Τάκης Αναστόπουλος, Καλά Χριστούγεννα (*)

anastopoulos27.12.15

fav-3

Κανείς δεν ήξερε πώς πραγματικά λεγόταν. Οι άλλοι στρατιώτες νόμιζαν ότι το επώνυμο του ήτανε Αρκάς, επειδή έτσι τον φώναζαν απο την αρχή στο Στρατό, όλοι όμως τον αποκαλούσαν με το μικρό του, Βούλη. Ο ανθυπολοχαγός του, που μόλις είχε τελειώσει την Ευελπίδων, σχεδόν αμούστακος, τον ρώτησε μία μέρα, την ώρα που στήνανε ενέδρα πάνω στον Γράμμο, “το Βούλης απο Θρασύβουλος βγαίνει;” Δεν ήθελε να τον διορθώσει, αξιωματικός ήταν, δεν έπρεπε. Και ας  τους άφηνε να τόνε λένε με το μικρό του, Παναγιώτη. Έτσι, δεν απάντησε. Πρίν λιποθυμήσει άκουσε τον Παναγιώτη να φωνάζει “σκοτώσανε τον Λοχαγό, τραβήχτε τον Θρασύβουλο στη γράνα, ανασαίνει ακόμα”. Τον πήραν στο ορεινό χειρουργείο, του έβγαλαν το βλήμα όπως όπως, τον έδεσαν με γάζες και επιδέσμους και μετά τον έστειλαν μία βδομάδα αναρρωτήριο στα Γιάννενα. Απο εκεί του έδωσαν φύλλο πορείας να φύγει, να γυρίσει σπίτι του.

Άλλοτε πεζή, άλλοτε καβάλα σε μουλάρι και όταν στεκόταν τυχερός στην καρότσα ενός στρατιωτικού φορτηγού που πήγαινε προς Μεσολόγγι, με τα πολλά πέρασε απο το Αντίρριο στο Ρίο. Βρισκόταν πιά σε γνώριμα μέρη. Ανέβηκε στον Χελμό μέσα απο τα φαράγκια, τα νερά κύλαγαν ορμητικά παρόλο που ήταν τέλη Αυγούστου και δυό φορές παραλίγο να τον πάρουν απο κάτω. Δεν σταμάτησε μέχρι το Καλέντζι και εκεί κοιμήθηκε στο χάνι του Μπαλάση. Απο μονοπάτια που γνώριζαν οι ντόπιοι τσοπαναραίοι την άλλη μέρα έφτασε στον 111, επιτέλους δημοσιά, δρόμος ασφαλτοστρωμένος και σταμάτησε να περάσει τη νύχτα στο χάνι της Δίβρης. Πρωί πρωί ξεκίνησε ξανά για Τριπόταμα και μετά το πέρασμα του Ερύμανθου αντίκρυσε τα βουνά της Αρκαδίας. Στη Βυτίνα ούτε που στάθηκε, πήρε να ανεβαίνει προς το διάσελο. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί ότι κούτσαινε. Ότι, πιά, θα κούτσαινε σε όλη του τη ζωή. Μια επιθυμία είχε, να μπεί στην Αλωνίσταινα όρθιος, περπατώντας καμαρωτά, όπως όταν πήρε το απολυτήριο του Γυμνασίου και γύριζε περήφανος να το δείξει στη μάνα του στο χωριό.

Έφτασε στο χωριό στις 30 Αυγούστου το μεσημέρι. Ετοιμαζόταν να βάλει τα δύο δάχτυλα στο στόμα με διπλωμένη τη γλώσσα και να σφυρίξει για να τον ακούσει η μάνα του, και την ίδια ώρα ένα φορτηγό έμπαινε κορνάροντας στην πλατεία.  Σταμάτησε σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνη μπροστά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. “Ο Δημοκρατικός Στρατός υποχώρησε! Απο το πρωί σταμάτησαν οι εχθροπραξίες! Τέλειωσε ο πόλεμος!” φώναζε ο οδηγός. Ο κόσμος πετάχτηκε απο τα σπίτια του και το καφενείο του Τζατζαράκου. Στην αρχή άκουγαν καχύποπτοι, αλλά όταν τους διαβεβαίωσε ότι “το λέει το ράδιο στην Τρίπολη” άρχισαν να το πιστεύουν.  Τότε είδαν και τον Βούλη. Κανείς δεν πρόσεξε ότι κούτσαινε. Ήταν ο άγγελος που έφερνε την ειρήνη. Τον πήραν στα χέρια και τον γύρισαν σε όλο το χωριό. “Ζήτω ο Βούλης, ζήτω!” φώναζαν.

Την Παραμονή των Χριστουγέννων έφτασε ένα στρατιωτικό τζίπ την ώρα που άρχιζε να το στρώνει. Ένας λοχίας τυλιγμένος στη μακριά του χλαίνη βγήκε στην πλατεία και φώναξε σαν να ήτανε τελάλης. “Θρασύβουλος Αριστόπουλος, είναι εδώ;” “Δεν έχουμε κανένα Θρασύβουλο, μόνο Παρασκευά Αριστόπουλο έχουμε” του είπαν. “Και αυτός τώρα λείπει, του δώσανε περίπτερο στην Τρίπολη, ανάπηρος πολέμου” συνέχισαν εν χορώ. “Καλά, συγγενείς θα είναι, δώστε του αυτό το γράμμα. Βιάζομαι να γυρίσω στην Τρίπολη πριν κλείσει ο δρόμος απο το χιόνι”. Έβαλε την όπισθεν και εξαφανίστηκε σε ένα μαύρο σύννεφο που άφηνε η εξάτμιση. Πήγαν το γράμμα στον καινούργιο δάσκαλο και αυτός έτρεξε να το διαβάσει στη μάνα του Βούλη. “Αγαπητέ Θρασύβουλε” έγραφε “υπήρξες πραγματικός ήρωας, αν και άτυχος, τραυματίστηκες την τελευταία ημέρα των εχθροπραξιών. Πρότεινα την παρασημοφόρηση σου επ’ ανδραγαθία…” Η μάνα δεν κουνήθηκε καν, έστεκε σιωπηλή. Έμοιαζε να μην ακούει πιά. Ο δάσκαλος διάβασε μέχρι το τέλος και έβαλε τον επιβαλλόμενο τόνο επισημότητας στη φωνή του. “Εύχομαι, αγαπητέ Θρασύβουλε, η ζωή να τα φέρει να ξανασυναντηθούμε  μιά μέρα. Σε σένα και την οικογένεια σου, εύχομαι Καλά Χριστούγεννα. Με εξαιρετική εκτίμηση, Παναγιώτης … Υπολοχαγός Πεζικού”. Όταν τέλειωσε η ανάγνωση, “Καλά Χριστούγεννα και σε λόγου σου Δάσκαλε, αλλά αυτό το γράμμα δεν είναι για μας” είπε η μάνα του Βούλη, γύρισε την πλάτη και έκλεισε την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

25/12/2015

__________
(*) Στο διήγημα του Ηλία Μαγκλίνη “Πιέρια” (Νέα Εστία, Μάρτιος 2013) διαβάζουμε: “…μαζί μ’έναν Αρκά δεκανέα απο την Αλωνίσταινα, χτυπημένος κι αυτός αλλά πιό χαμηλά, στα σφυρά.”

*

©Τάκης Αναστόπουλος

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία