Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: «Τσεκουράτος Ρεούσης»

pastakas3.6.16

φωτο: από vakxikon.gr

favicon

Ο ποιητής είναι οι καταβολές του. Ή για να ακριβολογήσω, οι ποιητές μεταξύ άλλων διαχωρίζονται σε αυτούς που είναι υπερήφανοι για την καταγωγή τους και σ’ εκείνους που την αποκρύπτουν επιμελώς, από το φόβο πως θα τους περάσουν ως μιμητές. Ο Κώστας Ρεούσης έλκει την καταγωγή του από τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Εγγονόπουλο έως τον Καρούζο. Μνημονεύει Τριστάν Τζαρά και αφήνει στους αναγνώστες του να ανακαλύψουν τη συγγένειά του με τον Άουγκουστ Στραμ.

Διαβάζοντας  το «Τσεκούρι», (ο ωραιότερος τίτλος για ποιητική συλλογή εδώ και κανά-δυο δεκαετίες: «Ένα τσεκούρι κάθεται», με υπότιτλο «στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας»), ο αναγνώστης έχει να αντιμετωπίσει μονολεκτικούς στίχους, όπως αυτούς του Στραμ που μας έμαθε πρόσφατα με τη μετάφραση του έργου του ο Νίκος Βουτυρόπουλος. Η πλήρης αποδόμηση του ποιήματος σε στίχους (δες τον Εουτζένιο Μοντάλε που επιλέγει τον τίτλο «Τα άπαντα των στίχων» από το γνωστό και καθιερωμένο ποίηση ή ποιήματα), και η παραπέρα διάλυση του στίχου σε λέξεις, σε μια μόνη λέξη, που ήταν η τελευταία επίσημη πρόταση του περασμένου αιώνα (βλέπε Πάουλ Τσέλαν), για τον τρόπο να γράφουμε ποίηση. Πριν απ’ τον Τσέλαν όμως υπήρξε ο Στραμ του οποίου την ποιητική μιμήθηκε ο Τσέλαν κι ανάγοντάς την ταυτόχρονα σε κραταιή πρόταση ποιητικής.

Η ποιητική του Κώστα Ρεούση έρχεται να μας τα θυμίσει όλα αυτά: τσεκουράτες λέξεις, από το καθημερινό μας λεξιλόγιο αποκτούν την ατσάλινη γεύση αυτού που ήρθε να κόψει το γόρδιο δεσμό. Είτε αυτός είναι το γλωσσικό μας αλαλούμ είτε η πολιτική κατάσταση της Νήσου Κύπρου. Κανείς δεν ξεφεύγει από το τσεκούρι του ποιητή: ομότεχνοι που τρέχουν πίσω από πρότζεκτ, βιβλιοπώλες μπακάληδες, κυρίες των τεχνών και μαϊντανοί πολιτιστικών εκδηλώσεων. Το υποκείμενο που εκφέρει το λόγο, όπως συμβαίνει τελευταία και στους ποιητές της γενιάς του και στους νεότερους, είναι ο ίδιος ο ποιητής. Με μια σημαντική διαφοροποίηση, ωστόσο: ενώ οι περισσότεροι αναλίσκονται σε ένα ποιητικό υποκείμενο που διάγει μια ζωή πιο βαρετή από τη δική μας, ο Ρεούσης έκανε τον ίδιο ποιητή, είναι το αποτέλεσμα των στίχων του. Ο ενσαρκωμένος ποιητής. Ο Ρεούσης με σάρκα και οστά γράφει ποιήματα με την παρουσία του και μόνο: σε πλήρη ταύτιση ατόμου και περσόνας.

Σίγουρα, η πρόσφατη ενασχόληση των νέων ποιητών με το ποιητικό υποκείμενο και η αναγωγή του ποιητή ως πρωταγωνιστή των ποιημάτων του υποδηλώνει μια ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της αιτίας ύπαρξης της ίδιας της ποίησης στις μέρες μας. Τη βαθιά αγωνία να δοθεί μια παρηγορητική απάντηση στο απλό ερώτημα… «αν χρειαζόμαστε ακόμη τα ποιήματα». Ο Ρεούσης δεν γνωρίζει παρόμοια ρητορικά αδιέξοδα: ένθεος ποιητής μιλάει τη γλώσσα που του παραδόθηκε μέσα από άπειρα διαβάσματα. Όταν πριν δέκα χρόνια στην παλιά Λευκωσία, εκεί στο καφενείο «Καλά καθούμενα», πετάχτηκε όρθιος και μου φώναξε συνωμοτικά «θα τους στείλω όλους αδιάβαστους, Παστάκα», δεν τον κατάλαβα και μάλλον ανησύχησα για το φίλο μου. Όχι, ο Ρεούσης δεν ήθελε να βγάλει κανέναν από τη μέση: ήθελε απλώς να μου επισημάνει τα ελλιπή έως ανύπαρκτα αναγνώσματα των ομοτέχνων του.

Ήρθα λοιπόν να σας επιβεβαιώσω πως ο Ρεούσης έχει στείλει αδιάβαστο πολύ κόσμο από τότε κι ας υποκρίνεται πως το τσεκούρι του «κάθεται».

*

©Σωτήρης Παστάκας -Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Ρεούση, «Ένα τσεκούρι κάθεται», εκδ. Φαρφουλάς, 2015, στις 11 Απριλίου του 2016, στη «Γαζία», στη Θεσσαλονίκη.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

Comments Off

Filed under critique, Αποκαΐδια, ελληνική λογοτεχνία