Η νέα περιοδική έκδοση “Dip generation” -κυκλοφορεί

Ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου
Εκδόσεις Θράκα

dipGen-covertop

Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά:
Μαρία Βαχλιώτη, Στέλλα Δούμου, Ειρήνη Καραγιαννίδου, Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μαρία Μανδάλου, Ευσταθία Ματζαρίδου, Ιωάννα Μουσελιμίδου, Γιώργος Παναγιωτίδης, Θανάσης Πάνου, Ολβία Παπαηλίου, Σοφία Περδίκη, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Νίκος Σταμπάκης.

Το εισαγωγικό σημείωμα της Ιφιγέγειας Σιαφάκα:

Αναρωτιέται, πιθανώς, κανείς για την αιτία αλλά και το στόχο μιας περιοδικής έκδοσης-ανθολογίας, όταν πλέον στις ημέρες μας είναι διαθέσιμη μια πληθώρα περιοδικών, εντύπων και διαδικτυακών, τα οποία, με κοινούς ή διαφορετικούς τρόπους, ανθολογούν, διά των συνεργασιών τους, πολλούς κάθε φορά δημιουργούς. Τι καινούριο, συνεπώς, έχει να κομίσει το παρόν έντυπο και, μάλιστα, σε μια εποχή όπου η οικονομική κρίση πρυτανεύει; Η απάντηση είναι κυνική αλλά και «πραγματική» την ίδια ακριβώς στιγμή: τίποτε απολύτως!Από την άλλη, ωστόσο, έχουμε να εντοπίσουμε την οπτική γωνία του ερωτήματος: ότι, δηλαδή, τίθεται από μια άκρως συμβατική «πολιτική» θέση για το πώς εννοείται αυτό που ονομάζουμε «πραγματικότητα» και για το πώς ορίζονται τα προϊόντα που υποτίθεται ότι την υπηρετούν – διδαχτήκαμε πως κάθε προϊόν οφείλει να απευθύνεται σε μία συγκεκριμένη ομάδα-στόχο και να διακρίνεται από το αντίστοιχο σημαίνον-αμπαλάζ, που θα ενεργοποιήσει το ασυνείδητο, απεγκλωβίζοντας τη βαθύτερη και ανεξέλεγκτη επιθυμία του υποψήφιου καταναλωτή για την απόκτησή του• επιπλέον, αποδεχθήκαμε πως είναι θεμιτό και άκρως ηθικό να υπόσχεται ότι θα λειτουργήσει με εντυπωσιακά γρήγορο τρόπο υπέρ των αναγκών και ότι θα αντικαταστήσει, με αστραπιαία ταχύτητα επίσης, ένα προϊόν, εννοείται, κατώτερης ποιότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σταθερές της φαστφουντάδικης νοοτροπίας (χρήσιμο, εύκολο και γρήγορο) συμπύκνωσαν απερίφραστα το δόγμα της μεταμοντέρνας εποχής, ήτοι της ήσσονος προσπάθειας για την επίτευξη του «τέλειου», της έλξης του μεγαλύτερου δυνατού κοινού και, εκ του αποτελέσματος, της οικονομικής και ηθικής πραγμάτωσης των πρωταγωνιστών, που εγγυάται μια τέτοιου τύπου νοητική κατασκευή, η οποία προβλήθηκε και ως «ιδεολογία της επιτυχίας».

dipGen-coverΠέραν, ασφαλώς, των αναληθών συμπερασμάτων για τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος /ήσσον-άριστον (ορατών και διά γυμνού οφθαλμού), δημιουργήθηκε και μια εξίσου ψευδαισθησιακή προσωπική πραγματικότητα, μέσα από την καθρεφτική σχέση με τους μαιτρ των αγορών. Διά της επαναληπτικότητας και της έντασης του μηνύματος, έπεισαν πως η πρότασή τους ήτανε μονόδρομος• στο πλαίσιο δε της παγκοσμιοποίησης, ο μονόδρομος διευρύνθηκε και επεκτάθηκε, αν και φαινομενικά δόθηκε η εντύπωση μιας πλουραλιστικής ευελιξίας σε ό,τι αφορούσε τη λαϊκή ευημερία.

Ως εκ τούτου, παλινδρομήσαμε, μεταβαίνοντας από το φιλελευθερισμό στο νεοφιλελευθερισμό: στην αδυναμία, ουσιαστικά, πολιτικής πράξης σε εκδημοκρατισμένα περιβάλλοντα, απουσία εποικοδομητικού αντιλόγου και παρουσία αμηχανίας έναντι μιας πραγματικότητας εξαιρετικά δύσκολης να ελεγχθεί. Το χρηματοοικονομικό σύστημα εν είδει θρησκείας αποφαίνεται για το απόλυτο εν, το άξιον της θυσίας του Ισάακ, το χρήμα. Έτσι, δεδομένης της ισοπέδωσης σταθερών σημείων αναφοράς ως προς την κατεύθυνση της ταυτότητας του υποκειμένου, η ρευστότητα, η έλλειψη φραγμών και η δράση χωρίς συνειδησιακή εμπλοκή διογκώθηκαν στη βάση μιας παγκόσμιας και ολοένα πιο απειλητικής οικονομικής πολιτικής. Η ωμότητα και η έλλειψη φιλτραρίσματος των πρωτογενών και ανεπεξέργαστων επιθυμιών συνιστά πάγια άμυνα όλο και μεγαλύτερου αριθμού υποκειμένων• η βία λαμβάνει νέες πλέον μορφές, μέσα από την αποεπένδυση της καθρεφτικής σχέσης του υποκειμένου με έναν άλλο /πρόσωπο – o άλλος πλέον «αντικειμενοποιείται», γίνεται πράγμα, προϊόν σχέσης για χρήση και απόρριμμα.

Αυτή η απαξίωση του υποκειμένου είναι εμφανής στον ισοπεδωτικό μηχανισμό σκέψης, που εποφθαλμιά οτιδήποτε ξεπερνά τα στεγανά του χρήσιμου και του βιολογικά αναγκαίου, κάποτε αδιαφορώντας παντελώς και γι’ αυτά. Επιπροσθέτως, ένα «αντικείμενο» δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται με κατακερματισμένη ή ανεσταλμένη επιθυμία και ως, εκ τούτου, με γλώσσα η οποία αδυνατεί να το περιγράψει.
Υπάρχουμε διχασμένοι (εγώ είναι ένας άλλος, Ρεμπώ) διά μέσου της γλώσσας, η οποία και λειτουργεί ως διαμεσολαβητής για να μιλήσει το υποκείμενο, φέροντας την οντότητά και την ιδιαιτερότητά του στην επιφάνεια. Ο Φρόυντ το επισημαίνει: όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί. Kαι ασφαλώς εννοεί τοποθετήσεις όπως αυτή του Ρεμπώ, όπου δεν αναδεικνύεται η φαινομενολογική σχέση με τα πράγματα διά της απλής περιγραφής ή και καταγραφής τους αλλά η φύση των πραγμάτων διά της επαναδημιουργίας τους.

Αυτή η γλώσσα, όμως, είναι διαφορετικής υφής:μπορεί να είναι η γλώσσα του ονείρου και του συνειρμού, η γλώσσα που δίνει την εντύπωση ότι σπαράσσει, ανατρέπει, σαρκάζει την «πραγματικότητα» ή χάνει τη σχέση της με την «πραγματικότητα», η γλώσσα που ξαφνιάζει – προκαλεί έκπληξη και στον ίδιο ακόμη τον δημιουργό, καθώς πηγάζει από έναν άγνωστο και σε κείνον τόπο. Ο δημιουργός κινείται στα τυφλά, αναζητώντας αυτό το «κάτι», που μες στη χαώδη και άναρθρη εσωτερική πραγματικότητα «απουσιάζει διά της ύπαρξής του», λάμπει διά της απουσίας του, για να αναδυθεί την κατάλληλη στιγμή, δημιουργώντας κρίκους αλληλουχίας, μη ορατούς αλλά υπαρκτούς συνάμα. Η γλώσσα ως τέτοια, ως κατάφαση ύπαρξης, είναι εκείνος ο παράγοντας που επαναδημιουργεί τον κόσμο, χωρίς να περιφρονεί τον κόσμο, αντλώντας στοιχεία από αυτόν, για να υπάρξει με διαφορετικό τρόπο ως ενεργούν υποκείμενο μέσα σε αυτόν.

Αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία της λογοτεχνίας, δηλαδή, ο υπαρξιακός μηχανισμός αντίστασης, που αντιπροτείνει, ξεκινώντας από την αγωνία του ίδιου του υποκειμένου να λάβει θέση σε έναν δυσάρεστο, άσχημο, πληκτικό και απειλητικό για εκείνο κόσμο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πολύ προσωπική και «αυτιστική» υπόθεση, που πιθανολογείται, κατά τη δημοσιοποίησή της, να βρει και κάποιους αποδέκτες, υπό τον όρο ότι και οι ίδιοι έχουν θέσει αυτά τα ερωτήματα. Το γεγονός, βεβαίως, συνοδευόμενο και από τις καλύτερες ακόμη προθέσεις, δεν συνεπάγεται ότι κοινωνικά θα εισακουστεί ως τέτοιο, –ως στην ουσία αντιπρόταση– και ότι η Τέχνη θα αποκτήσει σωτηριολογική δυναμική. Έως σήμερα αποδεικνύεται ότι έχει αποτύχει παταγωδώς σε αυτό, εν αντιθέσει προς την πολιτική και τη δημοσιογραφία, που έχουν θριαμβεύσει• αυτή, άλλωστε, η διαπίστωση είναι ο μόνος τρόπος για να διαχωριστεί η εργασία και ο τρόπος του καλλιτέχνη από την εργασία και τους τρόπους της πολιτικής και της δημοσιογραφίας. Είναι δύο κινήσεις a priori διαφορετικές και ως προς τη φύση και ως προς τον προσανατολισμό τους – και, κατά συνέπεια, χρησιμοποιούν και εργαλεία διαφορετικά.

Από την άλλη πλευρά, η προαναφερόμενη λογική του «προϊόντος» χρησιμοποιήθηκε, αλλά και συνεχίζει να χρησιμοποιείται, και στη λεγόμενη «βιομηχανία του βιβλίου» – δεν έχει σημασία το ότι σήμερα παράγονται, λόγω της οικονομικής ένδειας, λιγότερα βιομηχανικά βιβλία ή βιβλία-κονσέρβες, όσον αφορά στη σύλληψη, στην παραγωγή και στην κατανάλωσή τους. Σημασία έχει το ότι συνεχίζουν να προβάλλονται ωσάν να επρόκειτο για «μικρά λογοτεχνικά διαμάντια», με τις ίδιες ακριβώς τεχνικές της διαφήμισης• δεν πρόκειται, απαραίτητα και πάντα, μόνον για αναγνώσματα υποκουλτούρας αλλά, πολύ συχνά, και για τυπωμένα και τυποποιημένα συμβάντα είτε ως αυτοβιογραφική αναφορά, είτε ως δημοσιογραφική καταγραφή ή μυθοπλασία, που απλώς αναπαράγει μιμούμενη το ορατό και επεξηγώντας το ευνόητο.

Η κίνηση, δηλαδή, του γράφοντος, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι από τα μέσα προς τα έξω, αλλά αντίθετα από τα έξω προς τα μέσα – σαν να αποπειράται να «γεμίσει» μια κενή εσωτερική πραγματικότητα με πληροφορία• με έτοιμες και οικείες παραστάσεις, αντί να χρησιμοποιεί το ίδιο υλικό ως αίτιον επαναπροσδιορισμού των πραγμάτων, ως αίτιον διαφορετικής θέασης του κόσμου, ως αίτιον ανάδειξης κάτι νέου, ως αίτιον κριτικής ενός ομιλούντος και ξεχωριστού υποκειμένου. Ως, εκ τούτου, το Nόμπελ λογοτεχνίας του 2015 φέρνει στην επιφάνεια πάλι τη συζήτηση περί του τι συνιστά λογοτεχνία, εάν η ένταξη του ντοκουμέντου νομιμοποιεί την κίνηση και ποιες, εντέλει, οι πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις, όταν «θεσμικά» υιοθετείται μία τέτοια επιλογή. Δεν απασχολεί, εδώ, ούτε ο θεσμός, που άλλωστε πλειστάκις έχει αμφισβητηθεί, ούτε ο αποδέκτης του βραβείου.Εκείνο που εξετάζεται είναι η πολιτικοκοινωνική προέκταση σε ένα μεταμοντέρνο περιβάλλον, όταν αποεπενδύεται αυτό που ονομάζουμε «φαντασιακό» στη λογοτεχνία.

Προϊόν αυτού του προβληματισμού είναι η μικρή ιστορική αναδρομή που επιχείρησε ο Νίκος Σταμπάκης σε συζήτησή μας: Η δόμηση και υπαγωγή του οπτικού και καταγεγραμμένου «ντοκουμέντου» σε μια τυπολογία αναγνωρίσιμων αναπτύξεων και συγκινήσεων, που φέρεται να προσιδιάζει στην υψηλή μυθοπλασία, και η διάλυση του μοναδικού συγγραφικού υποκειμένου σε ένα πρίσμα φωνών/μαρτυριών παρουσιάζουν φαινομενικές ομοιότητες με συλλογικά εγχειρήματα που διέτρεξαν τον 20ό αι., από τους υπερρεαλιστές μέχρι τους μπητ, τους καταστασιακούς και τις τοπογραφίες της τύχης των Fluxus, που, αναμειγνύοντας λόγο και εξωγλωσσικά τεκμήρια, πρόσωπα και αντικείμενα του βιωματικού πεδίου, μαρτυρίες και φαντασιακές μεταπλάσεις, επεχείρησαν την επαναμάγευση και μυθοποίηση της εμπειρίας. Ωστόσο, πρόκειται για μια αντίστροφη κίνηση: μακριά από το φροϋδιανό Unheimlich, από το ανοίκεια οικείο και οικεία ανοίκειο –που αναδύεται από το βίωμα, την εξωτερική συνάντηση και την εσωτερική επεξεργασία–, η αφηγηματική συνθήκη πλέον εγκολπώνεται το τεκμήριο αντί να ρηγματώνεται από αυτό, το άγνωστο ανάγεται στο γνωστό, το συμβάν μιμείται την αφήγηση αντί η αφήγηση να συγκλονίζεται από το συμβάν και ο νεωτερισμός της μορφής κραδαίνει το άλλοθι της ενσωμάτωσης τυπικών νοηματικών αλληλουχιών.

Από την άλλη, το επιχείρημα ότι η εξωτερική πραγματικότητα δεν είναι και τόσο πραγματικότητα, από τη στιγμή που αντανακλά τις φαντασιώσεις του υποκειμένου, λόγω και έργω, δεν είναι άστοχο, αλλά δεν είναι και επαρκές για να στηρίξει την άποψη ότι στο χώρο της αμιγούς δημιουργίας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αλόγιστα ένα «έτοιμο υλικό», ανεξαρτήτως του ημιψευδούς ή του ημιαληθούς του χαρακτήρα. Στη λογοτεχνία πολύ λίγο ενδιαφέρει ο «ψευδής» ή ο «αληθής» χαρακτήρας του υλικού, διότι ακόμη και στην περίπτωση της μυθοπλασίας υπάρχει πάντα ένα κομμάτι αληθές, που επιτρέπει στον αναγνώστη τις ταυτίσεις. Δεν είναι το περιεχόμενο καθαυτό που θα μας δώσει την απάντηση. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η εξαρχής επανεύρεση του χώρου και του χρόνου της αλήθειας ή του ψεύδους, που a priori δεν μπορεί να είναι ο τόπος του ψευδαισθησιακού ρεαλισμού – αν ονομάσουμε ψευδαισθησιακό ρεαλισμό αυτό που αντιλαμβανόμαστε στο σπίτι μας ή έξω από την πόρτα του σπιτιού μας. Ακόμη και στα μεγάλα έργα του κλασικού ρεαλισμού, η πραγματικότητα φωτίζεται από διαφορετική πλευρά, η γραφή αντιπαλεύει τον στατικό ζόφο, που τείνει να εμπεδωθεί ως εγγενές συστατικό της πραγματικότητας, μετασχηματίζοντάς τον διά της γλώσσας.

Αν η λογοτεχνία έχει υψηλή θέση στη συνείδηση, ως κεντρικός μοχλός του ανθρωπισμού, είναι γιατί συνιστά το μόνο προπύργιο που δεν θα ηττηθεί ποτέ, διότι υποσκάπτει εκ των έσω. Το dip generation δεν σχετίζεται με τον ψευδαισθησιακό ρεαλισμό, και είναι, θα λέγαμε, μία προσπάθεια, απόπειρα, πρόθεση ή και ελπίδα να προσεγγίσουμε εκ νέου τη λογοτεχνική γραφή ως περιπέτεια και διακύβευση του συγγραφικού υποκειμένου. Αυτή άλλωστε είναι και η ιδιαιτερότητά της παρούσας περιοδικής έκδοσης-ανθολογίας. Επιδίωξή μας είναι η ετήσια έκδοση του εντύπου.

©Ιφιγένεια Σιαφάκα
Επιμελήτρια της έκδοσης

Από το επίσημο ιστολόγιο του Dip Generation

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

Comments Off

Filed under περιοδικά