Της Κυριακής: Ρώμος Φιλύρας, “Το φως επόθησε ο τυφλός και τούγινε θρησκεία…”

Κιάτο 1888 – Αθήνα 1942

Romos_Filyras3.1.16

fav-3

Απομεινάρια

Στα χαλίκια που εφίλειε το κύμα
κάποια έμεινε ολάπαλη αρμύρα·
μέσ’ το βάζο που ήταν ο μόσχος
ένα μύρο απαλόν απομένει·
στην ψυχή μου που φώλιαζ’ η Αγάπη
ένα χάος, ένα χάος μυρωμένο!

fav-3

Δέντρα

Ω δέντρα, που αργοσέρνετε την κορυφή στο χώμα,
που η μαύρη θλίψη σάς λυγάει ―αλλοίμονον― ακόμα,
σα νεκροθάφτες μοιάζετε που σκύβετε του κάκου
να θάψετε τη θλίψη σας στο βάθος ενός λάκκου.

fav-3

Καβαλλάρηδες

Τα νούφαρα συντάραξαν στη λίμνη οι νυχτερίδες·
του ήλιου η κατακόκκινη γάζα σαν πάχνη λυώνει
κι η Νύχτα πέφτει στα νερά και κλώθει πέπλα κι ίσκιους
και τα δεντρά στραγγίζουνε των άστρων την αχτίνα…
Κάποια βουή ακούστηκεν από το δάσος πέρα
και τρέμει ο ύπνος στων πουλιών το αλαφιασμένο μάτι·
και σαν πουλιά που σκιάζονται μην τά ιδει το γεράκι
τρυπώνουν οι πεντάμορφες Νεράιδες στα καλάμια
κι οι καβαλλάρηδες περνούν χωρίς να τις ιδούνε…

fav-3

Φωτολάτρης

Το φως επόθησε ο τυφλός
και τούγινε θρησκεία…

Προσκυνητής εμίσεψα στο μακρυνό ερμοκκλήσι,
που απά στο βράχο υψώνεται λευκό σαν περιστέρι,
κι ήπια νερό στη βρύση του, πλάι στο κυπαρίσσι,
που η Μοίρα το θεμέλιωσε με το λευκό της χέρι.

Του κάκου κι αν ξεδίψασα στο κάμα τ’ Αλωνάρη,
κι αν ηύρα μπρος μου ολάνοιχτη του ερμοκκλησιού τη θύρα,
φτερώνομαι σαν το πουλί στο πιο ψηλό κλωνάρι,
προς μιας θρησκείας υπέρκοσμης τη φωτεινή πλημμύρα.

Ω Φως… σε σένα η προσευχή κι η δέηση κι η λατρεία,
που νέο ρυθμόν αυτιάζομαι στ’ ολόλαμπρό σου θάμα,
τα βάρυπνα τα μάτια μου που κάθε αυγήν ανοίγεις,
να κοινωνήσω επόθησα το φωτεινό σου ανάμα…

(από τα Άπαντα, Εκδόσεις Γκοβόστη 1939)
πηγή

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Κλασικά Κυριακής, περιοδικά