Εύα Σταματοπούλου, Η δολοφονία των γονιών μου

stamatopoulou31.8.15

fav-3

Ερχόμουνα ψηλός και ορθός, σαν άγαλμα. Η Μαρία λέει σαν αγιογραφία. Αναζητώ ακόμη τον Άγιο που μ’ έριξε εδώ μέσα. Τάρταρα μου ψιθυρίζει το Μαράκι. Κόλαση λέω εγώ. Ευτυχώς ήρθε η Θεοδώρα τις προάλλες και πήγαμε σπίτι και ξεκουράστηκα. Πολύ βαβούρα. Τα παιδιά παίζουν συνεχώς και με κουράζουν. Θέλω τα βιβλία μου, θέλω το μακαρίτη πάνω από τον ώμο μου να επιβλέπει τα γραπτά μου. Η Μάνα χάθηκε κι αυτή. Πότε συνέβησαν όλα αυτά; Αυτό το κάτι μέσα μου λέει στις 3 Μαρτίου 1975. Τα κακά της Μεταπολίτευσης. Ούτε ο Παναγούλης ούτε κανένας άλλος δεν του ’μοιαζε. Ψηλός σαν εμένα, με πυκνά μαλλιά και μούσια, λαμπρός σαν άγαλμα και κοφτερός σαν δρεπάνι. Μου άφησε τον Μαρξ για να τον θυμάμαι. Πότε διάβασα τελευταία φορά Ριζοσπάστη; Μου μάθανε το Καρφί του Κακαουνάκη και αποκοιμιέμαι. Όπως και κοιμισμένος ζω και αναπνέω εδώ μέσα. Αιγινήτειο, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2005. Έκλεισα 15ήμερο. Να ‘ταν μόνο η Εισαγγελική Δίωξη που μ’ έστειλε εδώ μέσα!

Κουράστηκα Παναγία μου. Πόση σκόνη κρέμεται ακόμη σε αυτές τις σόλες. Η Μαρία θέλει να σπουδάσει Φιλοσοφία. Την υποβάλλω, τις κολλάω ιδέες, μα ξέρει να αμύνεται. Έξυπνο παιδί. Για τα άλλα δεν ξέρω. Μου κολλάνε ώρες ώρες κάτι ιδέες που ο Ηρώδης θα ωχριούσε μπροστά μου.

Δεν ξέρω, ζει ακόμη η Βία μέσα μου. Δεν μπορώ να εξομολογηθώ πουθενά. Ποιος τους δολοφόνησε;

Το αυτοκίνητο πήγαινε με 80 στην Εθνική Αθηνών Θεσσαλονίκης με προορισμό τη Λάρισα. Πώς σκάλωσε το ρημάδι το άλλο στη στροφή, πώς βγήκε ολόκληρο μπροστά τους ένας Θεός το ξέρει! Ποιος Θεός όμως, ο δικός μας ή ο άλλος;

Κουράστηκα. Δεν τολμώ να σκεφτώ τίποτε. Δώδεκα η ώρα και ακόμη να μου κολλήσει ύπνος. O κυρ-Βασίλης ροχαλίζει. Ο Γιώργος κουνιέται σα μωρό στην κούνια του. Ίσως είναι καλύτερα να παρατηρώ παρά να βασανίζομαι. Τα κορίτσια αριστερά τα αγόρια δεξιά. Οικοτροφείο ο Παράδεισος. Πότε πέθανα; Γιατί;

Κάτι μου δείχνει η νοσοκόμα. Πήγε οκτώ και μισή και παίρνω τα φάρμακά μου. Συναντώ την Ντίνα στο διάδρομο. Ψηλή και όμορφη σαν αλόγα. Ποιος ξέρει τι να έχει. Ταιριάζουμε σαν φυσιογνωμίες. Η Μαρία λέει πως ταιριάζω με τη χοντρή την αγιογράφο που ήρθε και έφυγε κατευθείαν. Αυτή θα με ζωγράφιζε κι εγώ θα ήμουν το μοντέλο της. Έχει πλάκα ώρες ώρες αυτό το παιδί.

Ποιον να παρατηρήσω; Έχω ανάγκη από βόλτα. Πνίγομαι εδώ μέσα. Ο Χάρης πήγε να μιλήσει για θανάτους σήμερα. Αφορμή η εφημερίδα. Μου κολλάει με γελοίο τρόπο. Θέλει να μιλήσω για τη δολοφονία τους. Πνίγομαι, ζεσταίνομαι, το παιδί μέσα μου ζει. Ευτυχώς. Η Μαρία δεν με κοιτάει. Θέλω να της ρίξω μία μπουνιά. Το παράκανε πριν. Χώνεται σε όλους και σε όλα. Το παίζει έξυπνη.

Κουράστηκα και πάλι. Δεν έφαγα την ψαρόσουπα. Αρχίζω να κουράζομαι. Θα έρθει ο θείος από την Τρίπολη. Τιμή του. Κουράστηκα με όλους αυτούς τους διαβόλους εδώ μέσα. Θέλω τον πατέρα μου, τον άγγελό μου, τον άνθρωπό μου.

Η Μαρία έχει ριζώσει μέσα μου. Γέλα μου λέει. Κουράστηκα να τη μαλώνω. Θα την αφήσω ελεύθερη. Τράβα παιδί μου στο δρόμο σου. Θέλει να της πω για το ατύχημα. Αλλάζω θέμα. Πώς ήταν στο Πανεπιστήμιο; Τη ρωτάω. Τέλεια! πετάγεται και το χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό της. Τσιγάρα έχετε; Με ρωτάει.

Ένα τσιγάρο ολόκληρη η ζωή μου. Φούμα και κακό. Αλλά οι γονείς άφαντοι. Δεν με συμμαζεύει κανείς. Θα κάνω ό, τι καταλαβαίνω. Θα διαβάζω και θα γράφω. Αυτά με μεθάνε. Αυτά με μάθανε. Τα ελέγχω. Έχω όρεξη για φαγητό. Έχω ανθρώπους πλάι μου. Απόψε η Θεοδώρα η ξαδέρφη μίλησε για ένα κτήμα στο χωριό που έχω μερίδιο. Θα το διεκδικήσω. Ένα σπίτι εκεί και άλλο ένα στη Ρόδο. Θέλω να φύγω από την πόλη. Αρκεί να φύγει αυτή πρώτα από μέσα μου. Κυψέλη και παιδιά ξένα. Πολύβουα μελίσσια παντού. Και παντού το δάκτυλο. Με δείχνει. Εσύ τους σκότωσες. Πατέρα τι να απαντήσω; Ρωτάω το Χριστούλη μέσα μου.

*
©Εύα Σταματοπούλου
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία