Alfonso Gatto, “γεύση της πόλης μιλημένη στον άνεμο” -μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής

kentrotis16.4.16
fav_separator
ΤΗΝ ΑΥΓΗ
Όπως η γυναίκα βυθίζεται και λέει έλα
μέσα όλο πιο μέσα όπου πλαταίνει η θάλασσα
Όπως η γυναίκα είναι θερμή και λέει έλα
μέσα όλο πιο μέσα όπου ψωμί έχει ζεστό
εσύ να της λες τη θάλασσα θα θέλαμε ψωμί
τη γυναίκα την αποκαμωμένη που μας πήρε την αυγή
στον κόρφο της και ύπνο μας ετάισε.
fav_separator
ΠΟΙΗΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟ
Του καλοκαιριού τις νύχτες τις μεγάλες
που δεν κινείται τίποτα πιο πέρα
από το φωτεινό φίλτρο των φιλιών, η όψη σου
είναι όνειρο στα χέρια τα δικά μου.
Αλαργινή σαν τα μάτια σου
ήρθες εδώ από τη θάλασσα,
από τον άνεμο που ταιριάζει στην ψυχή.
Και φιλάς, φιλάς με πάθος, με πάθος,
ώσπου στεγνό το στόμα
σαν τη νύχτα μένει μισάνοιχτο
να πάει μακριά με την ανάσα σου.
Ζεις τώρα, ζεις
το όνειρο που υπάρχει και που ’ναι αληθινό.
Χρόνια σ’ έψαχνα, χρόνια.
Και σε σφίγγω για να σου πω πως τα όνειρα
σαν την όψη σου είναι πανέμορφα
και αλαργινά σαν τα μάτια τα δικά σου.
Και το φιλί που γυρεύω – το φιλί είναι η ψυχή.
fav_separator
ΕΡΩΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
Μια νύχτα κοντά στο σπίτι της
και απ’ το ανοιχτό μπαλκόνι στη γλυκιά
νύχτα του Νότου, η γυναίκα μού φάνηκε
μι’ άπληστη δίνη σαν νερό
παγωμένο. Και δίχως ποτέ να γυρίσει,
ανεβαίνει ο φωτεινός λαιμός, κατεβαίνει στο σκοτάδι
των ματιών αδηφάγος, σταθερός και αδηφάγος.
Με στόμα ανοιγμένο στη βροχή, ένα μαύρο
τσαμπί τής άφηνε στάλα τη στάλα
γεύση της πόλης μιλημένη στον άνεμο.
 *

Μετάφραση ©Γιώργος Κεντρωτής.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία, ποίηση