Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Η διάθεση για τραγούδι στον Στέλιο Ντόμαλη

stelios
fav_separator

«…ανέβασες το ρύγχος μου προς τον ουρανό
και σαν το λύκο θέλω να ουρλιάξω;»

Η διαδικασία της έμπνευσης στον Στέλιο Ντόμαλη, (στο βιβλίο του «Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ-32 κείμενα και 15 ποιήματα», που κυκλοφόρησε στη Λάρισα τον Αύγουστο του 1995, με ασπρόμαυρες φωτογραφίες του γιου του Αποστόλη Ντόμαλη), μας επιτρέπει να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά στο εργαστήρι του συγγραφέα: να κατανοήσουμε τις αφορμές και τα υποκείμενα πάνω στα οποία θα ξεδιπλώσει το τραγούδι του. Ο Στέλιος Ντόμαλης είναι ένας ονοματοποιητικός ποιητής: πιστεύει ακράδαντα στην ονοματοποίηση, στη γενεσιουργό δύναμη των λέξεων. Ελπίζει πως με τη διαδικασία της ονοματοποίησης, ονομάζοντας δηλαδή και βαφτίζοντας τον κόσμο εξ’ αρχής, επιτελεί το έργο του δημιουργού, και υποδύεται σε μια εποχή «που έχουν πεθάνει τα νοήματα» τον αρχέγονο ποιητή που θα σώσει τον κόσμο μόνο και μόνο δια της ονοματοποιητικής διαδικασίας.  Από αυτή την εσωτερική του πεποίθηση πηγάζει και ο τρόπος της γραφής του, που δεν λέει να κοπάσει αν δεν καταφέρει να «σώσει» το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου (από τότε που έγινε η μεγάλη έκρηξη, όπως γράφει ο ίδιος), μέχρι την ενατένιση του μηδενός και την ανακάλυψη ενός «αντικόσμου». Ένας αντικόσμος γιομάτος θρύλους για το παραμικρό αντικείμενο… Ένας δοσμένος κόσμος δεν μπορεί παρά να είναι φτωχός και ποιος είναι αυτός που μπορεί να χαρίσει κάτι υπέροχο; Όλοι χαρίζουν από το περίσσευμά τους, μα εσύ δεν μπορείς να ζεις με ψίχουλα, θέλεις να δώσεις στον εαυτό σου τα πάντα, και εντελώς καινούργια… έτσι μόνο θα πλάσεις έναν κόσμο που να σου ταιριάζει.

Πλάστης λοιπόν, ποιητής ο Στέλιος Ντόμαλης, όπως και άλλοι ποιητές της γενιάς του, (ως γνωστόν τη γενιά μας δεν την επιλέγουμε αλλά τη χρεωνόμαστε, κι ο Ντόμαλης γεννημένος το 1935 ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, στην επονομαζόμενη «γενιά της ήττας») δεν είναι καθόλου τυχαίο που επέλεξε για συνομιλητή του τον Νικηφόρο Βρεττάκο, με τον οποίον αλληλογραφούσε συχνά-πυκνά, αισθανόμενος έντονη συγγένεια με το έργο του και την πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο. Δυστυχώς σε μια κακιά στιγμή, ο Ντόμαλης έκαψε όλη την αλληλογραφία του με τους ποιητές της γενιάς του κι ανάμεσα σε αυτές τις επιστολές και τα γράμματα του Βρεττάκου. Αυτό το δραματικό γεγονός φωτίζει και την διαφορετική ιδιοσυγκρασία του Λαρισαίου ποιητή: ένας μηδενιστικός τρόπος αντίληψης της ζωής αρχίζει να διαγράφεται στην τροχιά της σκέψης του: αν στην πλειοψηφία των έργων του εξυμνεί την αγάπη, την ειρήνη, τον ανθρωπισμό και το Θεσσαλικό τοπίο, στον ύστερο Ντόμαλη διακρίνουμε το εσχατολογικό βλέμμα που μας άφησε κληρονομιά ο εικοστός αιώνας. Σ’ αυτόν το απομαγευμένο κόσμο, όπου το μόνο διακύβευμα είναι πλέον η καθημερινή μας επιβίωση και όχι ένα καλύτερο μέλλον, ο ποιητής αναγνωρίζει ως χρέος τη δημιουργία μιας νέας μαγείας. Η έμπνευση προσλαμβάνει τη μορφή της διάθεσης. Γίνεται κατά τον ποιητή μια διάθεση που έχει την παγκοσμιότητα στο βλέμμα της, όλες τις εκτάσεις στα πόδια της, και στο κορμί της τέτοια θέληση, που λες κι έχει μια τροχιά ανάλλαχτη από τότε που έγινε η μεγάλη έκρηξη και δημιουργήθηκε ο σημερινός κόσμος.

Αυτή τη διάθεση να δημιουργήσουμε από μόνοι μας την επόμενη κοσμοϊστορική στιγμή, είναι και το ύστατο δώρο του ποιητή στους αναγνώστες του. 

(διαβάστηκε στις 10/04/2016 στον «Χορίαμβο», στη Λάρισα στην πρώτη τιμητική βραδιά για τον Στέλιο Ντόμαλη)

©Σωτήρης Παστάκας

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under critique, Αποκαΐδια, ελληνική λογοτεχνία