Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Λίγη δροσιά μιλούν

thiveos23.2.16

favicon

Θα τον θυμόμαστε
Αυτόν τον πλανήτη

Όταν ο Γιώργος Σαραντάρης έγραφε, αγαπάω τον ύπνο, σήμανε την αρχή ενός ανοιξιάτικου θριάμβου. Έκτοτε κάθε τέτοια εποχή φθάνει στις επιφάνειες, πιστός προσκυνητής της φύσης. Τραγουδά για τις Περσεφόνες όλου του κόσμου. Κορίτσια που ανήκουν στον βασιλιά, που ορθώνουν το ανάστημά τους στον έρωτα, που αγγίζουν κορυφές και εκπνέουν, σήματα αξέχαστα και ασθενή της ζωής μας.

Απόψε τον βλέπω που βαδίζει εμπρός απ΄τ΄ανάκτορα. Γράφει στίχους στον άνεμο και ευθύς όλα εκείνα τα θέατρα που γνωρίσαμε γκρεμίζονται. Σκηνές, βεστιάρια, σκληροί χειμώνες και καθρέφτες. Τίποτε δεν απομένει όταν τα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη ακούγονται στις σκοτεινές γειτονιές. Είναι εκείνες οι λάμπες που φέγγουν πάνω από ένα μυστικό στην άκρη ενός δρόμου, στην έξοδο μιας πόλης, στην άκρη ενός κόσμου. Εκεί, λένε πηγαίνουν τα ποιήματα όταν πεθαίνουν, μαζί με τους καλλιτέχνες που έμειναν για πάντα νέοι και ωραίοι να τριγυρίζουν σαν αίσθηση τους καιρούς μας. Μες στο μονότονο ρυθμό προκύπτουν κάτι επικίνδυνοι στίχοι, κάτι στροφές που πιστεύουν σε σχήματα όπως η Οκτάνα. Που τίποτε δεν έχασαν απ΄τη φαντασία τους.

Ο δεσμός του Γιώργου Σαραντάρη με το στοιχείο της εντοπιότητας υπερβαίνει τον όρο και τα πλαίσια του ελληνικού. Άλλωστε τα μάρμαρα, οι ελιές, τα ερείπια ήταν μονάχα το φόντο ενός επιούσιου, ενός πάθους, μιας φιλοδοξίας που έγινε ανίκητη μοίρα.

Πιο χαμηλά, στα υπόγεια στρώματα ανήκουν τα θεμέλια του ποιητή. Η καταγωγή του κρατά απ΄εκείνο τον θαμμένο κόσμο, είναι ιστορία παλιά των πόλεων. Εκεί δεν φθάνουν πολλοί και έτσι η κάθετη πόλη του παραμένει ακατοίκητη. Μια ποίηση τολμηρή ανάλογη με εκείνες τις μοντέρνες πόλεις του Ξενάκη που δεν έπεισαν μια και η ζωή ακόμη και αν διατηρεί το δάνειο δεσμό της με τα κλιμάκια της τέχνης, εντούτοις είναι καταδικασμένη να κυνηγά τ΄όνειρο, να παραμένει ανυποψίαστη ενώπιον του. Ο Γιώργος Σαραντάρης χρόνια πριν, συναντά τον Νίκο Χουλιάρα, πρόσφατα χαμένο και αυτόν, όταν κοιτάζει το χώμα εντός του.

(τώρα ο αφηγητής λαμβάνει τη θέση του, αποκαλύπτεται. Έπειτα από τόσο φως στη σκηνή, λάμπες θυέλλης ανάβουν εκτυφλωτικές, συντρίβοντας όσα μέχρι τότε γνωρίζαμε για την ορατότητα.)

Θα πρέπει επιτέλους να γραφτεί σε όλες τις γλώσσες, πως δεν φοβούμαστε, πως η ζωή μας δεν έγινε ολότελα ξένη και πως ο θάνατος

Θα πρέπει να λάμπει ως σύνθημα σ΄όλες τις σκληρές επιφάνειες αυτού του κόσμου που γεννά τα τέρατα της Λογικής του σοφού Φραντσίσκο. Ο Γιώργος Σαραντάρης χάρισε στο έργο του το σφυγμό ενός ακατόρθωτου μεγαλείου, ενός κόσμου προικισμένου με τη χάρη της έκπληξης, της ανατροπής και του ωραίου. Σ΄όλα αυτά πιστεύουν οι αυθεντικοί εκείνοι ποιητές που ακόμη και αν χάθηκαν κράτησαν ανέπαφα τα χρώματα στη ζωή τους. Τι και αν κατατάχτηκαν στις επετηρίδες, τι και αν τώρα έγιναν οι σημαίες και τα λάβαρα των κινημάτων. Κρατούν αμετάφραστη την ψυχή τους, κάθε φορά που αναδύονται ανήκουν περισσότερο στον κόσμο των ανθρώπων, του ουρανού και της γης. Σ΄άλλες φυλές και σ΄άλλες εποχές θα αναλάμβαναν το μαγικό έργο των γέρων σαμάνων. Μα στον αιώνα που αφήνουμε σιγά πίσω μας, η σφραγίδα αυτού του μεγαλείου παραμένει κρυμμένη κάτω από σωρούς ερειπίων. Μια άλλη Κάρμεν, άλλοι κύκλοι και πεπρωμένα θα την φέρουν κάποτε στο φως.

Για τα μικρά του δίστιχα που μετρούν τον καιρό ως την άνοιξη, για τις λέξεις, όπως βροχές και περιστέρια που μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, για τα μικρά και τα μεγάλα οράματα που μπορούν να γεννηθούν  σε μια παύση. Για όλα αυτά λοιπόν, τούτο το μικρό, εαρινό προοίμιο που ονειρεύεται πως δεν θα σωθεί, πως θα καεί στα φώτα, παίρνοντας μαζί του όλα τα μυστικά.

*
©Απόστολος Θηβαίος

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, επιφυλλίδες