Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Έτσι σφραγίζονται οι πόλεις Ανδρέα

Κωνσταντίνος Μάντης, Ανδρέας Εμπειρίκος «Ο Κόρυμβος»

fav_separator

Αγαπητέ Ανδρέα, μ΄όλη μου τη λύπη σου ανακοινώνω από τούτη τη στήλη πως η οδός Φιλελλήνων και όλες οι πέριξ καλλονές τελικώς κατεδαφίσθησαν. Καταστήματα, περαστικοί, παλαιές και μελλοντικές προοπτικές καταχωρήθηκαν για πάντα στις σελίδες της ιστορίας. Η πόλις, Ανδρέα, η πόλις επέθανε απόψε από μια αρρώστια της ψυχής και της φαντασίας. Παντού συντρίμμια, γερασμένες νύφες με πεπαλαιωμένες σάλπιγγες, μουσουργοί, ποιητές, αρχιτεκτονικές μέρες. Τόσο πένθος ποτέ Αντρέα. Τα συνεργεία του δήμου καταβάλλουν ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειες. Νυχθημερόν στοιβάζουν τις παλιές μαρκίζες σε μια άκρια της κεντρικής πλατείας. Λένε πως ύστερα από χρόνια όλα αυτά τα υλικά θ΄αποτελέσουν την αφορμή μιας μεγάλης, πανηγυρικής έκθεσης. Έτσι σφραγίζονται οι πόλεις Ανδρέα, για πάντα κρατούν ακέραιο τ΄όνομα και τον μύθο τους. Φαντάζομαι πως καθώς διαβάζεις τούτες τις γραμμές κύματα συγκίνησης σε κατακλύζουν. Το πορτραίτο σου θλιμμένο κάπως λάμπει μες στη γαλλική νύχτα μα δεν έχω πια το κουράγιο τόσο σπουδαία πράγματα να σου κρύβω Ανδρέα. Όλα όσα εθαύμασες, κορίτσια, στήθη, το έπος της νεότητας, όλα Ανδρέα καταργήθηκαν. Γι΄αυτό και κάπου κάπου υψώνονται μεσίστιοι οι γερανοί με τις πλάστιγγες, τους χειριστές τους που πεθαίνουν αργά και επώδυνα. Τώρα η ζωή μας κυλά με τρόπο αυτοματικό, δίχως πρωτοτυπίες και ανατροπές. Εκεί που άλλοτε αγαπηθήκαμε τώρα πνέουν οι επονομαζόμενοι της λήθης άνεμοι. Τρομεροί και νότιοι να μας συνεπαίρνουν. Τα παλιά θέατρα, και ότι θυμάσαι απ΄το θαύμα, γκρεμίζονται καταμεσής της νύχτας. Τ΄άλλο πρωί θα δεις σε μια γωνιά να τινάζονται νευρικά τα κρινολίνα, σαν να κατοικούνται,να πνέουν φορέματα και  ταφτάδες και σατέν όλων των αποχρώσεων. Οι φωτογραφίες που θέλησα κάποτε να σου στείλω δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Καίω από πείσμα όλα τα φιλμ.Οι σκοτεινές αίθουσες  πλημμύρισαν φως και ήχο και όλος εκείνος ο σεβασμός που σημαδεύει τις ηδονές μας κατέρρευσε. Στα παζάρια που ολοένα πληθαίνουν πωλούνται οι περιουσίες των μουσείων. Τα εξαίσια δείγματα της πάλαι ποτέ αγαλματοποιίας αλλάζουν ζωές και χέρια. Οι τρομερές και ασύλληπτες τοιχογραφίες ολόκληρου του αιγαιακού μας κόσμου καταρρίπτονται απ΄τις θέσεις τους. Σε λίγο καιρό και εσύ ακόμη Ανδρέα θα έχεις ξεχαστεί. Οι λέξεις σου που υπήρξαν ωραία και βαθύτατα αισθήματα αλλάζουν διαρκώς νοήματα. Οι οξυγονοκολητές και οι στροφές των στροφάλων σου με την μνημειώδη τους τεχνική σφυρηλατούν πεισματικά το πώς και το γιατί της ζωής που απομένει. Ευτυχισμένοι εκείνοι οι νέοι που αγαπήθηκαν στο Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό. Ευτυχισμένοι καθώς πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον έχοντας βιώσει τους λαμπρούς φωτισμούς των χοροεσπερίδων, τις ενδυματολογικές πρωτοτυπίες, τις πτυχώσεις μιας νύχτας που κατοικούν παλιοί, διάττοντες αστέρες. Ανδρέα, θα΄θελα τα πράγματα να ήσαν απλούστερα. Θα ήθελα εκείνη η απόσταση απ΄το πραγματικό και το νοητό να είχε πια κερδίσει ένα βάθος ικανότερο. Μόνη μας παρηγοριά λένε, οι αθλιότητες της ζωής μας, οι μικρές και οι μεγάλες ιστορίες που γυρεύουν από μας το θάρρος και πόζα. Οι ιμερικές μας μέρες φαίνεται πως πια διέτρεξαν μια πλήρη περιστροφή και έτσι κουρελιασμένες αθροίζονται μες στα καταφύγια, όταν φώτα καταπράσινα ανάβουν σε χώρους ακάλυπτους και κουζίνες. Εκεί γνωρίζουμε τη θειαφιούχα όψη μας, παρατηρούμε έκθαμβοι το μέγεθος του γήρατός μας. Μες σε λίγους μόνο μήνες ξοδέψαμε για το τίποτε ολόκληρο τον ουρανό. Η καινούρια πόλις Ανδρέα σχεδιάζεται πάνω στα ίδια σχέδια. Εργατικές συνοικίες σηκώνονται ως το μεσημέρι απ΄ένα πλήθος εργατών. Οι υπηρεσίες της οδοποιίας χαράζουν διαρκώς δρόμους, πορείες ταχείας κυκλοφορίας, κατακτούν τα πάντα στο πέρασμά τους. Όσοι αντιστέκονται οδηγούνται δίχως πολλές αιτιάσεις στα δικαστήρια. Μες στη νύχτα ακούς τις ριπές, οι ακρωτηριασμένοι απαγγέλουν ποιήματα όπως στις φυλακές, τα ορφανά ρίχνονται στις γραμμές της παραγωγής. Κάθε πρωί ορκίζονται πίστη εις στο σύστημα, επιβιβάζονται στα οχήματα της εταιρείας, γυρεύουν ως τη νύχτα σπάνιες πέτρες. Σ΄απόσταση μικρή μεταξύ τους, έτσι όπως ανάβουν στις γαλαρίες, μοιάζουν θαυμάσιοι φέρνοντας μια ιδέα ουρανό στην πίκρα μας. Κάπως έτσι Ανδρέα πασχίζουμε να επιβιώσουμε. Κάπως έτσι ερωτευόμαστε και στα όνειρά μας αστράφτει εκείνη η έξαλλη οδός Φιλελλήνων πριν το θάνατο, μες στα φώτα του φθινοπωρινού απογεύματος.  Και ελπίζουμε στα ποντοπόρα πλοία που αναχωρούν αδιάκοπα Ανδρέα για τις πιο εξωτικές νήσους. Μακάριοι οι φίλοι που μας αποχαιρετούν πιασμένοι στα ρέλια σαν σημαίες, μακάριοι οι μυστικοί προορισμοί και οι εραστές που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν. Μακάρια η Ιφιγένεια και οι χρησμοί της μες στις μπαλάντες. Όσα μας έδειξες Ανδρέα έπεσαν στα χαρακώματα. Η πόλις δεν θ΄αλλάξει, η πόλις είναι μια περίπτωση ιδεατή, ένας κήπος κρεμαστός και μια Γεσθημανή. Τι και αν εσύ λείπεις, η πόλις διαδραματίζει μια τεράστια σημασία μες στις καρδιές μας.  Η μόνη μας ευτυχία είναι το θάρρρος που δείξαμε στη ζωή μας, τ΄απερίσπαστο του έρωτα και του ονόματός μας. Και αν τότε σ΄αψηφήσαμε, και αν οι αρχές πλανεμένες δικαίωσαν την παραδειγματική σου τιμωρία τώρα υψώνουμε μες σε πρωινά ανώφελα ακρυλικά  εσένα και τον Μπολιβάρ, στ΄ όνομα  ενός κλεισμένου όστρακου, ενός ανοιχτού και πολλά υποσχόμενου ωκεανού ορκιζόμαστε απόλυτα μεθυσμένοι και τρελοί. Είναι οι επαρχίες Ανδρέα που σε καταδίκασαν για πάντα. Είναι οι ζωές μας φτηνά πορνογραφήματα,  αποτυχημένες πρεμιέρες στα κινηματοθέατρα κάθε Σάββατο. Ποιήματα θηλιές, να ΄ναι λέει όλος ο κόσμος έξω απ΄το παράθυρό σου, τόσο μακριά. Γυμνή και ακέραια η ζωή μας ακούει δίσκους παλιούς, φτιάχνει ηρώα,  ξαπλωμένη όλο ηδυπάθεια στα καταφύγια, χαμένη για πάντα στους ανώφελους λυρισμούς ελπίζει σ΄επικίνδυνα, νυχτερινά πονταρίσματα. Όλα τα χάνουμε, κουρελιασμένοι επιστρέφουμε το πρωί στα πόστα μας. Αυτό και οι ανδαλουσίες μας απέμειναν. Όποιος δεν πεθαίνει με φαντασία και πάθος τίποτε δεν σημαίνει. Καμιά φορά, μες στην τόση μας αθλιότητα, καλούμε στα προσκλητήρια τις σκοτωμένες μας φιλενάδες και άλλα πράγματα ονειρικά που ποτέ δεν ομολογήσαμε. Έτσι για να καταστρέψουμε μια ζωγραφιά ή να την ελευθερώσουμε. Ένα κορίτσι, μια σκιά, κάποιος Γρενανδίνος αδερφός που κερδίσαμε μια βραδιά τρυπώντας τα δάχτυλά μας, τα ολόχρυσα νομίσματα που χαθήκαν στις λάσπες. Ο καλός άγγελος της νύχτας και η επερχόμενη θύελλα μας συγκλονίζουν.Νέες με φορέματα ξαστερωμένα  χορεύουν στα μπαλκόνια, αιθέρια περνώντας μπροστά απ΄ τα μάτια μας. Ευγενικά και αθέλητα, ραγίζουν απόψε  όλα μας τα φύλλα, πλέκοντας σεμνά τα καλάθια τους, ανάμεσα σε λάμπες, χέρια, σκιές, άλμπουρα, μπαλόνια.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, επιφυλλίδες