Γιώργος Δουατζής, “Μπουκώνουν τη ματιά τα πάμπολλα στολίδια” -ποίηση

douatzis5sept16

fav-3

Νόστος

Νύχτες αγρύπνιας και όνειρα εν εγρηγόρσει
Στη χώρα των ευκαιριών όλοι χωρούν, του είπαν
Οι ουρανοξύστες της μητρόπολης του κόσμου
όνειρο επιβίωσης, ελπίδας

Μια απόφαση και έπειτα φευγιό
σαν άλαλο μυρμήγκι όπου γης
δίχως δουλειά, γλώσσα, αγαπημένους
μέσα στο πλήθος μοναξιά απόλυτη
στέγνωσε η ψυχή, το μυαλό, η υπομονή
στέγνωσαν από δάκρυα τα μάτια
την πότισαν καλά την ξενιτιά

Κομμάτια μνήμης ο κρυμμένος θησαυρός
ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο μέρος της καρδιάς
η μάνα, η γυναίκα, το παιδί
κι ούτε
μία σταγόνα, ένα ψίχουλο στο στόμα
μια φωνή απεύθυνσης στο νου
μια στάλα συμπαράστασης στο βλέμμα

Εκείνη η γέφυρα ίσως να ήταν λύση
μία βουτιά στο χάος κι απελευθέρωση
αλλά
πώς να ξεχάσει τη ματιά επίκλησης του γιου
πώς την αγκαλιά της του αποχαιρετισμού
πώς το θα τα καταφέρω μην ανησυχείς που της ψιθύρισε

Η περηφάνια του ερημίτη τον σκοτώνει
γι αυτό, στιγμές, δεν ονειρεύεται
μη και σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό

Θα τα καταφέρω μην ανησυχείς ξαναψιθύρισε
και άρχισε ξανά το χτύπημα σε ξένες πόρτες…

fav-3

Αλλού

Αποξενώνεσαι σταδιακά από τον κόσμο
αμέσως μετά αρχίζει η αποξένωση
από τον ίδιο σου τον εαυτό

Πώς να φανταστείς, πόση οδύνη, πόση παράνοια
χρειάζεται να τον δεχτείς, έναν ολόκληρο κόσμο
αποξενωμένο από τον ίδιο του τον εαυτό…

Η εγκατάλειψη εαυτού και αλλήλων
αναζητά ένα πρόσωπο
-έστω ένα προσωπείο-
κι όταν αυτό πάρει μορφή
έρχεται ο πόνος να σου πει
όλα τα λάθη που έκανες
συχνά, χωρίς ευθύνη

Έτσι είναι ο κόσμος λες, ξεχνώντας
ότι έτσι έγινε ο κόσμος
από αυτούς που τον ορίζουν
κι απ΄ την αδιαφορία σου
για να έρθει
η φύση του ανθρώπου
της φύσης και του κόσμου
να σου πει ότι μόνον ανεύθυνος δεν είσαι
για το βύθισμα στη φθοροποιό ανία
και την α-νόητη διερώτηση
Τι να κάνω γα να περάσει η ώρα;
αγνοώντας πόσο σπαταλημένος
έγινε ο χρόνος κι η ζωή σου

Και όλα αυτά, όταν δίπλα σου λυσσομανούν
ο άστεγος, ο πεινασμένος, ο προς θάνατον
όσο και τα θεριά που τους οδήγησαν εκεί
επινοώντας νέες μηχανές
επιβολής, κερδοσκοπίας
και θανάτου

Κι έπειτα
έρχεται η δολοφονική συνήθεια
μέσα από την επανάληψη εικόνων τηλοψίας
με νεκρούς, εκατοντάδες αμάχους
αθώες υπάρξεις, γυναίκες και παιδιά

Πόσες ψυχές θα θάψει τούτη η γη;
Πόσες χωράει;

Και συνηθίζεις, κι επαναπαύεσαι, ξεχνώντας
ότι δεν είναι είδηση ένας μεμονωμένος θάνατος
αλλά οι δεκάδες που καίγονται καθημερινά
από βόμβες ολέθρου και καταστροφής
τη σοφή ρήση του λαού ξεχνώντας
Όταν καίγεται το σπίτι του γείτονα
το δικό σου καπνίζει
και βυθισμένος στην ασφάλεια του καναπέ
λες δεν είναι δικά μου τα χαροκαμένα παιδιά
δεν είναι δικοί μου οι πνιγμένοι
όλα αυτά συμβαίνουνε αλλού

Και όταν φτάσει η στιγμή που αναλογίζεσαι
τα χρόνια που έχασες
χωρίς εκείνη τη σωτήρια αφύπνιση
για σένα και τους άλλους
εκείνο το αλλού βροντοχτυπάει την πόρτα

Ίσως, όμως, ποτέ να μην είναι αργά
να σηκωθείς με όσο σθένος σου απόμεινε
να απλώσεις το χέρι σ’ όσους πονούν
γιατί ο πόνος ο ανθρώπινος
δεν κάνει διακρίσεις

Ίσως πάλι, θα είναι τότε
που το δικό σου σπίτι θα καίγεται
και του γείτονα θα καπνίζει…

Τότε, όμως, θα είναι πια πολύ αργά
διότι το αλλού θα είναι εδώ

fav-3

Άνωση

Με έπνιξαν
στέγες, κήποι
αδυναμίες απεξάρτησης

Μπουκώνουν τη ματιά
τα πάμπολλα στολίδια
οι φορτωμένοι τοίχοι
οι απουσίες

Μου παίρνουν οξυγόνο
ανάγκες ζωικές
φθειρόμενα σώματα
πόνοι πρωτόγνωροι
σιωπηλές εντάσεις

Ξέρω το βύθισμα καλά
Και το φοβάμαι
Κρύβει οδυνηρές ανατροπές, αιμάσουσες
κι ανοίγει δρόμους στο φοβογόνο άγνωστο

Αλλά, το απρόσμενο πάντα με γέμιζε φως κι ελπίδα. Όπως όταν αφήνεις το κορμί σου να ανεβεί στη επιφάνεια μετά τις καταδύσεις.

*

©Γιώργος Δουατζής
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση