Στάθης Ιντζές, Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας, Εκδ. Θράκα 2014

intzes29.9.15

από το εξώφυλλο του βιβλίου

fav-3

απόσπασμα

Mέσα στους τέσσερις τοίχους που με περιέβαλλαν, υπήρχαν φορές που η μοναξιά γινόταν αφόρητη. Σκεφτόμουν τους ενοίκους του κτιρίου να ζουν στα συμπαθητικά διαμερίσματά τους δίχως να δίνουνε δεκάρα τσακιστή για τον διπλανό τους, από τον οποίο τους χώριζε μια μεσοτοιχία. Εκείνοι, μπορεί να διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική, να καταβρόχθιζαν μεγάλες ποσότητες κρέατος και ο διπλανός τους να πέθαινε ολομόναχος. Εφόσον δεν διαταρασσόταν η ζωή τους, δεν τους αφορούσε.

Η συνολική επιφάνεια των δέκα τετραγωνικών μέτρων που μου αναλογούσε, ήταν αρκετή για έναν μόνο άνθρωπο σαν εμένα. Ωστόσο, ο περιορισμένος αυτός χώρος δεν μου επέτρεπε πολλές διαρρυθμίσεις. Κάποτε, σκέφτηκα να διαχωρίσω με μια γυψοσανίδα το μπάνιο από τον υπόλοιπο χώρο. Η ιδέα αυτή με είχε ενθουσιάσει. Την είχα ξεσηκώσει από ένα ντοκιμαντέρ για την ιαπωνική αρχιτεκτονική. Με τόσα λίγα τετραγωνικά οι Ιάπωνες κάνανε «παπάδες».

Όσο για τη μεγάλη μου αγάπη, την τηλεόραση –τι συσκευή Θεέ μου! τι ανακάλυψη!- την είχα τοποθετήσει πάνω σ’ ένα δρύινο τραπεζάκι γουίντζ απόχρωσης. Απέναντι από το κρεβάτι, δίπλα στο παράθυρο, ήταν κρεμασμένος ο πίνακας που απεικόνιζε την κοπέλα με το κενό βλέμμα πίσω από το τραπέζι. Άθελά του ο Μανέ, όταν ζωγράφιζε τα μάτια της, πέρασε μια πινελιά πάνω και από τα δικά μου μάτια. Έτσι λοιπόν, είχα οργανώσει τη ζωή μου, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είμαι αυτάρκης και να μην χρειάζεται να ξεπορτίζω.

Σήμερα το πρωί, όπως κάθε πρωί, με καλημέρισε ενθέρμως η κεχαριτωμένη νεαρά της πρωινής ζώνης, αφού πρώτα με ευχαρίστησε για την πολύτιμη συμβολή μου στην επιτυχία τής εκπομπής της. Μου υποσχέθηκε, χωρίς να της το ζητήσω, ότι θα μου κρατούσε συντροφιά για τις επόμενες τρεις ώρες. Τι καλός άνθρωπος! Είπε ότι θα πηγαίναμε μαζί, χέρι χέρι, όλη τη χρονιά. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Κάθε φορά που με κοιτούσε στα μάτια και μου έλεγε να μείνω συντονισμένος στο δέκτη μου, καθόμουν υπάκουα και περίμενα. Δεν ήθελα να την απογοητεύσω.

Ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο είχα καθημερινή επικοινωνία, ήταν μια γλυκύτατη δεσποινίς, ολίγον τι τροφαντή, που άκουγε στο όνομα Άσπιλη και είχε τρόπους που θα ζήλευε και γαλαζοαίματος. Μετακόμισε σε διπλανό διαμέρισμα προ δεκαετίας και από τότε αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Ερχόταν πάντοτε ντυμένη στα λευκά. Τον πρώτο καιρό νόμιζα ότι ήταν νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, αλλά αργότερα κατέληξα, στο συμπέρασμα πως είναι μαγείρισσα συνοικιακού εστιατορίου, εξαιτίας των καλο-αλατισμένων γευμάτων που μου προσέφερε.

Τις πρώτες μέρες που άρχισε να με επισκέπτεται, θυμάμαι, είχα ξαφνιαστεί. Τι λόγο είχε μια νεαρή, τότε, κοπέλα να μπαίνει στο δώματιό μου με άνεση συγκάτοικου και από πάνω να με ταΐζει κιόλας; Και δεν σας κρύβω ότι είχα ερεθιστεί στην ιδέα πως η γυναίκα αυτή μπήκε στη ζωή μου χωρίς τη χρονοβόρα διαδικασία της γνωριμίας. Έπαιρνε μπροστά στα μάτια μου σάρκα και οστά «το όνειρο της παντόφλας». Γιατί κάθε άντρας έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του την εικόνα μιας τροφαντής γυναικός, το μέλημα της οποίας είναι να του φέρνει τις παντόφλες μπροστά στην τηλεόραση και από πάνω να του βγάζει κι όλα του τα γούστα στην κουζίνα. Από την πρώτη κιόλας μέρα μου ζήτησε να της δείξω τον ποπουδάκο μου. «Λίγο νωρίς δεν είναι;», της είπα. «Μπράβο τ’ αγόρι μου…», έκανε εκείνη. Ναι ήμουν το αγόρι της!

Το ολιγόλεπτο μπρέικ τέλειωσε και η τηλεοπτική μου συντροφιά επέστρεψε θριαμβευτικά «και πάλι μαζί σας». Αυτός ο πληθυντικός με σκότωνε. Γιατί μου απευθυνόταν στον πληθυντικό τώρα; Και πάνω που ‘χα συνηθίσει την οικειότητα… Μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε; Δεν περίμενα με την ουρά κάτω από τα σκέλια στις διαφημίσεις; Εγώ δεν ήμουν αυτός που δεν το κουνούσε ρούπι αν δεν άκουγε τις λέξεις-κλειδιά, όπως «αύριο και πάλι μαζί» ή «κάπου εδώ, η εκπομπή μας έφτασε στο τέλος της»; Κυρία δημοσιογράφος παύλα παρουσιάστρια, κοιτάξτε με λίγο σας παρακαλώ, εγώ είμαι, ο καλός σας τηλεθεατής που ευχαριστήσατε προηγουμένως για την προσήλωσή του στην εκπομπή σας. Τι απέγινε τόση καλοσύνη ξαφνικά; Τι μπορεί να άλλαξε μέσα σε λίγα μόλις λεπτά; Κι ήταν ξεκάθαρο το μήνυμά της πριν βγει για το διάλειμμα, «μη φύγει κανείς, επιστρέφουμε σε λίγο», είχε πει. Με τις τύψεις να χορεύουν στο μυαλό μου και με το «τώρα περνάμε σε άλλες ειδήσεις» όπως και «μπράβο μας» που μείναμε ως εκείνη την ώρα κοντά της, έγειρα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και αποκοιμήθηκα.

intzes-bk
©Στάθης Ιντζές

Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας,

Εκδ. Θράκα 2014

 

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία