Κώστας Ψαράκης, “…στους γκρεμούς, και στην ερημία του Λιβυκού” -ποίηση

psarakis19.2.16

fav-3

Η στάχτη

Το ηφαίστειο που μάζευε τη δύναμή του σαν το κακό σπυρί
ξέσπασε ένα πρωί
κι όλη μέρα ξερνούσε στάχτη
μέχρι που γέμισε το τόπο στάχτες και ησύχασε .

Την άλλη μέρα βγήκε o ήλιος ο παντοτινός ,γκρίζος .
βγήκαν κι οι άνθρωποι και κοίταζαν και κοιταζόντουσαν.

Κι ήταν οι δρόμοι ποτάμια στάχτης
κι όσα δε σκέπασαν οι στάχτες γκρίζα κι αυτά
κι οι άνθρωποι σταχτιοί και τα μάτια των ανθρώπων γκρίζα
και ο αέρας σάπιος , βαρύς , όπως μέσα στα βαθιά πηγάδια
και ήχος κανείς
και όλα ακίνητα , κι ούτε πουλί πετούμενο .
Κι οι φωνές τους δεν πήγαιναν μακριά
έπεφταν κοντά , σαν πέτρες στον βαρύ αέρα.
και περίεργα ζώα , που οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ούτε τ όνομά τους
που ήταν κρυμμένα;
να έρπουν και να χαράζουν δρόμους στο συνεχές γκρίζο.

Και μετά έπιασε τους ανθρώπους ενας πανικός να καθαρίσουν τον τόπο
να καθαρίσουν τα ρούχα τους και τα σώματά τους από το γκρίζο.
Μα ήταν το ίδιο το φώς γκρίζο .
κι απελπίστηκαν και ησυχάσανε
κι απόμειναν να κοιτάζουν τον καινούργιο τόπο άφωνοι.

Μέχρι που νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι και φώτισε απόκοσμα
Το Αλλόκοτο , και την Σιωπή.
Και άρχισε να σέρνεται στις στάχτες το μεγάλο φίδι
που πάντα έλεγαν πως δεν υπάρχει.

Και ιδού οι άνθρωποι, επιτέλους ήσυχοι, επιτέλους ειρηνικοί
χορτασμένοι από το απόκοσμο και το γκρίζο, κοιμήθηκαν.

και ζήτησα εξηγήσεις

και έρχεται ο ποιητής που γράφει
την Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών
και γελούσε.
Δες μου λέει

ειρήνεψαν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα
και τα χάχανα των χρωμάτων
κ έπαψαν τα όργανα των ήχων
και των ανέμων οι ψίθυροι.
Και ιδού ο όφις ο αρχαίος ο αλαζών
και τα ακατανόμαστα ,φανερά και  τετραχειλισμένα.

Και ιδού οι άνθρωποι ειρηνικοί
οτι κατοικούν επιτέλους
σε τούτο τον τόπο που άλλος δεν είναι
παρά οι ακατοίκητες ψυχές τους.

[7-12-2015]

fav-3

Πετρόκωστας

Μετά την παρέλαση, στην ερημιά των Αστερουσίων
φυσούσε ένας λίγο κρύος αέρας
που είχε μέσα του κάποιο καλοκαίρι ακόμα.
Όρθιος , στην άκρη του γκρεμού, με τα άτακτα άσπρα μαλλιά ν ανεμίζουν
καθάριζε ένα μήλο
ο Πετρόκωστας.
-Τέλειωσε η παρέλαση; – με ρώτησε
έκοψε στα δυό το μήλο, κάρφωσε το ένα κομμάτι με το παλιό καταδρομικό του μαχαίρι
και μου τόδωσε.
-Κράτησε το μαχαίρι -μου ειπε-Αυτός ο πόλεμος δεν λέει να τελειώσει ….
και χάθηκε στους γκρεμούς, και στην ερημία του Λιβυκού.

fav-3

Τα ακρωτήρια του τέλους

Αν πάς βόρεια
και αν περάσεις τον κάμπο των ανθρώπων ,
[αυτό που συνηθίζομε  να λέμε πραγματικότητα]
εκει όπου ζουν τα καθημερινά ,
θα βγείς στα ακρωτήρια του τέλους.

Στους γκρεμους της μεγαλειώδους κατακρήμνισης ,
εκεί όπου ο κάμπος ,
εν αγνοία των ανθρώπων ,
ο υψίπεδος ,
διαρκως καταρρέει στην αρχαία θάλασσα ,
αργά και απρόβλεπτα
ανανεώνοντας τους γκρεμούς του·

Κι έχουν μείνει μετέωρα νησιά
π απομακρύνονται ,
απο την καταρρέουσα ακτή
και στα νησιά μοναχοί άνθρωποι
οι φύλακες του χρόνου ·

[ανάβουν την νύχτα την λάμπα
που μυρίζει πετρέλαιο
ακούνε τις μακρινές κατακρημνίσεις ,
που τους απομακρύνει κι άλλο
από τον κάμπο των ανθρώπων ,
αυτών των ανθρώπων που αγνοούν
την ύπαρξη ετούτων των τόπων ,
ήσυχοι
με την ελευθερία της ολοκληρωτικής ήττας,
και την απέραντη ασφάλεια των νεκρών .]

Στα ακρωτήρια του τέλους,
όπου καταρρέουν τα σώματα
όπου καταρρέει ο χρόνος,
όπου καταρρέουν αργά οι σημασίες…

*
©Κώστας Ψαράκης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση