Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου, Φόβ (Υπογλώσσιο Νυχτερινό) – κυκλοφορεί

Εκδόσεις  Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός.

voskaridou16.3.16

Περιγραφή:
Στο δεύτερο βιβλίο της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου, Φόβ, Υπογλώσσιο νυχτερινό, μια φωνή παλεύει ν’αφήσει το αποτύπωμά της μέσα σ’ένα ποίημα, ταξιδεύοντας λαθραία στο θεατρικό λόγο και στο πεζό κείμενο. Η αταξία της αυτή θα της επιτρέψει να έρθει αντιμέτωπη με όσα φοβάται, κινούμενη από το σκοτάδι στο φως, κι ακόμα πιο πέρα, στο παρήγορο σκοτάδι της μήτρας. Κι εκεί, θα σωθεί. Στο άλμα που κουρδίζει το χάος ανάμεσα στη μήτρα και στο ποίημα.

Για την συλλογη γράφει ο ©Ανδρέας Κούνιος στο ΑlfaNews

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΦΙ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΚΡΥΩΝΩ. Οι τρίχες στα χέρια μου είναι όρθιες. Τα μάγουλά μου έχουν παγώσει. Οι κόρες των ματιών μου ξηραίνονται. Νιώθω ένα ρίγος μες στο λαιμό μου. Κάτω απ’ τη γλώσσα μου. Μα εγώ κάθομαι στη μέση της αυλής σαν καλό μαθητούδι κι επιμένω να τον ακούω. Ανατριχίλα μέχρι τις ωοθήκες – τι να ‘ναι άραγε οι ωοθήκες; Το γράμμα φι είναι από τα πιο δύσκολα γράμματα. Όταν ξεμπερδέψω μ’ αυτό, νομίζω πως τα πράγματα θα κυλήσουν πολύ πιο γρήγορα. Φέγγε φεγγαρινή, μη φεύγεις, φέγγε
βγάζω απ’ την τσέπη μου ένα κομμάτι καραβόσκοινο
και δένω σφικτά
μια σκιά ξεχωρίζει πίσω απ’ τα δέντρα
ΊσΩς ΕίΝαΙ ο
Φοβ

Ποίηση, πεζογραφία, θεατρικές πινελιές και γραφή αξιοθαύμαστα προχωρημένη. Στοχασμοί επάνω στο μεγάλο μυστήριο της ζωής, δοσμένοι υπαινικτικά, χαραγμένοι, θαρρείς, επάνω στις φλούδες της ψυχής, μονόλογος που διεισδύει στις κρύπτες του σύμπαντος, έκφραση που, ακόμα κι όταν γίνεται δυσνόητη για το πλήθος, αστράφτει, μα και κόβει, σαν γυαλί. Πραγματικά, η Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου είναι ποιήτρια-βάθους, κανένα κοινό με τις πάγιες συμβατικότητες, χρησιμοποιεί τα φωνήεντα και τα σύμφωνα σαν λυχνάρια, μετακινείται από το φως στο σκοτάδι και από το σκοτάδι στο φως, χάρη στην αφηγηματική της ευστροφία και την εκπληκτικά ώριμη γλώσσα της – δηλαδή τη μεστή νοημάτων γλώσσα της τα οποία, ωστόσο, δεν απευθύνονται στους πολλούς. Απευθύνονται στους λίγους, και στους εκλεκτούς, και τους κερδίζουν νωρίς, καθώς τους φέρνουν στο μυαλό καταξιωμένες λογοτεχνικές μορφές – αυθορμητισμός και περίσκεψη σε υποδειγματική αρμονία, διαλεκτική προσέγγιση που πολτοποιεί την προχειρότητα και την πλαδαρότητα οι οποίες κυκλοφορούν, γύρω μας, σε συσκευασία εκθαμβωτικών εξωφύλλων που, εντούτοις, είναι φύλλα συκής που επιχειρούν, άκομψα, να κρύψουν τη ρηχότητα των εσωτερικών τους σελίδων.
Ένα μικρό, σε όγκο, ανάγνωσμα που χαρίζει στον αναγνώστη στιγμές μαγικής απόλαυσης. Γυρίζεις, βέβαια, πίσω, οι λέξεις και οι στίχοι απαιτούν, ενίοτε, διπλή ερμηνεία, αλλά, και πάλι, τον ίδιο θαυμασμό αισθάνεσαι για μια ποιήτρια που ξεφεύγει, θα έλεγα ιλιγγιωδώς, από τα στερεότυπα με τα οποία βομβαρδιζόμαστε.
[...]
Το συρτάρι του κομοδίνου μου είναι γεμάτο
με μικρά κλωναράκια από το αγαπημένο μου δειλινόδεντρο
με τραυματισμένα δέλτα
μ᾽ ακρωτηριασμένες εικόνες του κόσμου
που πάνω τους κάθισε η λαμπερή σου παρουσία
και κατακρεούργησε
η αφελής σου γενοκτονικότητα
όταν πρόφερες τη λέξη
βρωμοδειλινόδεντρο.
Μέσα, λοιπόν, στην αφόρητη ομοιομορφία της σύγχρονης, δήθεν, λογοτεχνίας, ιδού μια φωτεινή εξαίρεση – σαν κρυστάλλινη σφαίρα που μπλέκει, συναρπαστικά, τις βασικές μορφές της έκφρασης και τις κάνει να φεγγοβολούν.

fav-3

Σήμερα στο σχολείο η δασκάλα μας έμαθε το ποίημα «η μαμά μου είναι μωβ»
Αρχίζει κάπως έτσι:
Η μαμά μου είναι μωβ
Είναι ψηλή με μωβ μαλλιά
Φοράει και μωβ γυαλιά
Με παίρνει πού και πού αγκαλίτσα
Με κλείνει και στη μωβ βαλίτσα
Μου μαθαίνει μωβ παιχνίδια
Μωβ μου δίνει δαχτυλίδια.
Βαφόμαστε όλοι μωβ και το απαγγέλλουμε δυνατά μέσα στην τάξη. Φοράμε όλοι μωβ ρούχα: μωβ ποδίτσες και μωβ παντελονάκια και μωβ φανελάκια και καλτσούλες μωβ. Τα ρούχα των αγοριών είναι πάντοτε λίγο πιο μωβ, γιατί η δασκάλα λέει πως πρέπει να ξεχωρίζουν για να μην μπερδευόμαστε.
Σήμερα ένα παιδάκι μπερδεύτηκε κι αντί μωβ έλεγε συνέχεια φοβ. Η δασκάλα στην αρχή έγινε έξω φρενών και άρχισε να το χτυπάει και το έβαλε στη γωνιά, αλλά ευτυχώς το παιδάκι κατάφερε μετά να πει μωβ κι η δασκάλα χάρηκε και του έδωσε ένα μωβ φιλί στο μάγουλο και το πήρε μωβ αγκαλίτσα μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
(Μια άλλη μέρα κάτι άλλα παιδάκια ακούσανε ένα άλλο παιδάκι να λέει πάλι φοβ και φωνάξανε τη δασκάλα μας, κι η καημένη η δασκάλα μας δεν άντεξε και χαστούκισε το παιδάκι τόσο δυνατά που έγινε ολόκληρο μωβ, και το πήγαν οι γονείς του στο νοσοκομείο κι οι γιατροί είπαν πως το καημένο το παιδάκι δεν άντεξε).
Και για χρόνια μετά η μαμά του
που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια
καθόντανε στο παράθυρο και τραγούδαγε
φεγγαρινή φεγγαρινή
άσε με, πάρε με μαζί σου, άσε με, πάρε με
άσεμεπάρε με
πάρε με
πάρε με
πάρε με
(Να πάρετε κι εσείς ένα άλογο να έχετε στο σπίτι σας. Τα άλογα είναι υπέροχα ζώα. Εμείς δε χρειαζόμαστε άλογο, εμείς έχουμε τη μαμά μου, πάει και τελείωσε και παρακαλώ να μη μου ξαναμιλήσετε για άλογα (σ.σ.27-29)

*
Η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1981. Σπούδασε μουσικολογία στην Αθήνα και το Νιούκαστλ του Ηνωμένου Βασιλείου και εργάζεται στον χώρο της μουσικής όπου, ανάμεσα σε άλλα, ασχολείται με την έρευνα σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική. Για το πρώτο της βιβλίο ποίησης, (Αναγέλαστα, των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων, εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2013) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη στην Κύπρο.

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, ποίηση