Γιάννης Σκληβανιώτης, σε νερομάνες στέρφες με μαρμαρωμένα ξωτικά -ποίηση

sklivaniotis23.3.16

fav-3

Μνήμη λέγε

Μνήμη λέγε
Πάντα λέγε το κόκκινο που πότιζε τη γκρίζα χλόη.
Το μέτωπο που λάξευε το τοίχο.
Τη σκεβρή παλάμη που σκούριαζε το σίδερο.
Την αδειανή όραση.
Τους ξεθεμελιωμένους φράχτες που δάγκωναν την κραυγή.
Τη σακάτισσα πάνινη κούκλα που ψιθύριζε μυστικά στη μικρή Μαρία.
Το μέλλον του χθες που γέμισε τους αγρούς σποδό.
Μνήμη λέγε.
Πάντα λέγε τα χάρτινα, τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια.
Χάρτινα όλα, αναίσθητα, απλώνονταν να στεγνώσουν απ’ το βάλτο στο σύρμα.
Η βροχή συντρέχει την υλακή των λύκων στα μέλανα δάση.
Το ψύχος, την καθαρότητα του σπέρματος.
Την αντισηψία των δαχτύλων.
Το διηνεκές της επανάληψης, της φονικής μετάνοιας.
Μνήμη πάντα λέγε.
Πάντα λέγε για το φονικό σκοτάδι που κρύβει κάθε αυγή.

[Από τη συλλογή “Jazz” εκδ. Μπαρτζουλιάνος 2010]

fav-3

Διάτα στον Μαύρο εσύ δώσε

Στον Άκανθο

Κοίτα χάραμα νάναι σα ρθει η ώρα για κει που θα κινήσεις
Το ζο μη ζαλώσεις με πραμάτεια, μήδε χάμουρα πλουμιά
μήδε γκέμια με χάντρες για τα κακά τα μάτια
Μόνο γυμνός σαν τότε πούρθες στη ράχη του πήδα
- μη αντεριέσαι, αντρίκια ειν’ τα δέντρα το χειμώνα χωρίς φύλλα
σφιξ’ τα κανιά στου μαύρου τα παΐδια
αγκάλιασε σφιχτά το σβέρκο του κι αμόλα
Σε κοιμισμένες πολιτείες με κόκαλα σπαρμένα σε μπαΐρια
σε νερομάνες στέρφες με μαρμαρωμένα ξωτικά
σε σχολασμένα πανηγύρια
θ’ ακούγεται το πέταλο σ’ αποσταμένα καλντερίμια
Κι ως έρθει το γέρμα χωρίς ταχιά
κι ιδρός σα στάξει στο φαρί στη μαύρη τρίχα
στου Μαυροπόταμου το έμπα μη ξεχνιέσαι
Γρίκα της βάβως το νανάρισμα στιγμή στερνή
του Πετρολούκα τ’ αρμυρό το μοιρολόι
και διάτα στον Μαύρο δώσε συ το ξύλο αργά να λάμνει
για του κάτω κόσμου τ’ αχολόι

[Από τη συλλογή «Σονάτες για φωνή και σιωπή» εκδ. Μπαρτζουλιάνος 2012]

fav-3

Ανεργία

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Τα μοτέρ, οι τροχαλίες σταμάτησαν Μαρία
και δεν έχω μάθει να βάζω τα χέρια
στις τσέπες μου νεκρά·
Κρεμασμένα μένουν έξω και πονάνε
κι ένα χαμόγελο από σένα αποζητάνε
όπως μου χάριζες μέχρις εχθές.
Μην περιμένεις το λουλούδι
απ’ του δρόμου το φανάρι
μαράθηκε μαζί με το χαμόγελο
του τρομαγμένου εμιγκρέ.
Και τ’ αφεντικό μας λέει πως είναι στενεμένο
τρέμει μην πέσει το δικό του το κουβέρνο
και δε μπορέσει στα ξένα κεραμίδι ν’ αγοράσει
γιατί δεν ξέρει, λέει, κι αυτού τι ξημερώνει .
Μη κλαίς Μαρία κι αυτό θε να περάσει
δεν έχουν άπραγα μείνει ποτέ τούτα τα χέρια
κουμάντο θα κάνουν μαζί και μ’ άλλων πονεμένα
για να σου φέρνω πάλι ένα λουλούδι.
Κι ίσως να μην είναι και τούτο παραμύθι
ίσως για λόγου τους αρχίσουν να δουλεύουνε ξανά.

[Από τη συλλογή «Μεταμορφώσεις» εκδ. (.poema…) 2013]

*

©Γιάννης Σκληβανιώτης
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση