Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Η μακρινή χώρα του Μάκη

petritsi7.7.16

fav_separator

Όταν ήμουν μικρή είχα κάτι ρομαντικές τάσεις φυγής. Γύρω στα δέκα είχα και ένα φανταστικό άλογο που το έλεγαν Ντεπίνο. Το σώμα του ήταν ένα κοντάρι σκούπας και το κεφάλι του μια ομπρελίτσα από αυτές τις πολύχρωμες που βάζουν στα παγωτά. Τον καβάλαγα και καλπάζαμε μαζί στην αυλή του σπιτιού μου, κάτω από τις λεμονιές. Η σχέση μας ήταν αρμονική και επαρκής για μένα. Εκείνος δεν μιλούσε και πολύ. Ένα πρωί ετοίμασα τη βαλίτσα μου και αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα. Ήταν ένα πλαστικό ροζ βαλιτσάκι που έμοιαζε με γυναικεία τσάντα χειρός, γεμάτο χρωματιστά κουμπιά που κουδούνιζαν όταν περπατούσα. Ήταν όλα μεγάλα σαν πιατάκια του γλυκού από παιδικό σερβίτσιο και στολισμένα με κάτι ψεύτικα γυαλιστερά πετράδια. Εκείνη την ημέρα, ενώ όλα έδειχναν ευνοϊκά, στο τέλος κάτι πήγε στραβά και όταν βγήκα στην αυλή ο Ντεπίνο είχε εξαφανιστεί. Το ίδιο μεσημέρι εξαφανίστηκε και η βαλίτσα μου με τα φανταιζί κουμπιά που έμοιαζαν με πιατάκια. Η μητέρα μου μας είχε καταλάβει και αποφάσισε πως δεν είχε χρόνο για αναζητήσεις μέσω Ερυθρού Σταυρού, κι έτσι η απόδραση αναβλήθηκε.

Στο Γυμνάσιο, την ώρα του διαλείμματος, μου άρεσε να κρεμιέμαι από τα κάγκελα του μπαλκονιού της τάξης και να κοιτάζω την εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών, που ήταν πάντοτε γεμάτη νταλίκες. «Θα φύγω», σκεφτόμουν και ήδη είχα στρογγυλοκαθίσει στη θέση του συνοδηγού, δίπλα σε έναν άγνωστο μουστακαλή νταλικέρη με χοντρή κοιλιά, που μύριζε ρετσίνα, άκουγε Πόλυ Πάνου στο ραδιόφωνο και με το άλλο χέρι έπαιζε ένα κίτρινο κομπολόι πολύ μάγκικα και ωραία. Καθ’ οδόν μου μιλούσε για ένα σπουδαίο κωλόμπαρο που θα με πήγαινε και που κάποτε το είχε γκρεμίσει ένας Μάκης. Τις περισσότερες φορές έβρεχε στο δρόμο. Οι τάσεις φυγής μου, ως άλλες ελπίδες, αναπτερώνονταν μόνο τους χειμώνες.

Τελικά με ένα αεροπλάνο έφυγα μετά από χρόνια, βαριεστημένη, χωρίς ίχνος ρομαντισμού ή περιπετειώδους διάθεσης. Έκτοτε αναρωτιέμαι τι ήταν πιο σημαντικό όταν οι τάσεις φυγής μου πεινούσαν ακόμα: τα χρωματιστά κουμπιά από τα γυναικεία παλτά που είχαν γίνει κουρέλια, το κεφάλι του Ντεπίνο που μου θύμιζε ουράνιο τόξο ή ο μπεκρής νταλικέρης στην Κορίνθου-Πατρών που στις 9.45′ το πρωί έσπαγε τις μαθηματικές εξισώσεις του κυρίου Πρινέα στα δύο και με έβαζε να ακούω τα άπαντα της Πόλυς Πάνου από τα ερτζιανά, δίνοντάς μου υποσχέσεις για μια ζωή με τελείως διαφορετικά ωράρια εργασίας στη μακρινή χώρα του Μάκη;

*

©Μαρία Πετρίτση
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Praça do Comércio, Lisboa 2015.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Οι ιστορίες της Πέμπτης, Πεζογραφία