Ασημίνα Λαμπράκου, Το γένος Νεφέλες

lambrakou12.8.15

fav-3

V.

δορκάδες αντιλόπες ελαφίνες
γυναίκες του υπερήφανου κορμού της κεφαλής
των μακριών λεπτών βοστρύχων· γυναίκες της μαύρης
κώμης· των λιμναίων οφθαλμών με στήθη αγαλμάτων·
γυναίκες των τολμηρών βλεμμάτων και των χειλέων της αυθάδειας·
του κορμού των λεωφόρων· γυναίκες με τ’ ασπράδι στο βλέφαρο
και τα γεφύρια φρύδια· γυναίκες των λεόντων των αστερισμών
και των ανθέων της κνήμης από δόντι ύαινας στη τρίαινα του
Ποσειδώνα· γυναίκες των μηρών κίονα Κορινθιακού και των γλουτών
από υλικό καμπύλης Πανσελήνου· γυναίκες με δυο ρώγες σταφύλι
στο φιλί σας· οδόντας τις άσπρες του Αιγαίου εκκλησίες και δυο
καρπούς ελιάς των ματιών σας βολβούς… γυναίκες

νικηθήκαμε νικηθήκαμε σου ψιθύριζα Νεφέλη
μ’ όπως το βλέμμα σήκωνα στο δικό σου ν’ ακουμπήσω
άντρες είδα στο πέριξ των χρόνων των δικών σου
το στήθος σου να θηλάζουν γάλα και γονιδίωμα μητέρας
και τα μαλακά του δέρματός σου να αρμέγουν στέρξη κι έρωτα
κι όπως δύναμη έπαιρναν από όρκο δεσίματος με τη σάρκα
που επέστρεφε τιμή στ’ αρσενικό τους
απέστρεψα το βλέμμα κι έγειρα στο πλάι να κλάψω το μάταιο
και το ανείπωτο του λόγου και της αιτίας όλων κι άναψα κερί
στο μέλλον που θα με καλούσε να τρυγήσω θάνατο κι αλμύρα ._

VI.

έτρωγε ο δρόμος τ’ άλογα και νύχτα σχίζοντας και σύννεφο αέρα
κι άνεμο και προορισμό που έκαιγε σκοτάδι κι όνειρο·
ρίγησαν τα τριαντάφυλλα στον κήπο κι η κίσσα βόγκηξε αγρίμι·
με ιδρώτα άσπρο το πρώτο και το δικό μου στήθος κόκκινο
κι αίμα στη ζεστή κοιλιά του ρυάκια όπως δάκρυα βρόχινα
ή κεφάλι αετού φτερά χτυπημένα και τ’ άσπρο του
ματιού κόκκινο αγωνίας κόκκινο και φόβου τ’ άλογο·
κι ανέβαινε όλο ανέβαινε σχίζοντας άνεμο κι όνειρο και μάτια
ανοικτά διάπλατα ψυχή να διατρυπούν λίμες να κόβουν
σίδερα· κι ούτε δυο κυκλάμινα βουνού στα πλάγια του δρόμου
να κόψουν την αγωνία ώσπου κατηφόρα νάβρουν αλλά φεγγάρι
λειψό κι αστέρια και κεφάλι πίσω καρφωμένο και στήθος πέτρα·
χέρια τεντωμένα σπαθιά και χούφτες μέταλλο ψυχρό ανάγγιχτο κι
εγώ σε σκεφτόμουν Νεφέλη με μαργαριτάρια στα δυο σου τα αφτιά
σταγόνες όμορφο σπέρμα και ρουμπίνια στα χείλη σου που τ’ άντλησαν·
και πως σου πάει η ομορφιά του ξένου ο σύγκλινος δεν θα αντιληφθεί
έτσι φροντισμένος όπως στέκεται και το βλέμμα αλλού· την αιδημοσύνη
κόρη τράβα από την έγνοια του και πέτα πέτα· αλόγου πέλμα κι ουρά και
στήθος και κοιλιά ζεστή του ξένου που σε περιμένει τα μεσημέρια· πέτα ._

*

©Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση