Ολβία Παπαηλίου, Bhakti movement, γωνία Μπαχ και Μότσαρτ [επιστολή Έκτη]

olvia26.6.15

fav-3

Σεβασμιότατε και φίλε της καρδιάς μου,
Ευλογημένο ξύπνημα αισθήσεων όταν ο ύπνος έχει έρθει με το διαλογισμό του κύματος! Θα σας μιλήσω σχετικά μ’ αυτόν στην τελευταία εγγραφή της μέρας, και ίσως κάποτε να τον επιχειρήσουμε μαζί – ως να μεταφερθούμε στο παλιό μας Βαρανάσι, την ιερώτερη απ΄τις Επτά Ωραίες Πόλεις-Νούφαρα, εκεί που κάποτε θα είχατε υπάρξει ένας μικρούλης αχινός της παιδικότητας του θαύματος που θα κλωσούσατε, στο μέλλον να ανατείλλετε με τ’ όνομα Καμπίρ, ο ποιητής της Θεοεγκατάλειψης.

ΕναΚύμα-τοΚύμα: Σ’ αυτό το άδειο το δωμάτιο που έρχονται να βρούνε συναπάντημα (όλοι μας είμαστε, βεβαίως, πλανεμένοι, μα εν-καρδιώς ξέρουμε σαφέστατα τι ψάχνουμε, κι αυτό είναι η Μία η Συνάντηση), τί βρήκε από όλα τ΄ αντικείμενα μέσα στον ψεύτη κόσμο το δρόμο του για δω και έμεινε σαν το εικονοστάσι; Τα καταγράφω, να έχετε μια μικρή ιδέα για το κελί: Τρεις Αγιογραφίες ( Μύθος του Λουλουδιού – 1918, δια της χειρός του Παύλου Κλέε. Κόκκινο εσωτερικό σπιτιού – του 1948, Ματίς του Οφθαλμού – επίσης Κόκκινη Γυναίκα Κεκλημένη, Άννα του Ρόθενστάιν). Τρία βιβλία σαν το άγιο νερό, χρόνος που χάθηκε στα σύννεφα – κι ο Πιγκουΐνος Κλασσικής Μυθολογίας (αυτόν τον έχω φανταστεί αρσενικό, να διαφυλάττει το αυγό του), ένα μαύρο φλυτζάνι του τσαγιού με χρυσαφί χεράκι και χρυσαφιές ανθογκραβούρες, σα δαντελένια Μαύρη Χήρα του κατεδαφισμένου ντιστεγκέ τεϊοποτείου, που ήτανε μια πρώην καλλονή.

Βεβαίως, επανέρχομαι στο θέμα μου απ’ το οποίο ούτε είχα κι όλας εξωκοίλει , να περιγράφω το κελί ως προς τα χρηστικά του αντικείμενα για τους εξορκισμούς. Ο άγγελος του Ευχαριστώ, με τα μαλλιά του σε κοτσίδα, κρύβει πίσω απ΄την πλάτη του τέσσερα μωβ λουλούδια με σθεναρά κοτσάνια να μας δώσει, ντροπαλός. Δύο κομμάτια απολιθώματα του δάσους, ξύλο και πέτρα, αυτά τα είχαν φέρει από  μέρος μακρινό. Η Κεφαλή μιας/ενός Βούδα – γλυπτό εν εν διαλογισμό, όπου μέρος της κόμμωσής της Βούδα είναι ο Βούδας. Μπροστά από ετούτη τη μικρογλυπτική βουδοπριγκήπισσα (που πριν ανήκε σε μια μάγισσα προσυνονόματή μου, ή περίπου) κρύσταλλος ακατέργαστος τινός πετρώματος μαβί κοίτα να δείτε τώρα, πώς το πέτρωμα ετούτο να το λένε; Ανάλογα την κλίση και την παλαβάδα ολονών μας, και μηδενός εξαιρουμένου, μοναχεύουμε. Πίσω από τον κρύσταλλο, μία πολυχρωμότητα χαδιών, την έχω νοιώσει. Δυο κρίνα Κάλλες, λευκές με γλώσσες κιτρινοχρυσές και τρυφερές – τεχνίτης η Γεωργία του Ο’Κηφ, 1928. Μία δεκαετία πιο αργά, ζωγράφισε τη Ροζ Καμέλια – πάντοτε έχει μελωδία στη γραμμή της ευπροσήγορη, ως και οι πλέον οστεώδεις: κάθε κριού κρανίου της ερήμου, και εις κρανίου τόπον υμνωδούσε. Πνευματικά τα μάτια όταν, τότε θα βλέπουνε το πνεύμα. Το σώμα είναι εξ’ ορισμού ασυνεχές, και περιμένει χαρτογράφηση και ένωση και την τριβή επίμονης διαδικασίας εξανθρώπισης.

«Ω Ποιητή μου, ήμουνα το πηγάδι το ξερό και μέτραγα τις πέτρες, σα σε γνώρισα – έλεγα νύχτα-μέρα στο Θεό» : κι άλλα πολλά θα έλεγε η πριγκιπέσσα Μιραμπάρ και θα ποιούσε την Αγάπη του επίμονη, τον Έρωτά του συνεπή άγνωστων πόθων της. Πόσα τραγούδια για τον Κρίσνα σπάνιου δέρματος – και ποιός να ξέρει ποίον Κύριο λατρεύαμε – εγώ όμως εσάς, πώς σας εγνώρισα – με το σπαθί, και με το περιλαίμιο και το φιλί στο στόμα, μας κούρσευε από πάντα ο θεός μας – και σας και μένα, ποιός μας αποφάσισε σε Κείνον να ανήκουμε, και να μας έχει και τους δυο παραδουλεύτρες; Και μένα, μ’ έδωσε σε σας και στον εχθρό τον ίδιο με παρέδωσε, αγαπητέ, αγαπημένε – το ξέρετε πως ίσως, μερικώς, έχουμε βρει – τουλάχιστον εγώ, το διάβολό μου – γιατί δεν την αντέχω τη γλυκύτητα και δίχως που με στείλατε στις εξορίες, έτσι να σας λατρεύομαι καλύτερα – και να ΄χω γίνει η λατρευτική εξ’ ειδικής σας έκστασης!

Αναρωτιέμαι, Ποιητή του Σώματός μου, γιατί εσείς μου το ξυπνήσατε στο θαύμα (όπως μου ονοματίζατε τα μέλη, όπως μου τα ανάβατε λοιωμένα αγιοκεράκια στο μεγαλείο Του με την κατήχησή σας, και φούσκωνε μια θάλασσα να έρθει και να χαϊδευτεί από το χέρι σας, ξέρατε να μετακινείτε όλα τα αχ…). Λοιπόν, θυμάστε; Μπήκε εντός οικίας ο καλός μου, ελαφροπάτητος στο πνεύμα και ανέστια παιχνιδιάρης κι οικιοαγαπητικός – και τώρα πια μ’ έχει σιγυρισμένη του και κούπα αναποδογυρισμένη, να πίνω από το γάλα των ματιών του, έγραφε η Γυναίκα Μίρα, τη γνώρισα ενα καλοκαιράκι σε μια Άλλη Νήσο, μίαν Αλλόνησο που ίσως πια κανένας δε γνωρίζει. Να σας θυμίσω και την άσκηση που κάναμε κάποτε μαζί – τότε που κάτω από το τραπεζομάντηλο με τα σκυλάκια, τα γατάκια και τη μοναχή αναπνοή μας – εισπνοή – ΕναΚύμα. Και εκπνοή, ΤοΚύμα. ΕναΚύμα – ΤοΚύμα. ΕναΚύμα – ΤοΚύμα – κι έτσι σιγά διαλογισμός ως το πρωί, εισπέονταςεκπνέοντας ανάσες.

Με αστρικούς βαθύτατους αγκαλισμούς,

Δική Σου, Αγαπημένε,

Μιραμπάι.

*

©Ολβία Παπαηλίου

Οι προηγούμενες επιστολές:

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία