Δημήτρης Μαμαλούκας, Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών -προδημοσίευση

Εκδόσεις Κέδρος

mamaloukas15.4.16

Την ΤΡΙΤΗ, 24 Μαΐου, στις 8.30 μμ. Οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ παρουσιάζουν στον ΙΑΝΟ το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα με τίτλο Ο κρυφός πυρήνας των ερυθρών ταξιαρχιών. Θα μιλήσουν οι: Πέτρος Τατσόπουλος, συγγραφέας, Νίκος Κουρμουλής, δημοσιογράφος. Αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αυγουστίνος Ρεμούνδος

fav_separator

Κεφάλαιο 1
Πυρήνας «Φραντσέσκο Λορούσο»

I

Μιλάνο, 20 Μαρτίου 1979
06.01

Η παγωμένη νύχτα σπάει σιγά σιγά κι αρχίζει να χαράζει. Μέσα στο διαμέρισμα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Ακούγεται μόνο το ρολόι της κουζίνας. Τικ Τακ. Δεν υπάρχει θέρμανση και κάνει ένα διαολεμένο κρύο. Στο μικρό μπαλκόνι κρέμεται ένα θερμόμετρο. Δείχνει πλην τέσσερις βαθμούς. Όλα τα τζάμια είναι θολωμένα.

Μιλάνο, συνοικία Λαμπράτε.

Είναι ένα ευρύχωρο διαμέρισμα με δύο κρεβατοκάμαρες και ένα σαλόνι το οποίο έχει μετατραπεί επίσης σε κρεβατοκάμαρα. Ο χώρος της κουζίνας είναι αρκετά μεγάλος και γύρω από ένα άσπρο στρογγυλό τραπέζι υπάρχουν τέσσερις καρέκλες και δυο σκαμνιά. Το φως της ημέρας που μπαίνει από την μπαλκονόπορτα φωτίζει δειλά το χώρο. Άσπρα πλακάκια, μπεζ ντουλάπια, λευκές συσκευές. Πλυντήριο, κουζίνα. Μωσαϊκό στο δάπεδο. Σε μια άκρη ένα ζευγάρι μπότες. Σε κάθε γωνιά σκόνες που μπλέκονται μαζί με τρίχες. Ένας λεκές από καφέ, ψίχουλα ψωμιού παντού. Στο τραπέζι υπάρχουν ακόμα τα λερωμένα πιάτα από τη χθεσινή μακαρονάδα. Τρία μπουκάλια φτηνό κρασί. Άδεια. Ένα ξεροκόμματο, ένα άδειο πακέτο τσιγάρα, μια λερωμένη πετσέτα, δυο τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα. Ο νεροχύτης είναι γεμάτος άπλυτα σκεύη, ενώ γύρω από τα μάτια της κουζίνας στοιβάζεται λίγδα μηνών.

Όταν χτυπάει το πρώτο ξυπνητήρι. Συνολικά θα χτυπήσουν τρία. Οι ένοικοι σηκώνονται σιγά σιγά. Παπλώματα και κουβέρτες που ανασηκώνονται. Δεν ακούγονται ομιλίες. Μόνο μουρμουρητά.

«Είναι ώρα;»

«Ναι».

Το μπάνιο είναι μόνο ένα. Κανείς όμως δεν καθυστερεί. Δύο καφετιέρες μπαίνουν στα μάτια. Κρύο μέσα στο σπίτι. Οι αναπνοές φαίνονται. Νυσταγμένα κόκκινα μάτια. Καμιά κουβέντα. Όλοι αισθάνονται έτοιμοι. Ένας ακούει μόνο το χτύπο της καρδιάς του. Ένας άλλος σκέφτεται ότι το βράδυ με δυο ποτήρια κρασί όλα μοιάζουν πιο εύκολα. Και το πρωί πιο δύσκολα. Σχεδόν ακατόρθωτα.

Το σπίτι αυτό οι αστυνομικοί θα το χαρακτήριζαν γιάφκα. Κι οι ένοικοι το αποκαλούν κρησφύγετο. Κλέφτες κι αστυνόμοι. Ή σχεδόν.

Το κουδούνι από κάτω σπάει τη σιωπή, ταράζει τα νεύρα. Ακούγεται ένα συνθηματικό κι ανοίγουν. Είναι ένας σύντροφος. Είναι στην ώρα του, τον περιμένουν. Σε δευτερόλεπτα ένας άντρας μπαίνει στην κουζίνα κρατώντας ένα μεγάλο γκρίζο σάκο. Μέσα είναι τα όπλα που θα χρησιμοποιήσουν.

«Όλα εντάξει;»

«Εντάξει».

Χτυπάει το τηλέφωνο. Λίγα λόγια, σχεδόν συνθηματικά. Είναι οι δύο τσιλιαδόροι.

«Πάμε;» ρωτάνε.

«Πάμε» τους απαντάνε.

Κλείνουν και φεύγουν. Εύκολος ρόλος. Θα δουν αν όλα θα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Αν θα φύγει ο στόχος. Όπως φεύγει κάθε πρωί. Όχι, είναι δύσκολο να στραβώσει η δουλειά στην αρχή.

Ξαναγυρνάμε στην κουζίνα. Τώρα όλοι κάθονται γύρω από το τραπέζι και πίνουν καφέ. Είναι όλοι κάτω από είκοσι εφτά χρονών μα τα πρόσωπά τους μοιάζουν κουρασμένα, γερασμένα. Μερικοί έχουν ακόμα μαλακές τρίχες αντί για γένια. Θα μπορούσαν να είναι ακόμα μαθητές. Είναι παιδιά που μεγάλωσαν απότομα. Ή τουλάχιστον θέλουν να πιστεύουν ότι μεγάλωσαν. Ότι έγιναν άντρες. Έχουν μακριά μαλλιά και φοράνε φτηνά ρούχα αγορασμένα από το μερκάτο. Κλειστοί λαιμοί, ζιβάγκο, πουκάμισα με έντονα χρώματα, φθαρμένα σακάκια, παπούτσια με στραβές σόλες, έτοιμες να τρυπήσουν.

Τώρα δύο έχουν μια συζήτηση. Μιλάνε χαμηλόφωνα για άσχετα θέματα. Ένας άλλος θυμάται το γάλα που του ετοίμαζε η μητέρα του. Ένας άλλος σκέφτεται μια κοπέλα. Ξαφνικά εκείνος που έφερε τα όπλα σπάει τη σιωπή.

«Έτοιμοι όλοι;»

Κοιτάζονται. Οι δύο που συζητούσαν σωπαίνουν απότομα. Μίλα εσύ πρώτος. Όχι εσύ. Να, ένας μίλησε.

«Έτοιμοι».

Ο άντρας κοιτάζει τους υπόλοιπους.

«Έτοιμοι;» ξαναρωτάει.

Ένας ένας επαναλαμβάνουν «έτοιμοι». Δυο το λένε, αλλά δεν το πιστεύουν. Ο ένας προσπαθεί να καταπολεμήσει το ρίγος που τον δονεί ολόκληρο. Το ρολόι της κουζίνας χτυπάει κανονικά. Η ώρα είναι ακριβώς έξι και είκοσι τρία. Μ’ ένα νεύμα του αρχηγού τους αδειάζουν τα φλιτζάνια και καθαρίζουν το τραπέζι.

Λίγο μετά ο αρχηγός ανοίγει το σάκο και τους μοιράζει τα όπλα. Οι μεταλλικοί ήχοι πλημμυρίζουν το δωμάτιο. Περίστροφα Μπερέτα κι ένα οπλοπολυβόλο Σκόρπιον. Ένα άλλο όπλο τσέχικης κατασκευής. Γεμιστήρες, σφαίρες. Όλοι τα δοκιμάζουν. Όλοι δείχνουν έμπειροι, δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους κανένα βλέμμα απορίας ή έκκλησης για βοήθεια.

Σηκώνονται και φοράνε τα μπουφάν ή τα σακάκια τους, κρύβοντας τα όπλα. Η ώρα είναι εφτά παρά είκοσι.

Σε λιγότερο από μια ώρα ο αρχηγός τους θα είναι νεκρός.

II

06.53

Ο Τζανπιέρο Ντε Σάντις κλείνει πίσω του τη βαριά ξύλινη πόρτα και βγαίνει στον κήπο της βίλας του. Περπατάει λίγα μέτρα μέχρι το γκαράζ του. Φοράει δερμάτινα χειροποίητα παπούτσια, μάλλινο παντελόνι, ακριβό σακάκι, μπεζ καμπαρντίνα και μια γραβάτα από κασμίρ. Είναι πενήντα εννιά ετών, κοντός και χοντρούλης με στρογγυλά κάτασπρα δάχτυλα. Είναι ένας άνθρωπος που δεν υψώνει ποτέ τη φωνή του ούτε θυμώνει εύκολα. Όσοι τον έχουν γνωρίσει απορούν πώς αυτός ο άνθρωπος είναι ο ιδρυτής και ιδιοκτήτης ενός μεγάλου εργοστασίου ελαστικών αυτοκινήτων που αριθμεί γύρω στους τετρακόσιους υπαλλήλους.

Ο βιομήχανος πατάει το κουμπί κι η ηλεκτρική πόρτα του γκαράζ σηκώνεται αργά χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο. Όταν τελειώσει τη διαδρομή της, εκείνος κοντοστέκεται για λίγο για να θαυμάσει το αυτοκίνητο που είναι κλεισμένο μέσα. Είναι ολοκαίνουργιο, το έχει μόνο λίγες μέρες. Είναι μια κατακόκκινη Maserati Merak. Το αγόρασε ευκαιρία, σχεδόν μισοτιμής. Μεταξύ των πλούσιων φίλων του δεν είναι μυστικό ότι η εταιρία δεν πάει καλά, στις αποθήκες τους υπάρχουν πολλές δεκάδες απούλητες Merak όσο και Khamsin.

Μπαίνει με μικρή δυσκολία αφού κάθεται σχεδόν στο έδαφος, βάζει μπροστά και προχωράει μερικά μέτρα αφήνοντας τον κινητήρα να δουλεύει. Κλείνει πίσω του την πόρτα του γκαράζ και μένει εκεί, να χαζεύει τα δέντρα στον κήπο μυρίζοντας το ολοκαίνουργιο δέρμα των καθισμάτων. Δίπλα, στη βίλα, η γυναίκα του κοιμάται ακόμα, το ίδιο και τα δυο του παιδιά. Έχει δύο κόρες είκοσι πέντε και είκοσι τριών χρονών που μένουν μαζί τους. Δεν είναι παντρεμένες, δεν έχει ακόμα εγγόνια. Τώρα σκέφτεται πως θέλει πολύ έναν εγγονό, ένα αγόρι, αντί για το γιο που δεν απέκτησε ποτέ. Χαμογελάει στη σκέψη ότι θα πηγαίνουν μαζί στο γήπεδο ή για ψάρεμα.

Κοιτάζει το ρολόι του, ένα χρυσό Vacheron Konstantin. Τα πέντε λεπτά της προθέρμανσης του κινητήρα έχουν σχεδόν συμπληρωθεί. Ο βιομήχανος βάζει την πρώτη και ξεκινάει. Πατάει το κουμπί της αυτόματης πόρτας και βγαίνει στο δρόμο. Η καφετιά Alfetta χωρίς διακριτικά είναι εκεί. Κοιτάζει τους δυο αστυνομικούς και τους κάνει νόημα. Ο οδηγός του σηκώνει το χέρι ότι όλα είναι εντάξει και μπορεί να προχωρήσει. Η υγρασία που έχει θολώσει τα τζάμια εμποδίζει τον Ντε Σάντις να διακρίνει ότι πίσω απ’ το τιμόνι της Alfetta δεν είναι ο οδηγός που τον συνοδεύει κάθε πρωί. Δε θα το μάθει ποτέ. Πατάει το γκάζι στον άδειο δρόμο και με μια ματιά στον καθρέφτη ελέγχει αν τον ακολουθεί το όχημα με τους δυο αστυνομικούς. Είναι πίσω του κανονικά. Άλλη μια μέρα ξεκινάει. Μα δε θα είναι όπως οι άλλες.

III

07.14

Η πρωινή ομίχλη διαλύεται καθώς η πόλη ξυπνάει σιγά σιγά. Οι δρόμοι γεμίζουν αργά από αυτοκίνητα, λεωφορεία και φορτηγά. Κόσμος που πηγαίνει στη δουλειά του. Η ζωή κυλάει στη ρουτίνα της. Μια σύντομη στάση στα μπαρ για έναν καφέ, ένας χαιρετισμός, ένα χαμόγελο, σκέψεις, έγνοιες.

Τρίτη 20 Μαρτίου 1979. Μια συνηθισμένη μέρα σαν όλες τις άλλες. Πριν δυο μέρες το ντέρμπι Ίντερ Μίλαν έληξε ισόπαλο 2-2 έπειτα από ένα αγωνιώδες ματς κι όλοι συζητάνε ακόμα γι’ αυτό.

Σε μια άκρη της πόλης, ανάμεσα στα πολλά μικρά και φτηνά αυτοκίνητα, κινείται μια κόκκινη Maserati. Ο τρίλιτρος κινητήρας της πίσω απ’ την πλάτη του Ντε Σάντις βγάζει ένα ωραίο γουργουρητό. Ο βιομήχανος οδηγεί κανονικά, χωρίς να τρέχει, αλλά ούτε να πηγαίνει σιγά. Δεν είναι νευρικός, δεν ανησυχεί, θεωρεί υπερβολική την αστυνομία που του επέβαλλε ένα συνοδευτικό αυτοκίνητο στο δρόμο για το εργοστάσιό του, μετά από απειλές και διαμαρτυρίες που είχε από διάφορες αριστερές ομάδες και συνδικάτα. Ο ίδιος πιστεύει ότι οι τρομοκράτες έχουν άλλους στόχους, πολύ πιο σημαντικούς από αυτόν.

Κάνει λάθος.

Λίγα μέτρα πίσω του η Alfetta κυλάει επιθετικά στο δρόμο με το στροφόμετρο να χορεύει ψηλά, αφού ο αστυνομικός Μάσιμο Πεκοράρο την οδηγεί νευρικά πατώντας γκάζι και φρένο συνεχώς στην προσπάθειά του να μείνει όσο πιο κοντά γίνεται στην κόκκινη Maserati.

Διασχίζουν ένα μεγάλο περιφερειακό και στρίβουν σε μια έξοδο. Απομένει ακόμα ένα κομμάτι πόλης κι έπειτα θα κινηθούν σε μια πιο αραιοκατοικημένη περιοχή.

Ούτε ένα χιλιόμετρο παρακάτω δυο αυτοκίνητα περιμένουν με τις μηχανές αναμμένες. Και τα δύο έχουν από τρεις επιβαίνοντες. Όλοι οπλισμένοι. Όλοι έτοιμοι για όλα. Ή μήπως όχι; Οι πέντε καπνίζουν και πετάνε τις γόπες έξω απ’ τα θολωμένα παράθυρα. Τα ραδιόφωνα ακούγονται συντονισμένα σιγανά στις ειδήσεις. Οι τσιλιαδόροι δεν ειδοποίησαν. Άρα όλα πάνε με το σχέδιο. Η κόκκινη Maserati του βιομήχανου θα πρέπει να εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή.

«Έτοιμος;» ρωτάει πάλι εκείνος που έφερε τα όπλα.

«Έτοιμος» του απαντάει ο οδηγός του αυτοκίνητου. Βρίσκονται μέσα σε μια μαύρη Giulietta 1.6, το δεύτερο όχημα της επιχείρησης. Δίπλα του βρίσκεται το πρώτο όχημα: ένα γκρίζο Fiat Mirafiori 131.

Έχουν κάνει πρόβες, έχουν μελετήσει και συζητήσει πολύ για το χτύπημα. Ξέρουν το στόχο τους, ξέρουν τη δουλειά τους. Ή μήπως όχι;

Αυτό θα είναι το πρώτο τους χτύπημα κι έτσι θα κάνουν γνωστό τον πυρήνα τους. Ένας πυρήνας που είναι αφιερωμένος και φέρει το όνομα ενός αγωνιστή που σκότωσαν οι καραμπινιέροι δυο χρόνια πριν στην Μπολόνια.

Το σημείο όπου στέκονται τους επιτρέπει να βλέπουν την προηγούμενη στροφή του δρόμου. Πρώτος διακρίνει το κόκκινο αυτοκίνητο του βιομήχανου ο συνοδηγός στο Mirafiori, ο Τζόρτζιο Φεράντε. Ο αρχηγός του πυρήνα.

«Να το! Ετοιμάσου!»

*

©Δημήτρης Μαμαλούκας

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία