Μαρία Δόγια, Cartes Postales

doyia16.2.16

fav-3

Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία. Φαίνεται κάπως θαμπή με το χρόνο να έχει καθίσει πάνω της. Την τράβηξες εσύ ένα καλοκαίρι σε κάποιο νησί. Πίσω μου η θάλασσα, κάπως αγριεμένη και λίγο σκοτεινή. Κάτι έλεγες κι άρχισα να γελάω. Μετά ξαπλώσαμε στην άμμο. Πρώτα με τα ρούχα κι έπειτα χωρίς. Κι ύστερα γονιμοποιηθήκαμε ξανά και ξανά. Σφαδάζοντας από τον πόνο και τη μοναξιά. Η άμμος στα μάτια μας και στην καρδιά. Εκείνο το καλοκαίρι. Όλες οι εποχές μαζί. Εμείς. Κάτω από το δυνατό ήλιο. Κάτω, στο βυθό. Στη μέση της ημέρας. Στο τέλος του καλοκαιριού. Κάπου στο τέλος. Ανάσες που ασθμαίνουν. Τρέχουμε στην παραλία. Ένα σκυλί μάς ακολουθεί. Ανυποψίαστο και τρομαγμένο. Οι απαντήσεις. Τρέχουν ανυποψίαστες κι αυτές. Με κοιτάζεις σιωπηλός. Σα να μη με έχεις ξαναδεί. Σα να με βλέπεις για πρώτη φορά. Σε κοιτάζω κι εγώ. Σα να σε ξέρω από παλιά. Σα να έχω δει εντός σου. Τα κύτταρα να πεθαίνουν ένα-ένα. Να πολλαπλασιάζονται ξανά. Κι εσύ πάντα εκεί να χαμογελάς. Κοιτάζω το ημερολόγιο, τις μέρες που αιωρούνται στα φύλλα που πέφτουν. Οι μέρες που έφυγαν ανεπιστρεπτί είναι οι δικές σου μέρες. Εκείνες της αποκαθήλωσης, των μουσώνων και των μεγάλων βροχών. Κοιτάζω κατάματα το χρόνο. Μέσα Δεκέμβρη. Στολίδια και λαμπιόνια της γιορτής. Τέλος Γενάρη. Ο νέος χρόνος παρών. Ετοιμάζω ταξίδι στον αμερικάνικο νότο. Έκλεισα την παλιά καρό βαλίτσα κι ευτυχώς θυμήθηκα να πάρω τη φωτογραφία εκείνη που είχε βγει λίγο θολή, εκείνη που δείχνει τα πρόσωπα ακαθόριστα κι ελαφρώς μελαγχολικά. Αρχές Φλεβάρη. Έπρεπε να πάρω πιο ζεστά ρούχα. Ο Αμερικάνικος νότος είναι κρύος και το σούρουπο συνήθως πιάνει ένα αγιάζι που σου τρυπάει τα κόκκαλα. Μπήκα σε ένα μαγαζί σε μια μικρή επαρχιακή πόλη κι αγόρασα έναν μάλλινο σκούφο. Κάπως καλύτερα. Περπάτησα για να βρω ένα μέρος για το δείπνο και κατέληξα να πίνω cognac σε ένα μικρό συνοικιακό bar με μια φωτεινή επιγραφή που της έλειπε ένα γράμμα κι αυτό άλλαζε εξ ολοκλήρου τη σημασία του ονόματος. Εικόνες παρακμής και παράβασης. Όπως και η ετοιμόρροπη λέξη με τη διττή σημασία, αναβοσβήνουν και ξεθωριάζουν μέσα στη νύχτα. Ημέρα ταξιδιού 15η. Ξεκίνησα να γράφω σε ένα ιδιότυπο ημερολόγιο ταξιδιού. Κάθομαι στο μπαλκόνι του δωματίου μου τυλιγμένη με μια μικρή πράσινη κουβέρτα, κρατώντας στο χέρι μια τσίγκινη κούπα με καφέ σαν αυτές που έχουν οι ναυτικοί για να μη σπάνε στις τρικυμίες, όταν η θάλασσα δε δείχνει καλοσύνη, και το βλέμμα μου χάνεται στο γκρίζο ορίζοντα που προμηνύει κακοκαιρία. Κοιτάζω τη θολή φωτογραφία και θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι στο νησί. Το μικρό δωμάτιο που έβλεπε στη στροφή του δρόμου. Ενοχλημένος από το φώς του ήλιου που έμπαινε επίμονα από τις γρίλιες των σκούρων ξύλινων παραθυρόφυλλων, σηκώθηκες μουρμουρίζοντας λέξεις μισές, σχεδόν απεγνωσμένες κι έσπρωξες νευρικά τις κουρτίνες για να περιορίσουν το φως. Επέστρεψες στο κρεβάτι, έτσι γυμνός όπως πάντα. Μία φορά ακόμη κρατιέμαι από το σώμα και τις σιωπές σου. Εσύ πάντα γυμνός να κλείνεις τις κουρτίνες. Πηγαίνω για μια βόλτα κι όταν γυρίσω πίσω, δεν θα είμαι η ίδια, σου λέω κλείνοντας την πόρτα. Μόνο γυμνοί θυμίζουμε κάτι από τον παλιό μας εαυτό. Ανοίγεις λίγο τις κουρτίνες για να με δεις που ξεμακραίνω. Πίσω στο νότο. Γρήγορα περνούν εδώ οι μέρες. Κρύωσε κι άλλο ο καιρός. Κοινότοπες σκέψεις. Τυλιγμένη στη μικρή πράσινη κουβέρτα γράφω μανιωδώς cartes postales με καλλιγραφικά γράμματα. Ξέρεις, αυτά που μοιάζουν σα να χορεύουν. Γράφω νέα σε όλους. Το σκουλήκι του Οδυσσέα που κατοικεί στη φτέρνα μου πάλι δείχνει το δρόμο. Μπορεί να μην επιτρέψω να με ορίσει αυτή τη φορά. Να μην αφεθώ στην περιέργειά του. Αλλά, να μωρέ, είναι που φεύγοντας, νιώθω ότι δεν έχω πλέον σπίτι. “Je reviens, je reviens  toujours” σιγοτραγουδώ και το σκουλήκι μπαίνει πιο βαθιά.

*

©Μαρία Δόγια
Φωτο αγνώστου: Αστέρας Γλυφάδας

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία