Ασημίνα Λαμπράκου, Η μαμά χτένιζε τα μαλλιά της κάτω από το φεγγάρι, κύριε Ζήσιμε

lambrakou22.2.16

favicon
η μαμά είχε μακριά μαύρα μαλλιά
όταν τα χτένιζε γυάλιζαν σαν τα κορμιά των νέγρων που πλένονταν στο ποτάμι του Σιουδάδ Ντελ Εστέ
η μαμά είχε λυγερό γυαλιστερό κορμί όπως τα κριθάρια στα λιάνος του ποταμού Ιούνη μήνα
η μαμά είχε εμένα και σε λίγους μήνες θα είχε και τον αδελφό μου
τη νύχτα που η μαμά θα γεννούσε τον αδελφό μου χτένιζε τα μαλλιά της κάτω απ’ το φεγγάρι, κύριε Ζήσιμε και το φεγγάρι έκλαιγε απ’ την ομορφιά
τα μαλλιά της μαμάς άρεσαν στο μπαμπά και σε όλους τους άντρες της Σάντα Ρίτα
η μαμά το ήξερε και τα χτένιζε μπροστά τους για να την θαυμάζουν ακόμη κι όταν άσπρισαν
ο αδελφός μου γεννήθηκε αλλόκοτος
όλοι είπαν πως έφταιγε που η μαμά χτένιζε τα μαλλιά της εκείνο το βράδυ της γέννησής του και τα είδε το φεγγάρι
ο αδελφός μου πείραζε όλα τα πράγματα που είχε η μαμά στο δωμάτιό της
τους άλλαζε θέση και την μάλωνε όποτε θεωρούσε κάτι ανάρμοστο στις κινήσεις ή τις επιλογές της
απέκτησε ακόμη την τάση να δοκιμάζει τα πάντα με τα χέρια του πράγμα παράταιρο για την ηλικία του που όλοι δοκιμάζουν με το στόμα
μια μέρα έβαλε δυνατά κλάματα κι ανάγκασε τη μαμά να διακόψει το χτένισμά της κι εγώ πολύ του θύμωσα γιατί ήταν η ώρα που έκλεβα τις κινήσεις της φτιάχνοντας τις δικές μου
κι η μαμά όμως θύμωσε γιατί πέταξε τη χτένα της κάτω πήδησε πάνω από το καθρέφτη τον έσπασε κι όρμησε στον αδελφό μου φοβισμένη που το κατάλαβα γιατί του έβαλε τις φωνές
ο αδελφός μου ψαχουλεύοντας με τα δάχτυλά του την πόρτα την έκλεισε με τόση δύναμη πάνω τους που τα δάχτυλα του έμειναν χαλκομανία στο ξύλο
εντάξει, το λέω με πολλή υπερβολή γιατί του θύμωσα που τράβηξε την προσοχή της μαμάς
από τότε η μαμά του φωνάζει που και που: πρόσεχε που βάζεις το χέρι σου!
εκείνος όμως ποτέ δεν την άκουσε
ακόμη κι όταν μεγάλωσε συνέχιζε να χώνει τα χέρια του κλεφτά στα φανάρια των άλλων κλέβοντας ψυχή απ’ το ψωμί τους
όταν η μαμά μεγάλωσε, τα μαλλιά της έγιναν άσπρα σαν ώριμα κριθάρια κάτω απ’ τον ήλιο του Ιούλη
συνέχιζε να τα χτενίζει ακόμη και τότε
μια νύχτα η μαμά τα χτένιζε με περισσότερη προσοχή και σαν να χάιδευε όχι τα μαλλιά αλλά το λαιμό της όπως ακουμπούσαν οι άκρες των δαχτύλων της
αποκοιμήθηκα
τόση ήταν η ώρα που χτενιζόταν και έτσι νωχελικές οι κινήσεις της που κοιμήθηκα πάνω στις χούφτες μου
εκείνες όμως κουράστηκαν και με άδειασαν ακριβώς τη στιγμή που στο λαιμό της μαμάς αντί των δικών της δαχτύλων σερνόταν η παχιά γλώσσα ενός άντρα άλλου από τον μπαμπά που εκείνος είχε πεθάνει
ένας κλέφτης
είπα πως ο άντρας που η γλώσσα μύριζε σα σκύλος τα μαλλιά και τον ώμο της μαμάς ήταν ένας που μου έκλεβε τη μαμά
ο αδελφός μου δίπλα δεν είχε κοιμηθεί
έπαιζε με τα ξύλινα αλογάκια που είχε φτιάξει ο θείος
τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου είδα τα άλογα να υψώνουν τις οπλές τους και τ’ άκουσα να χλιμιντρίζουν αγριεμένα πετώντας φωτιές από τα μάτια και τις μουσούδες τους
το στόμα του αδελφού μου άνοιξε και μούγκρισε όπως οι αγελάδες στα παχνιά την ώρα της γέννας
σήκωσε τα πόδια του και τα κατέβασε σαν άλογο με δύναμη στο πάτωμα κι υψώθηκε σαν άγγελος με ρομφαία τα ξύλινα άλογά του πάνω από το κεφάλι της μαμάς
τ’ άλογά του τίναξαν τα πόδια τους στο στόμα του άντρα που ήταν χωμένος σα σκύλος το μουσούδι του στα μαλλιά της μαμάς και έσπασαν τις σιαγόνες και τα δόντια του
τα μαλλιά της μαμάς μάτωσαν κι έσυρε ένα θρήνο κουκουβάγιας
ανατρίχιασα
τα μαλλιά της μαμάς έβγαλαν βελόνες κι έγιναν το πεύκο στο χωράφι κι η φωνή της ο γκιώνης που έφερνε θάνατο
ο άντρας κλέφτης της μαμάς γκρέμισε τον τοίχο τρέχοντας να φύγει κι αδελφός μου βούτηξε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της μαμάς αρπάζοντας στις χούφτες του ό,τι του ανήκε
βγάζοντας μια κραυγή πληγωμένου αρπαχτικού τραβήχτηκε κι είδα τα δάχτυλά του κομμένα
τα νύχια του κρέμονταν στα κλαδιά του πεύκου σαν κουκούλια από κάμπιες έτοιμες να φέρουν την άνοιξη
έκλαψα
έκλαψα πολύ
έκλαψα κι άνοιξα τα μάτια μου
ο αδελφός μου κρατούσε τη φωτογραφία της πεθαμένης μάννας του ανάμεσα στα πληγωμένα από τα σπασμένα τζάμια της χέρια του
η μαμά στη φωτογραφία έμοιαζε να έχει φάει μούρα κι εγώ ζουλούσα την άνοιξη μέσα σ’ ένα χαρτί από μετάξι κάτω από τις ψίχες των δαχτύλων μου
ο σκύλος κοιμόταν στο παρτέρι κάτω από τριανταφυλλιές διψασμένες ._

*
© Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση