Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τα δέκα πρώτα βήματα

thiveos23.6.15

fav-3

ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ, ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ

Μικρή συλλογή

Ι. Ψάχνω έναν τρόπο να σου περιγράψω το σχήμα του. Παρηγοριέμαι σ΄αυτό τ΄απλήρωτο αίσθημα, τις ώρες εκείνες που κινδυνεύω να χάσω την καρδιά μου για πάντα. Περιεργάζομαι εξαντλητικά τα έργα τέχνης γυρεύοντας απεγνωσμένα μια λεπτομέρεια, μια στιγμή. Άλλοτε πάλι μια εικόνα είναι καταιγιστική, δεν χειραγωγείται. Αμα τελειώνω η κόπωση με καταβάλει. Και τότε καταφεύγω στον έρωτα, έρμαιο της τόσης μου επιθυμίας. Ότι απομένει απ΄ένα φιλί, δυο σώματα και λίγο φως κείτεται εντός μου. Νάτο το σχήμα του.Τα θαύματα συμβαίνουν πάντα απροειδοποίητα. Το σχήμα του ήταν πάντα ένα θαύμα.

ΙΙ. Αργά, όταν κανείς πια δεν θα μπορούσε να το υποπτευθεί τ΄άγαλμα κατεβαίνει απ΄τη μαρμάρινη στήλη. Απλώνει τα χέρια και τα μάτια του στην πόλη λαμβάνοντας το σχήμα του ανεμόμυλου. Ύστερα,δρόμοι απαράλλαχτοι εδώ και αιώνες. Ασκληπιού, Ομήρου, Σόλωνος, Θεμιστοκλέους. Με τη μαρμάρινη στήλη ανά χείρας και τον βουβό του πόνο γυρεύει μια άλλη θέση για να τον βρει το πρωί.Μάταιο τ΄όνειρό του, μάταιο και το σκοτάδι της νύχτας, αφού ξανά στην ίδια θέση θα επιστρέψει λίγο πριν φέξει, παίρνοντας  το μερίδιο που του αναλογεί μες στη μεγάλη μοναξιά μας. Μες σ΄αυτά τα ίδια ρούχα θα ζήσει, υποταγμένο παθητικά στη μοίρα του. Με τ΄όνειρο πάντα, ενός κήπου φανταστικού και ανεπανάληπτου φτιαγμένου από κάρβουνο. Σαν τα γυμνά των φοιτητών που απέμειναν μονάχα σχέδια, σχέδια.

ΙΙΙ. Τώρα κοιμάσαι στην πλώρη μιας εξαίσιας λιθογραφίας.Σωπάσαν τα δυο σου μάτια,  ώρες πικρές της πιο κοινής από τις ησυχίες. Θυμάμαι που σε κρατούσα και άναβαν τα δυο μας χέρια ίδιο φως πρωινού. Εγώ υποκλινόμουν όπως κάνουν ενώπιον των αγίων και των νεκρών. Για μια στιγμή μονάχα έλαμψε μέσα σου η παλιά ζωή και έπειτα σχεδόν διάφανη χάθηκες. Είχες πια χάσει την ευκαιρία που σου αναλογεί μες στη μεγάλη και αδοκίμαστη διεκδίκηση της ζωής. Η αγάπη σου κατέκλυζε τώρα δωμάτια, καλοκαίρια και αγάλματα.

IV. Αυτή είναι επιτέλους η νύχτα που ονομάσαν, της ζωής μας.
Μ΄ένα ρεφραίν παλιού, αγαπημένου τραγουδιού
Ν΄ακούγεται στη διαπασών
Σινιάλα μες στην ησυχία
Καθρέφτες σπασμένους της νιότης μας.
Και ξαφνικά ν΄ανάβουν όλοι εκείνοι οι υπέργειοι, μυστικοί φανοστάτες
Που μου υποσχέθηκες
Ν΄αποκαλύπτονται λέει, κήποι κρεμαστοί που ΄χαν χαθεί
και Βαβυλώνες.
Εσύ, πάντα νεότατη, βαθιά μες απ΄τα φρέσκα
Ενός αρχαίου καλοκαιριού
Πάντα να σχηματίζεσαι
Και να επιστρέφεις.

V. Για μια στιγμή με φαντάστηκα μες στη βουή των μεγάλων λεωφόρων. Μοναχική, βιαστική σφαίρα που δεν χάνει για τίποτε το στόχο της. Όλοι αυτοί που τους μιλώ μέρες και νύχτες, όλοι αυτοί οι δίχως χέρια, είναι όλοι τους εγώ. Μου φώναζαν καθώς ξεμάκραινα να μην αρχίζουν ποτέ τα ποιήματα με πρόσωπο πρώτο ενικό.

Και όμως, μπορεί όμως ένα γράμμα κάποια φορά να΄χει τέλος συγκλονιστικό.Μπορεί ένα σήμα κινδύνου ή το φως απ΄την άλλη άκρη του κόσμου να μεταδίδει κάτι συγκλονιστικό. Τελευταίες λέξεις του χειμώνα, φόρος τιμής στους φίλους. Δν υπήρξε ποτέ άλλος δρόμος απ΄τα τραγούδια.

VI. Απόψε θα κάνω πως σου γράφω ένα γράμμα. Εγώ στο μέτωπο και εσύ στην πόλη που πολιορκείται εδώ και χρόνια. Γράφεις σαν σήματα. Μεσολαβούν μεγάλες παύσεις, σε ξέρω. Εγώ πάλι να ξεκινώ απ΄την αρχή. Θα πρέπει να σου εξηγήσω τόσες λεπτομέρειες. Θα πρέπει ξανά να σου πω για τα βασικά χρώματα και ν΄αποκαλύψω πράγματα για σένα. Όπως ας πούμε,  πως έλεγες πάντα τα καλύτερα κορμιά έχουν φτιαχτεί από ηλεκτρισμό.

Στο διαμερίσμά σου φθάσαν τα νέα για το διαγωνισμό ομορφιάς. Λες, κανείς δεν θα προσέξει το πρόσωπό μου που σώνεται λίγο λίγο και ξεχύνεσαι στη λεωφόρο, λίγο πριν νυχτώσει, αποφασισμένη για όλα τα παραπάνω.

Σε φιλώ. Φθάνω το καλοκαίρι.

—————VII. Την εποχή του σιδήρου σηματοδοτούσε η ωραία, θαλάσσια ————– σιδηροκατασκευή.
—————Απέναντι το σπίτι του ποιητή με τ΄αληθινά μάτια.
—————Μικρά, αξέχαστα τοπία πρωινής δροσιάς στα καταστρώματα.
—————Συχνά έρχονταν επισκέπτες, φωτογραφίζονταν με το φόντο της.
—————Κάποιοι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους αρμούς της.
—————Ένας άνεμος καραδοκεί, είπε ο φίλος στην άλλη άκρη της γραμμής.

VIIΙ. Περίμεναν όλοι στο περιστύλιο του ναού. Με τ΄αναμμένα τους κεριά, καλοντυμένοι, κατά κάποιο τρόπο κυριακάτικοι. Είχε περάσει η ώρα όταν οι άντρες είπαν, θα ψάξουμε να τον βρούμε. Οι γυναίκες φρόντισαν τα παλτά τους, μεγάλα κομμάτια κερί τους σημάδευαν. Όμως, ακόμη και έτσι, οι άντρες΄έδωσαν μια και κάνοντας σταυρούς, τραγουδώντας προσευχές βγήκαν στο σεργιάνι. Ποτέ δεν επέστρεψαν. Οι γυναίκες τους θυμούνται με μια κάποια νοσταλγία όταν καταμεσίς του καλοκαιριού, σε μια συνοικία, σαν αυτές των λαίκών δραμάτων, βρίσκουν παλιά τριαντάφυλλα και μια οσμή θανάτου.

—————Ένας επιτάφιος ανεξέλεγκτος κόβει κάθετα την πόλη μας.

ΙΧ. Τον τέταρτο χρόνο της ζωής της έσπασε το τζάμι του μπαλκονιού και καρφώθηκε πάνω απ΄τα κεφάλια μας. Έκτοτε ανάβει όπως οι καρδιές μας τις νύχτες. Ανάβει, σκληρή, παιδική ξαστεριά. Κάθε βράδυ στρέφουμε τα νώτα μας προς το μοναχικό αστέρι, κάθε βράδυ συναντούμε τους επιταφίους που δεν επέστρεψαν.

Χ. Το πρώτο, γεμάτο φεγγάρι του καλοκαιριού φάνηκε πάνω απ΄την πόλη μας, σήμερα στις εννέα και τέταρτο ακριβώς. Ήταν πραγματικά υπέροχο, έσταζε χρώμα, από κάτω παιδιά τεσσάρων το πολύ ετών το συγκρατούσαν με πολύχρωμα σχοινιά. Αργότερα στις τελευταίες φωνές των ημερών, τα παιδιά  θ΄αφήσουν το φεγγάρι να πετάξει στον ουρανό. Σε κάθε γειτονιά αυτού του κόσμου, κάποιος είναι γεμάτος απ΄αυτό τ΄εξαίσιο θαύμα, κάποιος εγκαταλείπει τα σύνεργα της μοναξιάς, και ανεβαίνει ένα προς ένα τα ετοιμόρροπα σκαλοπάτια τραβώντας ίσια προς την καρδιά του Βερονέζε.

Το πρώτο γεμάτο φεγγάρι του καλοκαιριού είναι της νύχτας ηλιοτρόπιο. Είναι μακρινή μοναξιά και μνημείο του έρωτα.

—————Και μια αυθαίρετη, φανταστική ιστορία γι΄αυτούς που…

Γυρνούσαν σαν τρελοί στους διαδρόμους του ποδηλατοδρομίου. Γυρνούσαν ώσπου έσπασαν ένα απ΄τα φράγματα και πέρασαν στην ιστορία, αφήνοντας το στίγμα τους. Μια αίσθηση, δηλαδή ότι υπήρξαν. Τα παλιά μας οράματα τρεμοπαίζουν και η νύχτα διαλύεται στα κομμάτια της. Στέκουμε στην έρημη πύλη, κρατώντας άγρυπνα τα μάτια μας αιώνες τώρα, για τη στιγμή εκείνη που θα επιστρέψουν από τα βάθη παλιών καιρών, οι αθλητές εκείνου του απογεύματος. Γερασμένοι βεβαίως, μα μ΄όλα τα φράγματα διαλυμένα για πάντα και την ισορροπία τους αταλάντευτη.

Όμως όλα αυτά είναι μάταια. Δεν υπήρξε ποτέ ποδηλατοδρόμιο και οι αθλητές μας παρουσιάστηκαν όλοι στο γραφείο ευρέσεως εργασίας. Τόσοι πόλεμοι, έπειτα ο λοιμός, οι ακατόρθωτες αποστάσεις στους ξέφρενους άλλοτε έρωτές μας.

Τα χειροκροτήματα στη σάλα είναι για τις επόμενες γενιές.

*

©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com, “Αλόννησος 2009″ 

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, ελληνική λογοτεχνία, πεζοποιήματα