Ασημίνα Λαμπράκου, ήμεροι παρελθόντος

lambrakou21.7.16

fav_separator

είχε μιαν όμορφη ημέρα η πόλη και δυο κυπαρίσσια
που σημάδευαν ίσια τον ήλιο γιατί πύρωνε τον κόρφο
των γυναικών και μούσκευε τις παλάμες· γιασεμιά κι
αγιόκλημα στην εξώθυρα· στα παράθυρα γεράνια·
βασιλικό και δυόσμο στα παρτέρια κάτω από τις κλημα-
ταριές· και τα βατράχια που ξέρναγαν βροχές και τα
κρωξίματα
δρόμοι απλοί χωμάτινοι και στάχτες από σπίτια καμένα
κι άλογα που έσερναν το κάρο με τα κιούπια γεμάτα νερό
από τη στέρνα στην άκρη του δρόμου και σκόνη κι ιδρώτα
στα πανώχειλα και τις μασχάλες των αντρών και γέννες

είχε μια όμορφη μέρα η πόλη και πηγάδια· πηγάδια
και κορίτσια δεμένα στη ποδιά της γριάς που έλεγε
τα παραμύθια στον ίσκιο της τριανταφυλλιάς κι η
συκιά στην άκρη του χειμάρρου και τα νερά στη φωνή
των μανάδων καλώντας τις κόρες τους και τ’ αγόρια που
δεν ήξεραν πως να μεγαλώνουν και το χνούδι στα χείλη
κι η φωνή που βάραινε τα βράδια τις προσευχές τους στα
κρεβάτια που τα στένευαν

αυλές· αυλές και χωράφια που γένναγαν πρόσωπα και γέλια
αγοριών και κοριτσιών που τα φώναζαν αψιθιά, αρτεμισία,
φασκόμηλο, αγριοτριανταφυλλιά, κολλιτσίδα, τριφύλλι,
άσφακα κι αγριοκύμινο· αργά κυλώντας στα λιβάδια σα
γρασίδι αστήριχτα· κι άνθη που αποκτούσαν πρόσωπα και
γέλια κοριτσιών κι αγοριών που τα φώναζαν Ισμήνη,
Γεωργία, Μαρία, Μανώλη, Κώστα, Ελένη, Σοφία, Γιάννη
αργά σέρνοντας στα λιβάδια σα γρασίδι αστήριχτα κάτω
απ’ το λευκό και το κίτρινο του ήλιου

είχε μιαν όμορφη ημέρα η πόλη και έναν ήλιο που κάρφωνε
το πρόσωπο του παιδιού που ’χε δυο κέδρους στις στέρνες
των ματιών· χαμόγελο στο χρώμα του πηλού τρεις αυλακιές
νερού στο μέτωπο και βάδιζε τους δρόμους της κρατώντας
στα χέρια ένα κλαδί από χαρτί και το κεφάλι που οδηγούσε
το θάνατο· κι ύστερα άλλους θανάτους κι άλλους κι άλλους·
ώσπου τσακίστηκαν τα πεύκα κι οι δρόμοι από χώμα βγάλανε
δέρμα λουλακί και στόματα από φωνές που δεν ακούγονταν
σκεπασμένες από τσιμέντο κι ήχους ασθενοφόρων που διέ-
τρεχαν την πόλη δοκιμάζοντας σειρήνες και ζαντολάστιχα και
πηγάδια με ίσκιους από νερόφυλλα και στέρνες φυλακισμένες
σε μάτια παιδιών που διέσχιζαν τον τόπο· άνθρωποι πια βουβοί
φορώντας βλέμματα τυφλών κι αισθήσεις δανεικές εταιρειών
κάτω από κίτρινο του ήλιου πλαστικό και νέφη αιθαλομένα·
πηχτές κραυγές έφερνε ο άνεμος τα βράδια και την ημέρα που
το άστρο τρόμαζε από φθινόπωρο και χειμώνες ακούγονταν το
σούρσιμο των αγοριών και των κοριτσιών κάτω απ’ τα τσιμέντα
της πόλης· άηχη αμφιβολία ανασυρμένη από μνήμες σωμάτων
κι ερώτων

είχε μιαν όμορφη ημέρα η πόλη και τσιμέντο
τσιμέντο και μιαν αορτή από μπετόν πάνω απ’ τα
κυπαρίσσια που κάποτε σημάδεψαν τον ήλιο κατάστηθα να
τον πληγώσουν που στέγνωνε το λαιμό των γυναικών και
μούσκευε τις ανοιχτές παλάμες των παλικαριών στον ίσκιο
της συκιάς και του πεύκου στην άκρη του χειμάρρου και τη
στέρνα με τα βατράχια και τα νερολούλουδα· το αγιόκλημα
τις κληματαριές και το γιασεμί στα βλέμματα των μανάδων·
εικόνες μιας απουσίας κι ήμεροι παρελθόντος στους δρόμους
της πόλης που είχε μιαν όμορφη ημέρα ._

*
©Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση