Πέτρος Κυρίμης, “Ο ψίθυρος από δίπλα της σχεδόν την ξάφνιασε”

Από το ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα “Η Νύφη

kyrimis29.6.15

fav-3

Καθώς η σκέψη της χωρίς να το θέλει πήγε πάλι στον Αλέκο, την έπιασε αγωνία για το που βρισκόταν κι αν ήταν καλά. Η εποχή ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη. Από σκόρπιες κουβέντες με τον Αλέκο ήξερε πως υπήρχε εμφύλιος. Αριστεροί από τη μια μεριά και Δεξιοί από την άλλη. Όλοι με τα όπλα στα χέρια. Οι Αριστεροί κρυβόντουσαν στα ορεινά χωριά και στα βουνά κι οι Δεξιοί με την βοήθεια των Εγγλέζων φαίνονταν να υπερισχύουν. Η αιματοχυσία δεν είχε τέλος. Για την Άννα ήταν κάπως μπερδεμένα όλα. Ήξερε μόνο ότι ο Αλέκος ήταν με τους Αριστερούς. Χωρίς τίποτα συγκεκριμένο να της έχει πει παρά μόνο μερικές φορές σα να μονολογούσε «ότι οι Εγγλέζοι θα μας την φέρουν πάλι…»

Ο ψίθυρος από δίπλα της σχεδόν την ξάφνιασε.

«Τα στεφανώματα… τα προκάματε;

Παρ όλο που τα λόγια ήρθαν καθαρά από δίπλα εκείνη δεν κατάλαβε αμέσως. Ο γέρος ξαναρώτησε.

«Στεφάνια – λέω – περάσατε;

«Όχι, δεν προφτάσαμε – είπε σιγά.

«Δεν προκάνατε – τη διόρθωσε ο γέρος – και γιατί δεν προκάνατε;

«Δυο μέρες πριν τον γάμο πέθανε η μάνα μου…

Μόνο που το ξεστόμισε της ήρθαν δάκρυα.

Ο γέρος μάλλον το ένοιωσε γιατί σταμάτησε να μιλάει μόνο τράβηξε δυο πιο νευρικές ρουφηξιές που έκαναν τον ναργιλέ να διαμαρτυρηθεί λίγο πιο έντονα.

Mετά από λίγο ξαναρώτησε.

«Ο Αλέκος πως είναι;

«Καλά τον άφησα… βιαζόταν κι εκείνος να σας δει… έτσι μου έλεγε.

«Όχι, λέω πως είναι στη θωριά του… ψηλός, αδύνατος… τα μαλλιά του τι λογής χρώμα έχουσι… τα μάτια του…

Η Άννα τα έχασε.

«Ψηλός και δυνατός είναι… τα μαλλιά του ανοιχτά χωρίς να είναι ξανθά… και τα μάτια του… σαν δυο γαλάζιες λίμνες…

Ο γέρος ξαφνικά έβαλε τα γέλια. Κάτι γέλια χαρούμενα σαν του παιδιού που χαίρεται μα συνάμα και πνιχτά σα να ντρεπόταν για την χαρά του.

Ξαφνικά σταμάτησε κι έσκυψε το κεφάλι.

«Έχω να τον δω είκοσι χρόνια… δέκα που έλειψε και δέκα πριν που στραβώθηκα… η τελευταία φορά που τον είδα ήταν εκεί δα πέρα (έδειξε προς τη γωνιά με το δάχτυλο) θάταν δώδεκα χρονών… κρατούσε ένα βιβλίο και διάβαζε… εγώ πήρα τη βάρκα για ψάρεμα… όταν γύρισα… όταν με φέρανε – διόρθωσε – ο δυναμίτης μου είχε κάψει τα μάτια… από τότε έχω να τον δω… ήταν ένα πρωινό γεμάτο ήλιο του θεού… κι από τότε μόνο σκοτάδι του διαόλου…

Η Άννα έμεινε σιωπηλή.

Είχε πίκρα και πόνο η φωνή του γέρου, ήθελε να του πει για παρηγοριά πως κι εκείνη είχε είκοσι χρόνια να δει το πατέρα της και όταν τον είδε ήταν συνομήλικος της και ότι αμέσως τον έχασε για πάντα. Ήταν όμως τόσο μπερδεμένα ακόμα μέσα της που ούτε κι εκείνη μπορούσε να εξηγήσει, έκανε μόνο τη σκέψη πως ούτε και τον Γιώργη θα είχε δει που ήταν μικρότερος.

Μια ψηλή μαυροφορεμένη γυναίκα πλησίαζε προς το μέρος τους. Περπατούσε πάνω στα χαλίκια με άνεση. Όταν έφτασε κοντά η Άννα δεν μπόρεσε να διακρίνει το πρόσωπο της γιατί φορούσε ένα τσεμπέρι που άφηνε να φαίνονται μόνο τα μάτια και το στόμα της. Σίγουρα όμως ήταν πολύ νέα. Στα χέρια κρατούσε κάτι σαν πιάτο τυλιγμένο με μια πετσέτα. Πήγε ίσια στον γέρο.

«Αφροδίτη εσύ είσαι; Έκανε χαρούμενα εκείνος.

«Έφτιαξα ρυζόγαλο και σου έφερα… αποκρίθηκε.

Η φωνή της τραχιά αλλά ευχάριστη.

Έκατσε δίπλα του από την άλλη μεριά κι άρχισε να ξεσκεπάζει αμίλητη το πιάτο.

«Ε, Αφροδίτη… δεν χαιρετάς τη νύφη;

Δεν σήκωσε ούτε βλέμμα.

« Στο χωριό λένε πως είναι νεράιδα…

  Άρχισε με ένα κουτάλι να δίνει τη κρέμα στο γέρο που έδειχνε να την απολαμβάνει. Ο γέρος γέλασε δυνατά.

«Νεράιδα; Θα είναι πολύ όμορφη τότε… κρίμα που δεν έχω μάτια…

Η Αφροδίτη της έριξε γρήγορα μια τρομαγμένη ματιά.

«Ναι, όμορφη… όμορφη πολύ είναι…

Ο γέρος γέλασε ξανά χαρούμενα.

«Κι ο Αλέκος όμορφος είναι… ψηλός ξανθός σαν τον πατέρα μου… τον παππού του… και τα μάτια του… σαν δυο γαλάζιες λίμνες…

*

©Πέτρος Κυρίμης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com -”Λέρος 2008″

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία