Πηνελόπη Παν, «Μαγνητικά Πεδία»

pan27.8.15

fav-3

Δωμάτιο 1
Καθισμένοι προσμένουν οι ποιητές, άλλοι βαριεστημένοι, μερικοί όρθιοι κοιτούν το ρολόι στα μάτια. Προσμένοντας την ετυμηγορία των αιώνων. Μοίρα τους η χλεύη ή μήπως μια άπειρη αναγνώριση από διάφανα λουλούδια; Δε βλέπουν την ώρα ν’ ανεμίσουν το σακάκι απ’ την καρέκλα, προχωρώντας προς μιαν αφόρητη οριστικότητα. Διασχίζοντας δωμάτια με λαμπιόνια από νέον και μπαρ ασφυκτιούντα από φως και πλαστικούς κοκοφοίνικες. Κρατώντας για τον εαυτό τους μιαν ένδοξη ήττα. Χαλυβδωμένοι. Περιτριγυρισμένοι από κόλακες μιας θολωμένης μοναξιάς. Περνούν. Έτσι περνούν. Μέσα από δωμάτια.

Δωμάτιο 2
Ο, τι δε μπόρεσε ποτέ να μου προσφέρει η λογική, μου το ‘δωσε απλόχερα η φαντασία. Στριμωγμένα παιδιά από σάρκα και άνεμο. Τραγουδούν εν χορω, όπως οι ανεμώνες στους λειμώνες. Δίχως πατρότητα, δίχως το χάδι μιας μάνας. Παίζουν, έτσι παίζουν εσαεί ένα παιχνίδι που έχουν από τα πριν χάσει. Εναγωνίως ψάχνω για το παιδί που ήμουν. Κοιτώ μες τα μεγάλα μάτια τους για μιαν απόκριση. Προχωρώ κι χώρος καμπυλώνει το βήμα. Με τη σιωπή για δεύτερο δέρμα. Προσκρούουν οι λέξεις πάνω μου και έπειτα θρυμματίζονται. Ροκανίδια και στραβωμένες βίδες. Κάνω να βγάλω μια βίδα απο το πόδι και η αιμάτινη τρύπα μου στέλνει ευωδιαστές φωνές και μηνύματα από χρώμα. Θυμήθηκα την πληγή. Μου θύμισε εσένα. Επίμονο μαύρο υγρό στο πάτωμα. Τσίγκινες προτομές στους τοίχους. Το τραγούδι των παιδιών δεν έχει τελειώσει. Ψάχνω για την πόρτα.

Δωμάτιο 3
Που βρίσκομαι; Μέσα σε πλήθος καλογυαλισμένων λακέδων. Από παντού αναρριχάται πελιδνή η ευγένεια. Διάλογοι επαναλαμβάνονται αέναα και αδιάκοπα. Παντού τα ίδια λόγια. Γελώ, δυσφορώ, απελπίζομαι. Γαλβανίζω τον αέρα. Σπάω την πόρτα μ’ ένα βλέμμα. Που βρίσκεσαι;

Δωμάτιο 4
Περπατώ. Σε θόλο δίχως περίγραμμα. Εκθαμβωτικές εκστάσεις με θάμπος στο χρώμα της ανίας. Θωπευτικά έρχονται και επανέρχονται κυκλικά με μια τροχιά ανερμάτιστα νυσταλέα ναυτία είναι το δώρο της ύπαρξης. Ο γύρος των θανάτων. Τρεχάτε, τρεχάτε να δείτε πόσες φορές πεθαίνω. Κοιτώντας τριγύρω οπές να ξερνάνε αποσβολωμένες μορφές για να τις ρουφήξουν και πάλι, μέσα σε μιαν εκστατική απονιά. Η ρουφήχτρα με τραβάει σε μιαν έξοδο.

Δωμάτιο 5
Αντήχηση πλήκτρων μεγάλου πιάνου-κι η επίμονη αίσθηση ενός ενυπνίου μορατόριουμ. Μες στο σκοτάδι γυρνώ, ξέροντας πια πως να αποθέτω το αίμα μου στους νερόλακκους Μήπως μου πρέπει η λησμονιά; Είναι-τάχα- εκείνη και όχι εσύ που αναζητώ;

Δωμάτιο 6
Ήρθε ο καιρός. Πάμε. Αφού πια σ΄ έχασα ολότελα. Πάμε. Ο βαρκάρης ζητά κρασί, μέλι και δυο τάλαρα. Περασμένη ώρα. Περασμένη όχθη. Σιωπή.

©Πηνελόπη Παν
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση