Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη, Κανείς κανενός

nikolakaki1.3.16

favicon

- Ά παράτα μας ρε κορίτσι μου! Τι πάει να πει, δηλαδή, «δικός σου» και «δική μου»; Κανείς δεν είναι κανενός !

Άρπαξε κλειδιά και κινητό, βρόντηξε την πόρτα κι έγινε λούης αφήνοντάς την Άννα να χάσκει πάνω από τ’ αγκυλωτά φινιρίσματα του πόμολου ζαλισμένη και γεμάτη παράπονο, σαν ελάφι μαγκωμένο σε δόκανο. Στο ραδιόφωνο της κουζίνας εκείνη την ώρα άρχιζε το «Χειροκρότημα», σύμπτωση άραγε να περιέχονται τα τελευταία λόγια του στο δεύτερο κουπλέ;

Παράπονο. Μεγάλη κουβέντα. Τι θα πει αυτή η λέξη μαμά, είχε ρωτήσει την κυρά-Πελαγία ένα απόγευμα που ράντιζε στο σαλόνι τα μανίκια απ’ το γαλάζιο πουκάμισο του πατέρα της – η Άννα θα ‘ταν δε θα ‘ταν εφτά χρονών παιδί τότε, ίσως και λιγότερο. Όλοι κοριτσάκι μου οι πόνοι, της απάντησε η μάνα και τράβηξε το σίδερο απ’ την πρίζα κοιτάζοντάς τη με σοβαρότητα, όλοι μα όλοι, γεννιούνται στην ίριδα του ματιού. Από ‘κει, άλλοι υγροποιούνται σε δάκρυ κι άλλοι ατμοποιούνται σε αναστεναγμό. Όσοι γίνονται δάκρυ,  πέφτουν στάλα-στάλα μέσα τις κόγχες των ματιών ώσπου τις γεμίζουν, πασαλείβουν τα βλέφαρα και τα πλημμυρίζουν κυλώντας μέχρι κάτω, στα μάγουλα, στο λαιμό και στο στέρνο- πρόσεξε όμως! Πάντα τη νύχτα ή στα κρυφά, γιατί σε τούτο τον ψεύτη ντουνιά, το κλάμα είναι ντροπή ενώ το ψεύτικο γέλιο όχι… Όσοι πόνοι τώρα γίνονται αναστεναγμός, κατεβαίνουν στην καρδιά. Απ’ την καρδιά, διαφυγή δεν υπάρχει. Πάνε ντουργού στα σωθικά κι εκεί ριζώνουν κάνοντας το κορμί να σταφιδιάζει, το βήμα να σέρνεται, το στόμα να λαστιχώνει προς τα κάτω. Ε, λοιπόν, του παράπονου δεν του αρέσουν αυτά τα μασκαριλίκια και τα πήγαιν’ έλα. Ούτε κλάμα καταδέχεται να γίνει, ούτε στεναγμός: εκεί που γεννιέται, εκεί μένει αυτούσιο ώσπου να σβήσει: στα μάτια.

- Και τι είναι «αυτούσιο»;

-Σημαίνει «χωρίς ν’ αλλάξει πάνω του τίποτα».

- Δηλαδή, παράπονο θα πει πονόματος ;

 -Περίπου. Άμα μεγαλώσεις, θα καταλάβεις.

Απόψε, 17 Οκτωβρίου 2016  και  σχεδόν τριάντα επτά χρόνια μετά,  η Άννα είχε μπει στο πνεύμα. Κολλημένη ώρες πάνω στο ασάλευτο μπρούτζινο πόμολο, είχε βαλθεί να περιμαζεύει την ψυχή της κομματάκι-κομματάκι απ’ το ασφουγγάριστο πάτωμα με τις τρίχες και τη σκόνη. Κι όταν πια δε θα ‘χε μείνει ούτε ψήγμα εγωισμού, λαχτάρας κι οδύνης που να μην τo ‘χει συλλέξει από χάμω, τότε ακριβώς – το ‘νιωθε – θα ξεκίναγε μέσα της νεροποντή.  Ο σταθμός στην κουζίνα άλλαξε ρεπερτόριο: σειρά είχε το “Adio” του Knez, η περσινή συμμετοχή του Μαυροβούνιου στη Eurovision.  Ούτε παραγγελία. Ανάσανε αργά κι άφησε για μερικά δευτερόλεπτα τις νότες του βιολιού να στροβιλίσουν το μέσα της νερό, μετά τσιτώθηκε και τσέκαρε για χιλιοστή φορά το πόμολο. Ακόμα; Ξαναθυμήθηκε τον καβγά τους και το φευγιό του. Ύψωση του τόνου της φωνής του κατά δύο ντεσιμπέλ παραπάνω απ’ το σύνηθες, ίσον με κρύψιμο του ήλιου της. Βρόντημα πόρτας μ’ εκείνο το ξερό «γκαπ» ίσον με  πύκνωμα των σύννεφων της. Μαρσάρισμα της Lancia- οι πρώτες ψιχάλες σε μέγεθος καρφίτσας.  Ο τιποτένιος-  η καρδιά της ποδοβολητό περσικών αλόγων σε ιππόδρομο κι αρχίζει να βρέχει στρωτά, ο αναίσθητος- τα μηνίγγια της μυρμηγκιάζουν σα μελίσσια πολύβουα, ανοίγουν οι καταρράχτες του Θεού κι οι ασκοί του Αιόλου, ο παλιάνθρωπος- τα πρώτα μπουμπουνητά σκίζουν το ψυχικό της στερέωμα με κοφτές ηλεκτρισμένες λουριδιές, ο αλήτης- κάτι ρωγμές σαν φαράγγια της Σαμαριάς διαμελίζουν τα σπλάγχνα της στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ, στα είκοσι, στα πενήντα, στα εκατό, στα χίλια, ο προδότης: παύση. Προδότης; Όχι, Θεέ μου. Θώρακας και κοιλιά: δυο ματωμένες, κούφιες σπηλιές που ίσα-ίσα τα ελέγχει ν’ ανεβοκατεβαίνουν στην αναπνοή της. Τριγύρω, λευκά όλα. Στεγνά όλα. Άηχα όλα. Άνοστα όλα. Άοσμα όλα. Ανάξια όλα. Αναίτια όλα. Ανώφελα όλα. Φλατ όλα. Στο επόμενο «τικ» του λεπτοδείκτη του Quartz της, η τάση πέφτει. Το κεφαλάρι του καναπέ υποδέχεται την πίεση των αγκώνων της, τον ιδρώτα των κοκκινωπών της μπουκλών, την τρυφεράδα των κρεατένιων της ακροδάχτυλων με νύχια που άσπριζαν και ρόζιζαν εναλλάξ και, φυσικά, τα δάκρυα, τα δαγκώματα και τα ουρλιαχτά που πρόλαβε να πνίξει την τελευταία στιγμή γδέρνοντας το λαρύγγι της, γιατί η ώρα ήταν τέσσερις και δέκα το χάραμα κι αν αφηνόταν λάσκα θα σήκωνε το τετράγωνο στο πόδι.

Κανείς κανενός. Άκου κανείς κανενός ! Πώς του ‘ρθε να το πει; Μπας και τη βαρέθηκε; Να μας το ‘λεγε μια ώρα αρχύτερα να βρίσκαμε άλλον καλύτερο από νωρίς, κι όχι τώρα που την πατήσαμε μαζί του και καλά χαιρετίσματα.. Πήγε εφτά, πήγε εννιά, δέκα, δώδεκα. Τον σκεφτόταν; Σιγά ! Είχε πράματα ν’ ασχοληθεί, δραστήρια κοπέλα ήταν. Τι; Τον σκεφτόταν; Ε, εντάξει, λίγο.. Μπορεί. Μα, βρε παιδί μου, ψέματα στον ίδιο της τον εαυτό; Ε, ναι λοιπόν, τον σκεφτόταν! Γούστο και καπέλο της. Τελεία και παύλα. Τέσσερις φορές μπήκε να κάνει μπάνιο, να ξεριζώσει από πάνω της κείνη τη ζαλιστική λεμονίλα του δέρματός του: και τις τέσσερις, με το που έβγαινε και τυλιγόταν στο μπουρνούζι της, το ολόγραμμά του ερχόταν πίσω της ύπουλα, πατητά και κουλουριαζόταν αργά στη μέση της απιθώνοντας το φρεσκοξυρισμένο πηγούνι του στη γουβίτσα του αριστερού της ώμου: να κοιτάζονται στον καθρέφτη μαζί, χωρίς να βγάζουν άχνα. Και δώστου ξανά-μανά μπάνιο. Σώθηκε το αφρόλουτρο, άνοιξε καινούργιο μπουκάλι. Κρύωσε το νερό, έβαλε  δεύτερη φορά τον θερμοσίφωνα. Πάλι. Και πάλι. Και πάλι: κάθε φορά που πήγαινε να σκουπιστεί, εκείνος την έζωνε στα μουλωχτά και λέρωνε με τα αέρινα χέρια του τη διαύγεια των συνειρμών της: μ’ ένα μόνο φανελάκι είχε βγει απ’ το σπίτι ο βλάκας, πάλι σκέτο θα ήπιε τον καφέ του το πρωί, πώς να πήγε στη δουλειά η μέρα του ύστερα από τόσο ξενύχτι, και  δώστου σαπουνίσματα, και δώστου βουτιές στη μπανιέρα της, λέπια έβγαλε πια, νισάφι.

Κανείς κανενός. Κείνο το βράδυ, η Άννα αφουγκράστηκε  βαθιά, μες στη σιωπή και το σκοτάδι του διαμερίσματός της, αυτές τις δυο λέξεις: μέτρησε τα γράμματά τους, δεκατρία, γρουσούζικο νούμερο, τις συλλάβισε, τις ξεσκόνισε, τις φιλτράρισε και τις κρέμασε στο λαιμό από αόρατη ψιλή αλυσιδίτσα, σαν κατάδικος που φορτώθηκε τα ισόβια χρυσά δεσμά του αδιαμαρτύρητα. Μήπως τελικά ο Δημήτρης, ο Δημήτρης της είχε δίκιο; Μήπως δεν ήταν ο Δημήτρης της, αλλά ένας από τους εκατοντάδες, χιλιάδες Έλληνες Δημήτρηδες που κυκλοφορούν κάθε μέρα ανάμεσά μας στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα μετρό, στα πάρκα, στα σπίτια, στα σινεμά, στα μαγαζιά, στα γήπεδα, στα ταβερνάκια, στα καφέ, στα μπαρ, στις θάλασσες και στα βουνά, και κάθε 26η του Οκτώβρη δέχονται από γνωστούς και φίλους ένα κάρο  γλυκανάλατες ευχές, μπουκωμένοι πάστες και κρυμμένοι κάτω από σωρούς κομφετί μηνυμάτων σε Facebook, Twitter, e-mail και μηνύματα στο i-phone; Ένας Δημήτρης πάνω, ένας κάτω, so what ? Σαν αστραπή πέρασε τότε από μπροστά της το βλέμμα του. Δυο πελώρια καστόρινα κεχριμπάρια που όταν τη σημάδευαν, έπαιρναν φόρα να κάμουν την καρδιά της θρυψαλάκια. Έσφιξε τα βλέφαρα μ’ όλη της τη δύναμη να κρατήσει ζωντανή την εικόνα του, λιγάκι ακόμα, να, τόσο δα, μη.. μη φεύγεις αγάπη μου,  πόσο ν’ αντέξει μια ψυχή; Κι αμέσως, ένα κοχλάζον ρεύμα πήρε ν’ ανεβαίνει ορμητικά απ΄ τον ομφαλό κατευθείαν στους δακρυϊκούς της πόρους, μύτη και μάτια γίναν βρύσες ανοιγμένες, δεν είμαστε για τέτοια γαμώτο, στο κάτω-κάτω οχτώ χρόνια πέρασαν, το πλήγωμα της μνήμης ποτέ δεν ησυχάζει πια; Μπούκαρε στην κρεβατοκάμαρα, ντύθηκε, έβαλε συναγερμό, ξεκλείδωσε και βγήκε.

Όχι, καρδιά μου, του ψιθύρισε μισή ώρα αργότερα πεσμένη στα γόνατα κι ακουμπώντας ένα βυσσινί μπουμπούκι στη μαρμάρινη σκεπή της αιώνιας κατοικίας του. Ο άνθρωπος δεν είναι είδος κοινόχρηστο. Είναι είδος μοναδικό. Σ’ αγαπώ, Δημήτρη. Του χάιδεψε τα χαλίκια, του ξεπάτωσε κι ένα ατίθασο τριφυλλάκι, σγουρούτσικο.

Μ’ ακούς; -Κρύψιμο του ήλιου της.

Γιατί δε μιλάς; -Πύκνωμα των σύννεφων της.

Να δω τα μάτια σου; -Οι πρώτες ψιχάλες σε μέγεθος καρφίτσας.

Και, στο κάτω-κάτω, ποιος σου ‘δωσε το δικαίωμα να φύγεις ; Έτσι, χωρίς ένα «γειά» ; – Καρδιά σαν ποδοβολητό περσικών αλόγων σε ιππόδρομο κι αρχίζει να βρέχει στρωτά.

Τι πάει να πει «τροχαίο»; Αυτά είναι δικαιολογίες ! Μ’ άφησες μισή. Άδεια. Το καταλαβαίνεις; -Μηνίγγια σαν μελίσσια. Ανοίγουν οι καταρράχτες του Θεού κι οι ασκοί του Αιόλου.

Αλλά, έτσι δεν έκανες πάντα; Με παράταγες κι έφευγες. -Το ψυχικό της στερέωμα κόβεται από μπουμπουνητά με κοφτές ηλεκτρισμένες λουριδιές.

Λένε ότι η πραγματική αγάπη κρατάει για πάντα. -Ρωγμές σαν φαράγγια της Σαμαριάς διαμελίζουν τα σπλάγχνα της στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ, στα είκοσι, στα πενήντα, στα εκατό, στα χίλια.

Παύση.

Κρατάει όντως για πάντα; -Θώρακας και κοιλιά: δυο ματωμένες, κούφιες σπηλιές που ίσα-ίσα τα ελέγχει ν’ ανεβοκατεβαίνουν στην αναπνοή της.

Κρατάει, Δημήτρη. -Όλα γύρω της λευκά. Όλα στεγνά. Όλα άηχα. Όλα άνοστα. Όλα άοσμα. Όλα ανάξια. Όλα αναίτια. Όλα ανώφελα. Όλα φλατ.

Πτώση τάσης.

Δημήτρη μου.

*

©Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη
H φωτογραφία από το αρχείο της συγγραφέα

favicon

Η Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται στο δημόσιο τομέα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Ξυλομπογιές»(Εκδόσεις Ιωλκός) και «Αφή στον Ήλιο» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης).
Τον Σεπτέμβρη του 2013 διακρίθηκε με τη συμμετοχή της στον στο διαγωνισμό μικροδιηγήματος του περιοδικού «Λογοτεχνικό Μπιστρό» και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο site 120 λέξεις, στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club και στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Fractal. Η σελίδα της στο Facebook είναι: https://www.facebook.com/www.NikolakakiBooks.gr

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία