Αλέξανδρος Τιχομίρ, Ποιήματα από μια περίοδο που δεν φαινόταν να υπάρχει επιλογή

tixomir21.8.15

fav-3

Στην Ειρήνη

Το ταξίδι του κομμένου χεριού

Και είπε: στο διάολο να πάει η ποίηση
στο διάολο το ωραίο
αν για να υπάρξουνε πρέπει να με κατακτήσουν
τούτο το κορμί ούτε γιουβέτσι πια δεν αντέχει
κι ούτε λόγος για άλλο τρόμο.
Πού είναι η ήσυχη ζωή και η αιωνιότητα
δείξτε μου και αργά αυτή τη φορά
κοιτώντας απολαυστικά τριγύρω
θα πάω στην καλύβα που καίει το τζάκι
με ξύλα που έφερε η δουλειά.
Τι να τινάξω πια που μόνο το σώμα μου έχει μείνει
και σε ποια ακρογιαλιά θα φωνάξω τον καημό μου;
Πια δεν έχει ούτε έναν ίσκιο εδώ τριγύρω
μόνο τα τζιτζίκια που υμνούν τον ειρωνικό μου ήλιο
μιας και όλα φαίνεται πως τώρα με χλευάζουν.
Ας είναι, ίσως δίκιο έχουν. Άλλωστε, παλιόσφηκα
που με τριγυρίζεις, ο τοίχος που χτίσανε παλιά
μαζί με την εκκλησία…
Αυτά είναι μπερδεμένα πράγματα, μα πού είναι τα απλά;
Τα απλά είναι σε ένα ζεστό πορτοκάλι
που καλότυχα συναντάς να κρέμεται πάνω απ’ τη δίψα σου
τα απλά είναι ένα περιστέρι που σου δίνει θάρρος
και ελπίδα μετά το θολωτό μονοπάτι.
Τα απλά ίσως βρίσκονται σε κάποιο αστείο
ή σε μια βόλτα στην ακρογιαλιά
ένα απόγευμα που θέλησες να ξεπιαστείς λιγάκι.
Απλή η φράουλα και ο ασβέστης, τα αστέρια απλά
και το χαμόγελό σου
απλά είναι τα παιδιά που χτίσανε
αυτόν τον κόσμο πάνω στα γόνατα
του ξεχασμένου-χωρατατζή-με ζεστά μάγουλα-
γενειοφόρου-μεγαλόκαρδου-με λαμπερά μάτια
Πατέρα
που είναι και αυτός απλός
ο απλούστερος όλων
απλή είσαι εσύ Μητέρα
και ο τρόπος που γράφεις
κι ο καημός σας κυπαρίσσια κι αυτός ακόμη
απλή είναι η θάλασσα με τα μυριάδες μυστικά της
που φρουρούν φρουροί που γελούν
στις σκιές των περικεφαλαίων.
Απλοί οι αγώνες και η χαρά
απλοί είμαστε όλοι
και τότε γιατί;
Ποιος σκοτεινός σκοπός
θρίαμβος στην απλότητά του
μας σπρώχνει προς τα κει
που η παλιά επιγραφή μάς λέει
πως η ελευθερία κείται στην καταστροφή;

Ίσως το μυστικό να βρίσκεται
κάτω απ’ τις φτερούγες που πετούν
εκμεταλλευόμενες το ρεύμα
ή το μυστικό μπορεί να βρίσκεται
στον καλπασμό και το άλμα της γαζέλας
στου θηρίου το μουγκρητό κάποτε στην στέπα.

Ναι, καλά όλα αυτά.
Χρήσιμα όλα αυτά, Πατέρα
και άγιος ο κόσμος που έπλασες για μας
(ή για σένα;)
όλα αυτά καλά ναι
μα στον πάτο ένα χέρι
ακόμη περπατεί
σπρώχνοντας τον χρόνο με τα δάχτυλα
μέσα στο σκοτάδι.
Κομμένο χέρι πούθε έρχεσαι και για πού τραβάς
κομμένο χέρι ανάθεμα, συ μας ορίζεις
κομμένο χέρι πια που έγινες
η Μάνα κι ο Πατέρας.
Στέριωσε κάπου πια και πες μας το βάσανό σου
ποιος τιμωρία τόσο φριχτή
στις πλάτες σου απιθώνει;
Τι υφαίνεις εκεί στα κρυφά
ποιον αργαλειό σε όρισαν να δουλεύεις;
Κομμένο χέρι που κυβερνάς τις μοίρες των ανθρώπων
εσύ κομμένο χέρι είσαι η πρώτη μοίρα
που δόθηκε απ’ τα σπλάχνα της γης
σε θεούς κι ανθρώπους.
Κομμένο χέρι.

fav-3

Νεκρός τίτλος

Θα σε πείραζε να μιλούσαμε λίγο
ν’ αγγίξω ξανά τα πέλματά σου
την πλάτη σου, τον κωλαράκο σου
θα σε πείραζε να μου χαμογελάσεις;
Να μείνω κοντά σου όσο ο ήλιος θα μπαίνει απ’ το παράθυρο
θα σε πείραζε;

Μήπως θα προχωρούσα πολύ
δεν ξέρω τι είναι το πολύ και τι το λίγο
ξέρω λιγάκι τι είναι η απουσία.

Τα μάγουλά σου τα θυμάμαι σαν δυο ρόδια.
Τα μάτια σου η έναστρη νύχτα
Τα πόδια σου μου υπόσχονταν το αύριο
και στην κοιλιά σου η σιωπή, η γλυκιά σιωπή.

Καπνίζω πολύ αλλά μην ανησυχείς
(βλέπεις τα χέρια μου σε φτάνουν παράλυτα)

πες μου για τα τραγούδια του κοκκινολαίμη
στα καλώδια των στύλων.
Ο ουρανός θα είναι καθαρός
το πράσινο ευχάριστο.

fav-3

Συντροφική συζήτηση

Κύριε, δεν τολμώ να σου ζητήσω τίποτα πια
μπροστά στο χιούμορ σου υποκλίνομαι.
Είσαι μεγάλος!
Αυτή τη φορά δώσε μου ό,τι νομίζεις εσύ
άλλωστε ξέρω ότι και πάλι θα με κάνεις να γελάσω.

fav-3

Σε έναν τυχαίο όμως ορισμένο νέο

Αν είσαι νέος και παρορμητικός
αφήνοντας την καρδιά σου να κάνει κουμάντο
σε παρακαλώ στάσου για μια στιγμή και άκουσέ με
ή τουλάχιστον άφησέ με να σου δείξω το κορμί μου
και το πώς το κατάντησε η γάγγραινα
γιατί αυτή είναι αρρώστια νεανική
που σε προσβάλλει φτιαγμένη από σένα
από το ίδιο σου το σώμα.
Η ενέργεια βλέπεις που σε ροκανίζει
πρέπει να δαμαστεί πριν σου φάει ακόμη και το πουλί
κι αν γεροντίστικα σου φαίνονται αυτά
τότε έχω να σου πω πως μπροστά σου
μέγα παράδειγμα ανθρώπου έχεις που είπε
τα απερίσκεπτα ίδια λόγια.
Γιατί νόμος είναι
- και στους νόμους μην πας κόντρα -
το κάθε πράγμα στον καιρό του
νόμος που αν καταπατηθεί
μονάχα σήψη φέρνει.
Και μην σκεφτείς
(όπως ίσως σκέφτεσαι)
πως κάποιος θα σε σώσει
γιατί το να σωθείς
μόνο της τύχης ή άλλου έργο
πρέπει να ‘ναι.
Βράδυνε το βήμα σου
πριν την όαση που σου καίει τα σωθικά
και ψάξε μέχρι να φτάσεις εκεί
άλλο τρόπο για να ξεδιψάσεις.
Γιατί αν μέσα στην έρημο
που ξέρω πως βαδίζεις
στο τρεχαλητό αφεθείς
περνώντας το για ελευθερία
σίγουρα νεκρός θα βρεθείς
πριν την αγία όχθη
εκτός όπως σου ‘πα κι αν από τύχη σωθείς
μα σ’ αυτό δεν πρέπει
να υπολογίζεις.
Τούτη την σκέψη μην την αφήσεις
ούτε καν σαν αίσθηση
στο ασυνείδητο να υπάρχει.
Γιατί όσο κι αν σου φαίνεται
πως κάποιος σε βοηθάει
κατάλαβέ το νωρίς
πως μόνος σου
είσαι και θα ‘σαι.

fav-3

Ελπίδα

Είναι κάτι που θέλω να πω
για τον χρόνο
για την έλλειψή του
κάτι για την κουκουβάγια
και τις ελιές, κάτι για σένα
που έμεινες για πάντα στο παράθυρο
να με κοιτάς μέσ’ απ’ τα δάκρυά σου.
Κάτι για το βρέφος που πεθαίνει
κάτι για τα δέντρα και τους θάμνους
τη θάλασσα, κάτι για την αλεπού
και το λιοντάρι, το γρασίδι
δεν υπάρχει χρόνος
και ταυτόχρονα ο χρόνος απλώνεται
σα χυλός
σε σπίτι παραδοσιακό με ξύλινα έπιπλα
και ριχτάρια
δεν υπάρχει χρόνος
για τίποτα πια
και ταυτόχρονα υπάρχει.
Είναι στο μεταξύ,
στο σημείο που συνθλίβονται οι χίμαιρες,
που γεννιέται ο άνθρωπος που φωνάζει
είναι στο μεταξύ που τα σκυλιά
αλυχτούν το χάραμα που κατεβαίνεις το δρόμο
φορτωμένος έναν σάκο και την ελπίδα σου
φορτωμένος την ναυτία του κορεσμού
του ακόρεστου κορεσμού.
Είναι τα σπαρτά που δεν με υπακούν
είναι οι άνθρωποι που φτιάξαν κι άλλες μάσκες
και δεν πρόλαβα ακόμη να τις μάθω
είσαι εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ
είσαι εσύ που με καταδιώκεις
από κείνο το γαμημένο παράθυρο
είναι τα δάκρυά σας οξύ που στάζει
στην καρδιά
είναι οι πόρτες και οι μεντεσέδες
είναι τα ανύπαρκτα τριαντάφυλλα
η σιωπή που δεν πεθαίνει
η κραυγή που δεν βγαίνει
είναι το μεταξύ
το χειρότερο σημείο για να γεννήσεις
είναι το μεταξύ το πιο εύφορο σημείο
είναι εκεί που κατοικούν οι άνθρωποι
που δε θέλω να πηγαίνω
είναι εκεί ακριβώς που θέλω να πηγαίνω
και σκίζομαι στη μέση και με καταπίνει
το σκοτάδι.
Είσαι εσύ, εσύ, εσύ
που δεν πέθανες ακόμη μέσα μου
εσύ που θα σε ξαναδώ
και θα με πυροβολήσεις μνήμες
ανοίγοντας τρύπες στο κορμί
που δεν ξέρω πια αν έχω τη δύναμη να κλείσω
είσαι εσύ που κάτι κρατάς ακόμη από μένα
και μάλλον ζητάς λύτρα για να τ’ αφήσεις
μα δεν ξέρω γιατί δε σε ρώτησα
ξέχασα έτσι που πηγαίνω ταλαντευόμενος
ανάμεσα στις τριανταφυλλιές του κήπου
και τα φανάρια
και κάπνισα τελικά σε κάποιο παγκάκι
κοιτώντας χωρίς κανένα ενδιαφέρον
το κενό, είσαι εσύ που να σε πάρει
που δεν μ’ αφήνεις ν’ αναπνεύσω
μα ποιος είσαι εσύ;
Κάποτε μάλλον μπορούσα ν’ απαντήσω
τ’ όνομά σου το ‘ξερα
μα τώρα το βουητό σου με γεμίζει
και δεν μ’ αφήνει να σκεφτώ
ξεθεωμένο με ρίχνει στο κρεβάτι
με άδεια χείλη, με κάποια ελπίδα
πως θα ‘μαι καλύτερα μετά
για να δουλέψω
με κάποια ελπίδα, ελπίδα, ελπίδα
πες το πολλές φορές και θα φανεί
πόσο μάταιο πράγμα είναι,
ελπίδα
πόσα σημαίνεις εσύ, σωτήρα μου
ελπίδα, συγνώμη που μίλησα
έτσι για σένα
δε θέλω να μου φύγεις
μείνε για να τελειώσω κάποιες δουλειές
με την γραφειοκρατία, να διεκπεραιώσω
(πώς το λέτε;) τις υποχρεώσεις μου
και μετά φύγε, αγαπημένη συντρόφισσα
αίλουρε στην τακτική σου
τσαλαπατητή των λουλουδιών της πάχνης
και μήτρα της αυγής
ελπίδα, είσαι όμορφη
πραγματικά, πιο πολύ κι από την χίμαιρα
κουρασμένος σε δοξάζω
γιατί έτσι! Γιατί μόνο εσύ μου έχεις μείνει
και σε χρειάζομαι, όπως είπα,
για κάτι θεματάκια
ψιλοδουλειές μη νομίζεις, θα τελειώσω
γρήγορα ελπίδα
μα εσύ μείνε κι αφού σωθούν οι δικαιολογίες
πια, μείνε να χαρείς ελπίδα
πες μου μόνο πόσα θες
και το κορμί σ’ αφήνω να καταχτήσεις
αρκεί να το φορτωθείς εσύ πια
γιατί έχω κάτι φριχτούς πόνους στην πλάτη
απ’ το κουβάλημα
κι αυτή η ανηφόρα δεν έχει μάλλον τελειωμό.
Όχι δεν παραπονιέμαι, παρακαλώ μην με παρεξηγείς,
πολλά τα ξέφωτα που δόθηκαν
πολλή ήταν και η βοήθεια
μα πες μου, ήταν πουλί αυτό
που έκρωξε ή η σκιά που φτάνει;
έχουμε καθόλου κρασί
ή αφήσαμε το φλασκί μαζί με κείνα τα σκουπίδια;
Ελπίδα, αγαπημένε καθρέφτη
που ό,τι κι αν πω πάντα αποκρίνεσαι
ταιριαστά, ελπίδα αυτό το τετράδιο
έχει μουχλιάσει, έχω μουχλιάσει
είμαι ένας μούχλας βρε ελπίδα
τι με θες πια; Μα όχι μη με παρατάς
να χαρείς ελπίδα, λίγο ακόμη,
να, μέχρι εκεί και μετά
ίσως
ίσως λέω, τέλος
τι τι πάει να πει ίσως τέλος
ίσως ελπίδα, εσένα δεν σε πετώ
εσύ είσαι το δόρυ μου
και ακόμη πολεμώ
ό,τι κι αν λέω,
ελπίδα.

fav-3

Το δωμάτιο αναμονής

Στο δωμάτιο αναμονής
γράφεις κάποιο ποίημα
κοιτάς λίγο αφηρημένος ψηλά
ή χαζεύεις τα μπούτια της απέναντι.
Στον χώρο αναμονής έχει βαρετά περιοδικά
για το κυνήγι πέρδικας ή χταποδιού
και συ βρίσκεσαι στο πραγματικό κυνήγι.
Εδώ έχει μια γλάστρα με ψεύτικα φυτά
και μια ψυχρή γραμματέα.
Στο δωμάτιο αναμονής τα βλέμματα είναι εγκάρδια
δεν βαριέσαι, θα περάσει η ώρα
και ο γιατρός χαμογελαστός
θ’ ανοίξει τη συρόμενη πόρτα.

fav-3

Σ’ αγαπώ

Θέλω να σου πω ότι σ’ αγαπάω
μα δεν τολμώ να φωνάξω τ’ όνομά σου.
Είναι καλύτερα το ποίημα αυτό να μείνει
στις χούφτες μιας ζητιάνας.

Θέλω ν’ αγγίξω το κορμί σου
και λιγοθυμώ στην σκέψη ότι τα χέρια σου
αγγίζουν το λαιμό μου.
Θέλω να σου πω πολλά
αλλά ο χρόνος δεν μ’ αφήνει
είναι αργά, πέσε και κοιμήσου.
Όχι, στάσου λίγο.
Είναι βλέπεις που όλα έμαθα να τα συγκρατώ
για να επιβιώσω, για να επιβιώσεις τώρα εσύ.
Το χέρι μου… Τι είπες; Είναι πολύ κοντά;

Θέλω να κάτσουμε στη βεράντα
οπουδήποτε, αν θες βρες ένα σημείο
μακριά από τη θύμηση
πού είναι το παρθένο;
Πια δεν υπάρχει, το ξέρω αυτό
αλλά θέλω να σου πω πως σ’ αγαπάω
κι αν το λέω έτσι σιγά
είναι επειδή σ’ αγαπάω πολύ
και με το ζόρι κρατιέται τέτοια αγάπη.

Εντάξει κοίτα τα άστρα
ξέρω πως τα βαριέσαι, ξέρω πως δεν έχεις κάτι να πεις
αλλά σ’ αγαπάω και δεν μπορώ
να πω τ’ όνομά σου
Ας ήσουν η θάλασσα
ή ο αέρας που με αγγίζει
ας ήσουν ένα δέντρο
που να ξέρω τ’ όνομά του για να το πω.
Να έτσι: πικροδάφνη
σου ταιριάζει αυτό το δέντρο ίσως
μα δεν έχει σημασία, μπορώ έτσι αδιάφορα τάχα
να το πω: πικροδάφνη
και να το πάρει ο αέρας
σαν αναστεναγμό
πικροδάφνη.

Μείνε λίγο ακόμη, ξέρω πως δεν σ’ έπεισα
όχι δεν σε ζορίζω.
Ξέρεις… Είναι η συντροφιά
είναι η οικειότητα
ξέρω, τα λέω μπερδεμένα,
μα σ’ αγαπώ
πού θα βρω ένα όνομα να το φωνάξω
μα δεν μου κάνει ένα κρυμμένο σημείο για να το πω
θέλω να το ακούσεις πριν. Πριν.
Σ’ αγαπώ πικροδάφνη, θάλασσα, αέρα
μα δεν είσαι εσύ
άσε με να σου το πω
και εδώ δε λέω “μονάχα”
γιατί δεν αρκεί, το ξέρω.
Η αλήθεια είναι πως δεν θα ηρεμήσω.
Γιατί κοιτάς αλλού; Κοίτα εμένα
με γνωρίζεις
θες να με γνωρίσεις;
Σ’ αγαπώ
δεν αρκεί, δεν αρκεί
γιατί με βασανίζεις
“σ’ αγαπώ” γίνε κάτι άλλο
γίνε καινούρια λέξη
γίνε για μένα εκείνη.
Σ’ αγαπώ
αχ, δεν τολμώ ακόμη
μα κάπως πρέπει να κλείσω
ξέρω πως δεν θα ικανοποιηθώ
μα άκου: τι λες αν…

Σ’ αγαπώ

*
©Αλέξανδρος Τιχομίρ
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Πάρος, Αύγουστος 2015″

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση