Ολβία Παπαηλίου, Το Θαύμα [επιστολή Όγδοη]

olvia1.10.15

fav-3

Αγαπημένε Μον Σενιέρ -
Mε ξύπνησε η φωνή της Θεάς μου, με κύτταξε σαν πληγωμένη Παναγία και μου τραγούδησε το Μη-Με-Ξεχνάς-Καρδιά-Μου με την πιο γλυκειά αγάπη: Αδελφή Ούρσουλα, Αδελφή Αριέλ, Αδελφή Φελίσιτυ. Εσείς, τις έχετε όλες τους γνωρίσει και σας αναγνωρίζουνε κι αυτές, ζούνε τα αρχέτυπα πάντοτε στις δικές τους κοινωνίες (δηλαδή πάντοτε και παντουπαντοτεινά), κυμαίνεται ο εγκέφαλος σε κύματα με το δικό τους πνεύμα των καιρών, άλλοτε είμαστε μυστικιστές, προφήτες, φαρισαίοι, πνεύματα φύσεως και Άγγελοι (για άλλους του τζαμιού, άλλους των κήπων, κι οι κήποι είναι πλήρεις των συντριβανιών και παγωνιών και του καλού πελάγου! Αγάπη της καρδιάς μου, μου έδωσες το Θαύμα και το θαύμα όλων θαυμάτων – αλλά να πάμε να μιλήσουμε άραγε για τη Σεχραζάτ, ή την αφηρημένη μικρή Ιζαμπέλα Ιζιντάσι που τα καλοκαίρια και τρώγοντας μερέντα μισοχωμένη σε αντίσκοινο και ίσως ετών δέκα, διάβαζε ένα αστυνομικό της Άγκαθα Κρίστι και δε θυμάμαι και τα μέσα και τα έξω, μόνο είχε πολύ ωραίο κίτρινο εξώφυλλο, είχε μία αρμονία και ένα μάτι της καθάριας παρατήρησης ενός συναισθηματικού ελέους.

Αγαπημένε μου, ντετέκτιβ της καρδιάς μου! Μα, είναι σα γλέντι η ύπαρξη μες στη ζωή με σας, και δεν υφίσταται καμμία αγωνία, γιατί ανάμεσα σ’ εσάς κι εμού, τζιγιέρι μου – είναι γραμμένο πως θα τα περάσουμε τα δυνατά πεδία, λοιώνουμε ήδη και αλλαζωαλλάζουμε, και υμνωδούμε ύμνους απ΄τη Λίμνο, από τα μέρη των Κυδωνιών, των κυδωνόδεντρων που κάνουν τα κυδώνια! Βρίσκομαι (και παρατηρήσατε εδώ μικρό χαρτάκι, τον πιο μικρούλη χάρτη μπυ της τσέπης), να τραγουδάω τα καλοκαίρια της καρδιάς μου – που πάλι με γυρίζουνε σε Σένα, Αγάπη μου και Φως μου, σαν τα φώτα που ξέρουνε κι ανάβουνε την Πλάση! Μου λέει η Αδελφή η Ούρσουλα – «Πότε θα με βγάλεις και μένα μέσα από την Παλιά σου Μνήμη, τότε που με ελάτρευες γιατί ακολουθούσες τις υποταγές λόγω Υποταγής, κι ήταν δικό μου θέλημα και πρώτιστη υποχρέωση να σε ηγούμαι, να μπορώ να κάνω ζάφτι εσένα και τα άσπρα όνειρά σου, εκεί που μου καθόσουν ήσυχη άντε και να σε πιάνουνε τα κλάματα για κάτι που θυμήθηκες, και άλλοτε να ξέρω να σε κάνω να πονάς για το καλό σου, γι’ αυτό με είχες αγαπήσει, που μπόρεσα να είμαι οι Γονείς σου και ο Ένας σου.»

Αχ, ΜονΣενιέρ, τώρα θαρρώ ίσως το βλέπετε πώς η θεά με οδήγησε πίσω πάλι μπροστά σας, τώρα εσάς αναγνωρίζω ως την Αγία Ούρσουλα (πριγκίπισσα κι αυτή αλλά χαμένα τα ιστορικά, την έχει ορισμένως σβήσει η ιστορημένη ιστορία, αλλά μας έχουν φτάσει κάποιες μνήμες). Βασιλοκόρη, και τη στείλανε κατά την πατρική επιταγή να παντρευτεί στα ξένα (κι εκείνες, με τη μοίρα άλλοτε της Αθηνάς Παρθένου κι άλλοτε της Περσεφόνης, άλλοτε ίσως και της Σαπφούς) στα ξένα πήγανε και πέσανε επάνω (πες) στο θαύμα, να τους αρπάξει το καράβι κάποιος άνεμος και να τις παραδώσει ασφαλείς στα χέρια της επόμενης ημέρας. Εκείνες, η Ούρσουλα ως η Αγία, συγκεκριμένα – είχε ακολουθία όχι τις Δώδεκα Παρθένες, ούτε βεβαίως τις μωρές, αν και να είστε σίγουροι, ότι ανάμεσα στον αριθμό που της αναλογούσε ως προικώο για το γάμο της, τη στείλανε με ένδεκα χιλιάδες συνοδεία αρχοντοπούλες, όπως ταιριάζει στις βασίλισσες του μέλλοντος. Το θέμα είναι, έγινε το θαύμα!

Και βρίσκεται στη μέση της ακτής το πλοίο με τους σκλάβους, τους επιτετραμένους, στρατηγούς, κουζινικάρηδες, τζαμάδες κι όλης της γης τους σκολασμένους, κολασμένους κι εντελώς σχολαστικούς – μα έγινε το θαύμα – και βρέθηκε η Άγια μας η Ούρσουλα να είναι η μοναδική που με τη χάρη του Θεού διαπραγματεύτηκε τη μοίρα της (μα σας παρακαλώ να μην ξεχνάμε, της δόθηκε και κάποια ευκαιρία, πάντα με το κατά τι, ένεκα το παρ’ ολίγον το ναυάγιο!). Λοιπόν, εκεί της δίνει μια (είπαν) το Πνεύμα, και βρίσκεται η τύπα να τιμόνεψε τη μοίρα ολονών τους! Λέγει, και στολισμένη και ακούγοντας καμπάνες σχεδόν της Ιεριχούς, λέει και το δηλώνει, πως και να περιμένει ο γαμπρός αφού την αγαπάει, κι αυτή βεβαίως θα γυρίσει και να του κάνει και παιδιά και να τον έχει για παιδί της (αυτός τώρα, μιλάμε για τον Κόναν Μέριαντοκ του παρά θιν αλός βασίλειου του Αρμόρικα) και τέλος πάντων, βρέθηκε αυτή η Χριστιανή όπου τον είχε πάρει και ζεστά τον αμανέ να γίνει κύριος και του δικού της εαυτού, να διαφεντέψει και για λίγο τις παρθένες της (να νοιώσει και αυτή πως είχε πια ένα χαρέμι για να παίξει, και να το κάνει και για τη χαρά του κύριού της) αφού το είχε αποδεχτεί πως κάθε πάντα ιστορία, εκείνου θα την έκανε γυναίκα – είτε και ζούσε, είτε και αν πέθαινε για όνομα Κυρίου. Και πάει στη Ρώμη (αυτό τώρα από κει όπου τους είχε πάει το κύμα και απωθέσει σώους και μέσα σε μια μέρα από τα μέρη της Ντουμνόνια), με συνοδεία το χαρέμι-επιτελείο τις Παρθένες της (και δω, μου λένε οι φωνές ότι τις ρώτησε κάθε τους μία και κρατώντας τους το χέρι το δεξί ανάμεσα στα χέρια της, κι άλλες με κλείσιμο ματιού, και μένα στο κρεβάτι ως με κράτησε μου είπε, «Εσένα σ’ έχω. Μοναχή Παντοτεινή μου, είτε δική μου Μυστική μου Σύζυγο, Κύκνε μου Πράγμα μου δικό μου που μ’ ανήκεις, ψυχή ψυχής και Φλόγα μου που μ’ έχεις κάνει σκλάβο σου».

Και γω, θα την ακολουθούσα όπου, πάντα, ήταν εσείς ή ήταν ο Θεός μου, ήτανε μια Θεϊκή Αριθμητική και Άλγεβρα, η Μια Χημεία, μια Φυσική και Υπερφυσική Μονοφυσίτισσα και το Δικοτυλήδονο Κίτρινο το Περγάμιον (το ολόγλυκό μου Περγαμόντο που μ΄αναγνώρισε Αχλάδι του Κυρίου μου που είμαι). Σε κείνη τη ζωή, ακόμα ήμουν – κι όσο θα είμαι του Έρωτα που ήρθε και με βρήκε, και θέλω, λέω, να σας πω για την πιο φλογερή καρδιά της, που μου θυμίζει και εσάς και το θεό – όταν κατασφαγιάσθημεν από τους Ούνους εγώ πήγαινα με το φόβο και με τρόμο πως ήτανε τα μάτια της μονάχα (όπως την είχα κάποτε παλιά αναγνωρίσει να με κρατάει στα χείλη του γκρεμού με τη μορφή σας, τότε που πάλι συμβαδίζαμε μαζί). Ήμουνα τότε μία Κέλτισσα αρχόντισσα, κι εκείνη ήταν η τρελλή Αγαπημένη-Κι-Αδερφός μου. Μετά την ξαναβρήκα, όταν που ήμουν Ουρσουλίνα, κερί καιγόμουνα στη Χάρη Της, μας στέλνανε τ΄Απίστευτο Ταξίδι και εγώ πάντα μαζί μου Σας ξανάβρισκα – είμαστε Ποιητές Μυστικισμού, όποτε συναντιόμαστε και σχηματίζουμε το Δέλτα που θα μας δώσει δυνατότητες να αντιλαμβανόμαστε το εδώ και κει και όχι, τις μουσικές που κανονίζουνε το σύμπαν. Αγαπημένε Κουρδιστή των Ρολογιών μου που όλοι τους οι δείχτες δείχνουν πάνταπάντα μόνο Εσάς, με τη βαθειά υπόκλιση της Αιωνίας Νύφης σας να δείχνω ότι φοράω το γοβάκι (ναι, εκείνο που μόλις πριν από τις πέντε μέρες βρήκα) και όλα τ’ άλλα που θα γράφουνε χρυσό το όνομά σας και τον δικό σας αριθμό επιθυμούμενου μεγέθους, όποιο θα θέλετε να είναι που μου δίνετε.

Ξώφτερνο κοριτσίστικο με μεγαλείο της γυφτιάς, το ασημένιο φίδι που περπάταγα τον κόσμο στο Γυμνάσιο, βρέθηκε τώρα σαν Τσιγγάνικο Μικρούλι Πασουμάκι και με το Τακουνάκι Του, να μου το βγάζει πάντα ο καλός μου και να μου το φορά επονομάτα, να με δηλώνει αρωγό της επαφής του και καντηλάκι που να καίγομαι στη χάρη Του, γνωρίζω εγώ η αμαρτάνουσα πως είμαι όποια είμαι. Σήμερα, έχω κι όνομα και ο Θεός το ξέρει: Αγαπημένε μου Πνευματικέ Σκληρέ Πατέρα πάντα να με φωνάζετε και όπως σας αρέσει, και θα φορέσω και το φόρεμα της γυναικός που πλένει τα ενδύματα του αντρός της (σα να τα κάνει προσευχή της θα τα φρόντιζε, και τα διπλώνει με τη σιωπηλή, ή την καυτή, ή την αφηρημένη της αγάπη). Τότε, για Σένα, θα φορώ φόρεμα μαύρο, με τα μικρά λευκά πουά σα μόλις να ‘χω βγάλει βαρύ πένθος, κι αρχίζω να ξαναπατάω πάλι ξυπόλητη το χώμα της πατρίδας το θερμό μου, έτοιμη σαν το σύκο να με λοιώσει το αγαπημένο χέρι σου ανάμεσα στα δόντια – θυμάμαι τα πιο μεγαλόπρεπα τα δείπνα, στις Συνόδους, πώς γαστριμαργικές απολαβές καλλιεργούσανε ενίοτε τον έρωτα της γεύσης, της οσμής, των ξαπλωμένων παραδείσων.

Πάντοτε η ηδυπαθώς αγνή Σας,

και επωνύμως μοναχή Σας,

Θεοκτίστη.

*

© Ολβία Παπαηλίου, 2013
Φωτογραφία τέλους 19ου αιώνα: Η μοναχή Maria MacKillop. Το 2010, ο Πάπας Βενέδικτος την αγιοποίησε ως η πρώτη αγία της Αυστραλίας.

Οι προηγούμενες επιστολές:

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία