Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Μνήμη Γιάννη Ζουγανέλη

pastakas12.2.16

favicon

Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει από το πρωί. Τα άσπρα τριαντάφυλλα είχαν σκύψει το λαιμό τους στο δήμιο, είχαν πέσει στα γόνατα πάνω στον κήπο με το τριφύλλι (το γκαζόν σιγά-σιγά είχε αρχίσει να αντικαθίσταται τόπους-τόπους). Κήπος περίφρακτος, με τον περίβολό του που τον είχαν καλύψει πλέον τα αναρριχώμενα: το ριχόσπερμα, τα γιασεμιά, οι αγγελικές, οι πικροδάφνες, τα ρόδα κοκτέιλ, και οι ψηλές δάφνες με τα μικρά ανθάκια που στριφογύριζαν στο στοργικό μήνα Μάιο, με τους πλούσιους αέρηδες και τις χαμηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Άρχισε πάλι να βρέχει λοιπόν, όπως το συνήθιζε φέτος κάθε μέρα.

Την προηγούμενη μέρα τα δάχτυλα του Γιάννη, που τόση ώρα κρατούσαν το τέμπο της κουβέντας μας, ξαφνικά έσφιξαν δυνατά το τιμόνι. Πάτησε απότομα φρένο, το δεξί χέρι ταυτόχρονα εκτινάχθηκε προς το στήθος μου, να με συγκρατήσει αν τυχόν κι έφευγα μπροστά. Έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίναμε με μεγάλη ταχύτητα. Κάπου εκεί στην Πεύκη, μετά τον ηλεκτρικό της Κηφισιάς, στο σπίτι του Γιάννη Χρυσούλη, πηγαίναμε ή γυρίζαμε. Εκείνη τη μέρα, ο Γιάννης μου δίδαξε πώς να σταματάς τα γαυγίσματα ενός σκύλου που σε κυνηγάει. Κοκαλώνοντας το αυτοκίνητο ο Γιάννης, ανάγκασε τον σκύλο που μας αλυχτούσε κι έτρεχε παράλληλα με μας στο διπλανό χωράφι, να σταματήσει απότομα το κυνηγητό του και τα γαυγίσματα.

«Όχι», είπε ο Γιάννης «σιγά, μην μας επιβάλουν και τα σκυλιά το ρυθμό τους»!

Ούτε ο σωματικός πόνος μπορούσε να σταματήσει το δικό του τέμπο, σιγά το σκύλο. Κάποια μέρα είχε οδηγήσει με το δάκτυλο που τίναζε τη στάχτη του τσιγάρου, σφηνωμένο στο τασάκι του αυτοκινήτου για 30 ολόκληρα χιλιόμετρα. Δεν σταμάτησε να το τραβήξει έξω, για να μην καθυστερήσει κι άλλο στο ερωτικό ραντεβού του. Το έβγαλε καταματωμένο, μόνον όταν έφτασε στον προορισμό του, καταματωμένο, ξεσκισμένο, δάκτυλο του Γιάννη Ζουγανέλη.

Τα δάχτυλα του Γιάννη, έπαιζαν συνεχώς: στο χείλος του τραπεζιού, στο τιμόνι του αυτοκινήτου, στο χέρι της πολυθρόνας, στο ξύλο της καρέκλας, στο χαρτί του πακέτου με τα τσιγάρα, πάνω στον αναπτήρα, πάνω στο ίδιο του το τσιγάρο που καιγόταν και τον έκαιγε. Δάχτυλα διαρκώς σε κίνηση, ασυγκράτητα. Δάχτυλα νευρικά, απαλά, αθώα, θυμωμένα… δάχτυλα.

Δάχτυλα καθυστερημένα. Μια μέρα, αυτός που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν οδηγούσα, που κατέκρινε την αναπηρία μου στις χειρωνακτικές εργασίες μου έδωσε άθελά του τη ρεβάνς. Έκανε μισή ολόκληρη ώρα για να γράψει την αφιέρωση στο πρώτο του βιβλίο, «ο ήχος της σάλπιγγος», στην μεγάλη αγάπη της ζωής του, με την επιταγή να την βρω και να της το δώσω. Είχα τελειώσει το φαγητό μου με την γυναίκα του την Ελένη στην κουζίνα, μπάμιες λαχταριστές με άφθονη φέτα κι ένα καρβέλι χωριάτικο ψωμί, κρασάκι από την ορεινή Κορινθία, κι ακόμη ο Γιάννης να τελειώσει την αφιέρωση. Τα ευλύγιστα δάχτυλα του Γιάννη όταν έπιαναν κονδυλοφόρο και στυλό, παρέλυαν. Του κόστισε άπειρο χρόνο και μόχθο η συγγραφή. Δυσκολευόταν, με τη λευκή σελίδα, αυτός που δεν έτρεμε μπροστά σε τίποτα άλλο. Η γραφή τον καθήλωνε. Τον αποδυνάμωνε, τον έκανε αγαθό κι εύθραυστο, σαν παιδάκι.

Ίσως, να είχε τη γραφή στο νου του όταν εκείνη την ίδια μέρα με το σκύλο, μου έλεγε πως κανένας δεν μπορεί να είναι πάνω από την τέχνη που υπηρετεί. Η κουβέντα ήταν για τους μουσικούς, θυμάμαι. Ο Γιάννης δεν παραδέχονταν μουσικό που δεν ίδρωνε στην εκτέλεση του κομματιού του. Που δεν ποτιζόταν το πουκάμισο του από τον ιδρώτα, και το παπιγιόν δεν ξέφευγε έστω λιγάκι από τη θέση του, το μουσικό που δεν του έβγαιναν ανάγλυφες οι φλέβες κάτω από το δέρμα του, τον μουσικό που τέλειωνε την παράστασή του ατσαλάκωτος, με τον αέρα πως είναι υπεράνω της τέχνης του-ΟΧΙ. Δεν μπορούσε να δει όλους αυτούς που έθεταν χάρη στο ταλέντο τους εαυτόν εκτός και υπεράνω της τέχνης. Απλός υπηρέτης ήταν και υπήκοο της Τέχνης θεωρούσε τον εαυτό του. Αλίμονο αν γινόταν το αντίθετο. «Την Τέχνη δεν την φτιάξαμε εμείς, Παστάκα», έλεγε, «την βρήκαμε. Τους κανόνες της δεν τους ρυθμίζουμε εμείς. Εμείς μπορούμε μόνον να την υπηρετούμε κι αυτήν και τους κανόνες της». Μπαίνουμε στην Ποίηση, Γιάννη, επειδή θέλουμε να γράψουμε κάτι στον πρώτο μας Έρωτα…Οι περισσότεροι μένουν εκεί (και δεν απασχολούν κανένα)…Οι ελάχιστοι παραδίδονται στην Ποίηση επειδή τους αλλάζει σαν πρόσωπα και χαρακτήρες…Συμφωνούμε λοιπόν, πως μόνον όσοι άλλαξαν τη ζωή τους επειδή ασχολήθηκαν με την ποίηση είναι Ποιητές…Να το πω διαφορετικά: όσοι ασχολήθηκαν με την Ποίηση και η Ποίηση δεν τους άλλαξε συθέμμελα, δεν είναι Ποιητές, είναι απλώς καρριερίστες…η Ποίηση είναι Γλώσσα. Το που θα πάει η Γλώσσα και ποιά Ποίηση θα επιλέξει είναι άγνωστο σε όλους μας. Αυτή την ανασφάλεια του Ποιητή καλύπτουν οι πληρωμένες παρουσιάσεις του έργου του, οι συνεντεύξεις, οι δημόσιες σχέσεις στις οποίες αναλίσκεται καθημερινά, αντί να κάθεται και να γράφει ποιήματα. Όποιος μπήκε στην περιπέτεια της γραφής και δεν τον άλλαξε, δεν είναι Ποιητής.

«Σε λυπάμαι που δεν οδηγείς. Είναι η μόνη απόλαυση που την έχεις κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου». Κάπου εκεί κοκάλωσε το ΙΧ, κι άφησε τον σκύλο αποσβολωμένο στα χωράφια της Πεύκης.

Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει από το πρωί. Εκδιωγμένος από τον περίφρακτο κήπο, με παρηγορούσε η ιδέα πως  έβρεχε με τον ίδιο τρόπο πάνω σε όσα συμβαίνουν πάντα την προηγούμενη μέρα: στη γλώσσα, στην ποίηση, στη ψυχιατρική. Ίσως γιατί τον κήπο τον κουβαλάμε μέσα μας, κανένας δεν μπορεί να μας διώξει από αυτόν. Μια μέρα και μόνο στον κήπο με τα λευκά τριαντάφυλλα που γέρνουν το λαιμό τους στο δήμιο, απ’ την βαριά ανθοφορία τους, σ’ αλλάζει για πάντα.

*

©Σωτήρης Παστάκας

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

 

Comments Off

Filed under Αποκαΐδια, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία