Γιώργος Γκανέλης, Χιλιόμετρα λευκές σελίδες -ποίηση

ganelis7.9.16

fav-3

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Έπεσα απ’ το μπαλκόνι
Με βρήκαν στο λαγούμι
Να διαβάζω ποιήματα
Επέτειος γενεθλίων μου
Δεν ήθελα να ξαναγεννηθώ
«Αφήστε με στο σκοτάδι»
Τότε ξεκίνησε να βρέχει
Ασφαλίτες με περίστροφα
Ζητούσαν ποινικό μητρώο
Δίπλα μια λίμνη τύψεων
«Εγώ σκότωσα τον ήλιο
Φέρτε τα μαύρα γυαλιά».

Φρουροί συγκεντρώθηκαν
Έξω απ’ την πολυκατοικία
Κι ο δικαστής με το πούρο
Μετά μου ξύρισαν τα γένια
Κάτι άνθρωποι με μπότες
Ποδοπατούσαν την άνοιξη
Έκοψα τον ομφάλιο λώρο
Και κολύμπησα στο δρόμο
Βρέθηκα σε ένα σχολείο
Οι μαθητές έπαιζαν μπάλα
Με το κομμένο κεφάλι μου
Στο τέλος απλά το έφαγαν.

Κι όταν μπήκαν στην τάξη
Απήγγειλαν αυτό το ποίημα
Για τη σημερινή επέτειο.

fav-3

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Κρίσιμο εικοσιτετράωρο
Ο τρόμος στη διαπασών
Ψίθυροι φευγαλέου έρωτα
Πάνω στα άπλυτα σεντόνια
Βουτιά του ήλιου στο κενό
Κλαίει η ψυχή πριν φύγει
Έχω αρχίσει και φοβάμαι
Τακτοποιώ τις σκέψεις μου
Χιλιόμετρα λευκές σελίδες
Απονενοημένων γραφών
Αμήχανα με κοιτά η γάτα
Απ’ τον πίνακα ζωγραφικής
Εισβολή μαύρου χρώματος
Γεμίζει πένθος το δωμάτιο
Ξαφνικά κόβεται η ανάσα
Όλα προδικάζουν το τέλος
Οι φλέβες μου στο τραπέζι
Τις σκουπίζω απ’ τα αίματα
Μετρώ χωρίς καθυστέρηση
Τους χτύπους του ρολογιού
Κλείνω το γενικό διακόπτη
Είμαι αναμφίβολα νεκρός.

Πετάγομαι γυμνός απ’ το σπίτι
Στις κολόνες αγγελτήρια κηδείας
Παίρνω ταξί για το νεκροταφείο
«Πάμε στο λιμάνι» είπε ο οδηγός
Με περίμενε ένα φορτηγό πλοίο
Κρατώ τη φωτογραφία της μάνας
Δεν είχα συγγενείς να με κλάψουν
Μόνο πουλιά έκραζαν αδιάφορα
Ανεβαίνω τη σκάλα χωρίς βαλίτσα
Ξαφνικά ακούω απ’ τα μεγάφωνα:
«Πέθανε ο καπετάνιος του νεκρού»
Ένιωσα αλήθεια φοβερές τύψεις
Σκέφτηκα να πέσω στη θάλασσα.

Τότε βγαίνει απ’ τη φωτογραφία
Η μητέρα με πλατύ χαμόγελο
Μου βάζει πάγο στο πρόσωπο
Κι από την αρχή με ξαναγεννά.

*
©Γιώργος Γκανέλης
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Πορταριά, Πήλιο 2016

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση