Έκτωρ Πανταζής, Επί τρία

pantazis21.3.16

fav-3

Τι με κρατά στην άγρια γη

Η εικόνα ξανάρχεται καθώς στη γλώσσα
στάζει από το ποτήρι του ο έρωτας
το κόκκινο κρασί του.
*
Ακρονήσια της ενδοχώρας πεθαίνουν και δε θρηνούν
αναμένουν την άνοιξη τις κραυγαλέες κουτσουπιές
τον άφωνο θρήνο με την ψιλή βροχούλα
που τρυπάει το νιόσκαφτο χώμα
τις φλαμουριές με τα σκουλαρίκια
να στρώνουν τους τάφους στα λευκά
καθόσο ακούνε το θυμωμένο βουητό της ποταμιάς
τον στοιχειωμένο άνεμο που φυσά
από τα παγωμένα βουνά την ώρα που ρίχνουν
τις τελευταίες ακτίνες και καταφλέγονται
σαν πυρωμένοι φούρνοι στο χαλίπωμα
*
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
σπιθοβολά στην όχθη η στεγνή γκρίζα πέτρα
αντιφεγγίζοντας το κρύσταλλο των ορμητικών χειμάρρων
οι γέφυρες πεσμένες ,έγινε άβατος ο νησαίος λόφος
μόνο δια της μνήμης προσβάσιμος
στις κρύπτες μόνοι παλιοί απόηχοι προσευχών
και σβηστά λιωμένα κεριά πολυκαιρισμένα
με μανδύα από χυμένο ασήμι μαυρισμένο
πενθεί ο ναός την κάθε μέρα πικροσάββατο
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
-η βουβαμάρα κάτω απ την πένα της βρήκε μιλιά-

fav-3

Τα λόγια του ιερέα συνοδεύουν το φτυάρισμα

Με την ειλικρίνεια του ποιητή
ένας αποχαιρετισμός πέρα απ τα γήϊνα
από το βάθος της θλίψης
το αναγκαστικό πένθος
που με την υπεροψία του ζώντος
ατενίζει το φέρετρο να διασχίζει το χρόνο
προς τα έσχατα.Η γραμμή της μοίρας
ακαταδάμαστη ταπεινώνει το βλέμμα
καθώς το φτυάρι ρίχνει το τελευταίο χώμα
εκεί που πιο χαμηλά δεν έχει.
*
Ο Τ. έσκαψε ένα αμπέλι και το χάρηκε
από κοντά κι από μακριά λίγο αλλά με ένταση
πέρασε λαμπερός κομμήτης τη ζωή σχίζοντας
τον ουρανό της με την αλκή του όπως το χώμα
Ένιωσε στον ουρανίσκο τη φλόγα από τις ρώγες
της ζωής.Έσταξε μέσα του ρουμπίνι από κρασί
Όλα δικά του φτιαγμένα.Κι όλα μή δικά του.
Ο πόνος να φεύγεις στα εικοσιτρία είναι των άλλων.
Με τα χρόνια,των γύρω η φθορά κάνει
το περιστατικό να λάμπει,η μνήμη γίνεται νιάτα
και το κρασί από θαμπό παίρνει διαύγεια ρώγας
που ωριμάζει στο υποστατικό του.
*
οι όχτοι,του χρόνου που κυλά, το άπειρο,
και ρίχνει τη λέμβο μας σε καταρράκτη
*
Όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
μα και το γέλιο λίγο παράταιρο
Επιτρέπεται μόνο η χαρά στα σουπερμάρκετ
Μη θλίβεσαι που οι πολυκατοικίες γερνάν
που οι κάθετοι τοίχοι τους είναι σκληροί
για να σου τυραννάν και εμποδίζουνε
το βλέμμα.
*
Εδώ αραχτός με τις λέξεις σου μέλι

fav-3

Χρονοκάθαρση

“έφερα το βουνό εδώ κάτω
σάς έδειξα τις πλάκες του”

Να βλέπεις με τα μάτια σου το βουνό να αναδύεται
από τα βάθη των θαλασσών της κρητιδικής
γεμάτη η ράχη του κοχύλια όστρακα
και η γενιάδα του από φύκια
ΞΕΡΙΖΩΝΟΝΤΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Τριζοβολάνε ρίζες καιόμενες
από άλλες μνήμες γινατωμένες
Το αίμα δεν κρύφτηκε-
Θέλω να αμυνθώ για την πατρίδα
μα αυτό που λέω πατρίδα δεν υπάρχει
τό ‘χουν ρουφήξει οι υποτελείς
στις αλλότριες ρήτρες
Η μύγα φτύνει
Η ανημπόρια μας χτίζει απειλή
γύρω απ την πόλη-
σε άλλο χρόνο φάνηκε μύρο
ο εξωραϊσμός,τώρα πυκνώνουν σκοτάδια
στην ανέχεια-
η πλάκα ξεφυλλίζεται,σελίδα
μαρμαροπελεκητή
αληθινή ουσία των πραγμάτων
με αυτό το γλυκό,γλυκό
που με τελειώνει-
*
Η δικαίωση της φωτιάς σκορπά στο αγκάθι της

Κυματίζει η πράσινη θάλασσα
των πεύκων μέσα σου
Νιώθεις ένα κύμα από άλλη θύελλα
Τώρα η ψυχή ένα είναι με όλες
τις θάλασσες του κόσμου
Λευκά σύννεφα τρέχουν σε γαλάζιο οθόνιο
προβολές από την ταινία την παναρχαία
σε επανάληψη ξανά και ξανά

Η γη ένα στρογυλό παίζει με το αχανές
με μαγνητικό ρυθμό στροβίλισμα

Ένα πέτρινο χελιδόνι διασχίζει το αέτωμα

Γράφω με παιδικό μολύβι που θυμάται
τα πρώτα μου βήματα
τη συναισθηματική διαύγεια

ράβω το ποίημα στη φόδρα της ζωής
θα παλιώσει στο ράφι με τα άλλα κρασιά. 30.1.15

fav-3

Του βορρά καράβι

Ξεριζώνω από μέσα μου ένα ένα τα γήινα
είμαι ένας άλλος με το χυμό του ήλιου
πότε νεκταρίνι πότε νεράντζι
Πώς τα κρουστά κορίτσια καταφρονείς
δωρίζοντας τα άξια τους δώρα στη στάχτη
γιατί μας ρίχνεις δαίμονα γελαστό κρανίο
στη βασιλική οδό καταμεσήμερο
γιατί δίνεις στα κόκαλα σαράκι
το αίμα να φθείρεται στην ανοιξιάτικη
υγρασία να πιάνουν σκουριά οι αρθρώσεις;
Ζήνων!Ακίνητη πετά η σαϊτιά του χάρου
που στο φως του ήλιου ρίχνεται καταμεσίς στα σπλάχνα
άχ, στης χελώνας το καυκί σκοντάφτουμε
μοιρολογούν νηρηΐδες δίπλα στο κύμα χωρίς δάκρυα
βάρυνε το βήμα,οι φτέρνες στο τάχος τους
φτερώσανε το βέλος
η χελώνα χάνεται στο μάκρος, με τον ήλιο
Αν η μοίρα τα είχε φανερώσει όλα
θα ζούσαμε έναν εφιάλτη χωρίς ύπνο
Μες στης ζωής τη σκοτεινιά όπου χάνεται το μάτι
ο χρόνος εργάζεται,ο θάνατος σκάβει , γουβώνει.
Φυσάει!Σηκώστε πανιά,πιάστε ζωή
Καυτός βράχος δείχνει το στέρνο του
περιβάλλεται χλαμύδα νύχτας κι ερέβους
Ψυχή μου φίλη
μην τρέχεις αθάνατη να γενείς
εδώ στα πρακτικά, τ’ αρχινισμένα
κυβερνήσου,βάλλε χρόνια όσο μπορείς
πιο στέρεο πράγμα από τη μηχανή του βίου
δεν θα βρεις,ξαστόχα,ξέχνα το μάταιο
ρίξου στην πολυτέλεια του ματιού,στη μόνη
πράξη που αρέσκονται οι θεοί,τη ζήση
ρίμα ρυθμός σαν το κισσό
ρίχνονται στη σελίδα: ό,τι είδες, είδα!

*

©Έκτωρ Πανταζής
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση