Δημήτρης Φύσσας, Η μανία με τις ραγάδες

fyssas30.1.16

fav-3

Όπου μια ερωτική αποτυχία παγιοποιεί ένα περίεργο κριτήριο για τη γυναικεία ομορφιά.

«Άστρον», λίγο μετά τις διακοπές, ζέστη ακόμα, τα σχολεία δεν είχαν ανοίξει. Εδώ μου ΄χε δώσει ραντεβού μια νταρντανοειδής Μάρα που έμενε στους Αμπελόκηπους:  να δούμε την ταινία και μετά να πάμε κάπου να την κουβεντιάσουμε. Ήταν γνωριμία ακριβώς των διακοπών, πολλά υποσχόμενη κατά πως θεωρούσα. Μου αρέσανε ιδίως  οι ραγάδες στο δέρμα των βυζιών της, που τις πρόσεχα ενδελεχώς πάνω από το χαμηλό σουτιέν τού μαγιό, όποτε την πετύχαινα στη θάλασσα. Ραγάδες πολλές σε κάθε μια από τις βυζάρες της και ακτινωτές προς τα έξω, ραγάδες που τις φανταζόμουνα να συγκλίνουνε  πρός την άλω και τη ρώγα, δυστυχώς στο μη ορατό μέρος του βυζιού.

Δέχτηκα το ραντεβού. Ήξερα να πάω από τα Πατήσια στο σινεμά αυτό, αφού (όπως και  το «Πάλας» στο Παγκράτι, το «Φοίβο» στο Περιστέρι και κάνα δυο ακόμα) τα είχα  εντοπίσει  εκείνη την εποχή, πηγαίνοντας στις συναυλίες ποπ και ροκ που οργάνωνε ο Στέλιος Ελληνιάδης, με «Socrates drunk the conium», Θανάση Γκαϊφύλια, «Poll», «Ανάκαρα», Μαρίζα Κωχ, κάποιον άγνωστο Ινδό με σιτάρ (όργανο θρυλικό τότε, λόγω του Τζορτζ Χάρισον των «Beatles»), Βλάση Μπονάτσο και άλλους.

Η Μάρα ήρθε μεν, συνοδευόμενη όμως από κάποιον Κώστα, που την κράταγε σφιχτή αγκαλιά με τα δυο του χέρια δεμένα γύρω της– και καθώς ήταν κοντύτερος, την έστριβε περίεργα προς τον εαυτό του για να το καταφέρνει. Αυτός ο Κώστας μού δήλωσε πρωτοετής σε κάποια οικονομική σχολή και «αρραβωνιαστικός» της- σημειωτέον ότι  ήμουνα 17, η Μάρα ένα χρόνο μεγαλύτερή μου και ο «αρραβωνιαστικός» 19! Μπήκαμε στο σινεμά και κάτσαμε, με τη Μάρα στη μέση. Είδαμε «Το αγκάθι» (Ελέιν Μέι – Γουόλτερ Μάταου), ωραία κωμωδία που έκτοτε δεν έτυχε να την ξαναδώ, και σ΄ όλο το έργο ο Κώστας συνέχιζε το κεφαλοκλείδωμα της νταρντάνας.

Αφού τέλειωσε η ταινία, αρνήθηκα την πρόταση του  θριαμβεύοντος  «αρραβωνιαστικού» να πάμε σε κάποια καφετέρια οι τρεις μας. Η φανερή ανασφάλεια  που εξέπεμπε  μού γεννούσε έντονη ειρωνική διάθεση, έτοιμος ήμουνα να του πετάξω «Πρόσεχε μη σου φύγει, ρε μαλάκα! Σφίχ’ τη κι άλλο!». Η διάθεση αυτή όμως υποχωρούσε απέναντι στο εξής ισχυρό τετράπτυχο: πρώτο, η γκόμενα το απολάμβανε, κάνοντας χάζι και με τους δυο μας. Δεύτερο, δυο χρόνια  διαφορά σε κείνες τις ηλικίες είναι λογαριασμός. Λογαριασμός κοινωνικού σεβασμού εννοώ, όχι ότι θα κώλωνα να πλακωθώ, μόνο να συνέτρεχε κάποιος λόγος. Τρίτο, ο τύπος ήταν φοιτητής, διέθετε δηλαδή μια ιδιότητα θεοποιημένη τότε για μένα. Τέταρτο, με φρέναρε και μια κάποια αστική ευγένεια που είχα ξεσηκώσει από το σπίτι μου, έστω στοιχειώδης. Έτσι, δεν του είπα τίποτα και, μετά τους ελάχιστους δυνατούς αποχαιρετισμούς, την έκανα ηρωικά. Δεν ένιωθα λυπημένος, ούτε προδομένος. Απορημένος λιγάκι  ναι. Είχα, επίσης, σκωπτική  και αυτοσκωπτική διάθεση.

Ούτε ξέρω τι απόγινε  έκτοτε η Μάρα. Μου ΄μεινε όμως η αγάπη για τις γυναικείες ραγάδες, που πήγε και βρήκε την προϋπάρχουσα αγάπη μου για τις φακίδες στα γυναικεία πρόσωπα. Και κείνη η παλιότερη αγάπη, των φακίδων, θυμάμαι πολύ καλά από ποια ακριβώς μεγαλειώδη συμμαθήτρια του Δημοτικού είχε ξεκινήσει. Όπως θυμάμαι πολύ καλά πώς δημιουργήθηκε εντός μου η αγάπη για τα κορίτσια που φοράνε γυαλιά. Μα αυτές οι παρένθετες ιστορίες δεν έχουνε να κάνουνε με το  «Άστρον».

*

©Δημήτρης Φύσσας, από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».
φωτο: totalcurve.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, Φύσσας