Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Υδρίες

thiveos26.7.16
fav_separator

Και ήταν την στιγμή της πιο ανυπόφορης νοσταλγίας όταν απ΄τα νερά αναδύθηκε στην ωραιοτέρα του εκδοχή το κορίτσι της Κνωσού. Μια ιδέα από ψιμύθιο, αμίλητα όστρακα και έρωτα ήταν εκείνο το ανείπωτο πλάσμα. Έτσι αμετάφραστη βάδισε πάνω στα νερά, αφήνοντας με τα γυμνά της στήθη έκθετη την ομορφιά ενός καλοκαιριού. Τίποτε δεν είπα. Πνίγηκα μες στο μπλε του κοβαλτίου, είδα ξανά τους τόνους που γέννησε κάποτε η Σινώπη. Είπα απόψε γεννιούνται ενώπιόν μου τα χρώματα. Εκείνη τώρα έστεκε μ΄όλα τα φώτα της προκυμαίας καρφωμένα στα μαλλιά της, ανυψωνόταν σαν άλλη κυρά με τα περιστέρια. Είχε πλεγμένο στα δάχτυλά της το χιλιοτραγουδισμένο μίτο της Αριάδνης, είχε βωμούς και ειδώλια και σπασμένους θρόνους γύρω απ΄τ΄ωραίο σώμα. Όχι, δεν θα γράψω ποιήματα για ΄κείνη. Μόνο σπονδές θ΄αφήσω πάνω στα νερά όταν ξανά θ΄αποχωρεί για τα παλιά ανάκτορα. Το πουλίσιο της βλέμμα, μισή σπασμός, μ΄όλα τα περιδέραια του κόσμου πλεγμένα στο λαιμό της, σαν τις υδρίες της οδού Λιοσίων που εδώ και χρόνια προσμένουν ένα στεφάνι στα μαλλιά ή μια ζωγραφιά να τις σώσει απ΄την τόση λήθη. Όχι δεν θα γράψω ποιήματα. Όπως εκείνα που μιλούν για τον Περσέα, για τους καθρέφτες, τον ταύρο της Κρήτης και τον λυριστή Απόλλωνα. Υπόσχομαι πως τίποτε δεν θα μεταφράσω απ΄την φιλήδονή της όψη, έτσι όπως συγκρατεί με τα δυο της χέρια ολόκληρο το σύμπλεγμά των Γερανίων. Θα της προσφέρω τα σπαράγματα ανεξερεύνητων στρωμάτων, θα φορέσω στα μαλλιά της τ΄αδέσποτα επίκρανα που τίποτε δεν σημαίνουν αφού όλοι οι ναοί πια χάθηκαν. Μελισσοκεντρού, μελισσοκεντρού με τους δώδεκα αδελφούς ποιο τραγούδι να σου πω, ποιον γρίφο, για ποιες θάλασσες να σου πω, για ποια  μυστικά.

  Τώρα στέκει με μάτια μαργαριταρένια, σκορπώντας στάχτες στη ζωή μου. Πίσω της, γύρω της παντού προβάλλουν οι πρίγκιπες, τα κρίνα, πρόσωπα που χάθηκαν αιώνες πριν στις εκχωματώσεις της Υέλης, του Μεταποντίου, της Φαιστού.

Θυμάμαι πως κάποτε σε είχα συναντήσει ξανά να διαβαίνεις ήσυχη και απρόσιτη πλάι στα σβησμένα καμίνια του λόφου της Αμιάτα, ακρυλική, με διαδήματα, μ΄ωραίο φόρεμα και όμορφα χτενισμένα μαλλιά, παραδομένα στους ανέμους.

Πριν τη δύση έγινες όνειρο και χάθηκες. Μες στα νερά πέθαινες αφήνοντας νωπογραφίες και φρέσκα στους ουρανούς. Πρώτη ανάμεσα στα πλάσματα του βυθού, ισορροπώντας στις αιχμές των κυμμάτων έπνιξες για πάντα τα φωτεινά σου μάτια.

Ξέρω πως πια δεν θα φανείς, πως εδώ και χρόνια κοιμάσαι στις αίθουσες των θρόνων και σ΄ότι ποτέ δεν θα έλθει στο φως. Ξέρω πως εσύ κρατάς το κλειδί της μυστικής, εκείνης πόρτας που ανοίγει μες στις σκιές. Εσύ το ασύδοτο πάθος που μόνον οι γενναίοι δοκίμασαν. Εσύ ο ποταμός, εσύ ο λαβύρινθος και οι αρχαίες πόλεις.

Η Παριζιάνα, όπως έχει παραδοθεί η τοιχογραφία του παλατιού της Κνωσού υπομνηματίζει μια εκδοχή του διάκοσμου των παλατιών. Ανάλογες νωπογραφίες ανακαλύφθηκαν και σ΄άλλα ανάκτορα. Η αισθητική της ελευθερία στέκει αναλοίωτη. Αν προσέξεις χιλιάδες τέτοιες αναπαραστάσεις αποκαλύπτονται σ΄όλους τους το μεγαλείο κάθε νύχτα, έτσι που η θλίψη σου μάτια μου, τίποτε να μην σημαίνει.

*

©Απόστολου Θηβαίου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Κνωσσός 2013.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

 

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία