες, τα φλερτ κάτω από τα μπαλκόνια και τα αγγίγματα στα κρυφά στις πυλωτές τα βράδια. Με τον Νικήτα ήταν αλλιώς. Μεγάλωσαν μαζί και μόλις βρεθήκαν δυο τρία βράδια στο δωμάτιο του, εκείνη έμεινε έγγειος. Θα πάω στα καράβια της είπε. Η εποχή ήταν καλή. Η θάλασσα στρωμένη με δολάρια. Θα σε πάρω από τα εργατικά. Θα πάμε ψηλά πάνω από την πλαζ Αστέρια. Θα σαι η κυρά μου και δεν θα σου λείπει τίποτα. Είχε και κάτι γνωστούς που τον βοήθησαν και γρήγορα ανέβηκε από τη μηχανή στην κουβέρτα και μετά στη γέφυρα. Σιγά μην δεν της έλειπε τίποτα. Το πιο σημαντικό της έλειπε. Ο έρωτας. Τα λεφτά ήρθαν πάντως χρόνια αργότερα στον πόλεμο του κόλπου. Βάζαν μέσα λαθραία όπλα και βγάζαν ράβδους χρυσό. Άμα το μάθαινε θα τον έτρωγε, όμως της είχε υποσχεθεί λούσα και ντρεπόταν να την αφήσει έτσι. Εν το μεταξύ εκείνη πάλι μόνη να μεγαλώνει ένα παιδί όπως όπως. Με τα σχολεία του, τις αρρώστιες και τα τρεξίματα και τα καμώματα τον παιδιών. Παράπονα σοβαρά δεν είχε όμως. Κι όταν είχε άνοιγε το στόμα της κι έβριζε. Χρόνο το χρόνο μαθεύτηκε πως κι οι γυναίκες απαντούσαν στο άδικο, τα διαζύγια άρχισαν να πληθαίνουν. Όμως η Άννα ήταν πάντα έτσι κι ο Νικήτας δεν έβαζε έγνοιες. Τα λιμάνια και τα σαλόνια για κείνον ήταν απλά δύο σκηνικά στον ίδιο θίασο.

Χάραξε μια μέρα που ο ήλιος έκρυψε τη σκοτεινιά με περίσσια λαχτάρα. Σαν να τον είχαν καλέσει σε γλέντι, όρμισε στα παράθυρα και τους ξύπνησε. Η Άννα γύρισε στο κρεβάτι και πήρε αγκαλιά τον Νικήτα που γουργούριζε δίπλα της σα γάτος. Μετά σηκώθηκε αθόρυβα και μπήκε στην κουζίνα. Κάτι πιάτα ήταν στον πάγκο αφημένα άπλυτα από βραδύς. Πήρε το μαχαίρι του ψωμιού και το ζύγισε στο χέρι της. Με τον αντίχειρα χάιδεψε την κόψη από κάτω προς τα πάνω και πίεσε τη μύτη του. Το δέρμα της στην άκρη του δαχτύλου άνοιξε και έτρεξε αίμα. Κατευθείαν το έβαλε στο στόμα και το βύζαξε εκστατικά. Κόβει το άτιμο, σκέφτηκε. Το γύρισε προς το νεροχύτη και μετά το ξαναγύρισε πάνω στην κοιλιά της. Μέσα οι άντρες χουζούρευαν στην πρωινή θαλπωρή. Το αίμα στις φλέβες της φουρτούνιασε χτυπώντας τα μηλίγγια της. Τα μάτια της, δυο μαύρες σκουληκότρυπες, ρουφούσαν το φως της μέρας.

Κι η κουβέντα την έσωσε. Μπα κακό χρόνο να χεις, ψιθύρισε. Θες να μου φας τη ζωή κι έχω να πλύνω τα πιάτα.

*
©Βασίλης Μπαρούτης
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία