Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Σκοτεινή Νύχτα της Ψυχής

panagiotakis28.5.15

fav-3

Έχουν περάσει χιλιάδες βασανιστικές ώρες και αυτός ο μυθικός φωτοδότης Ήλιος δεν λέει να φανεί. Είχα πάντοτε μια ακατανόητη περιέργεια του τι προηγείται της παρουσίας του, η θερμότητα ή η λάμψη. Κανείς θα μπορούσε να ερωτήσει, ποιο το νόημα σε αυτό, κάτι που θεωρώ φυσικό, ωστόσο τα χείλη μου θα παρέμεναν ερμητικά κλειστά και εκ των πραγμάτων μια απάντηση θα ήταν ουτοπική προσδοκία.

Ο Καιρός στον τόπο της εξορίας μου κυλούσε αργά, μέσα σε μια παράξενη ακατάληπτη νωχελική αίσθηση και σε μια ακατάπαυστη βροχή που ωστόσο δεν κατάφερε να ξεπλύνει καμία αστοχία του νεκρού χρόνου που παρήλθε σαν σκιά μέσα στις τόσες που ξέφρενα ερωτοτροπούσαν μέσα στην ασφυκτική εποχή μιας υποτιθέμενης ευτυχίας.

Ναι, ναι είναι Αλήθεια τις πρώτες νύχτες ξυπνούσα ιδρωμένος ψάχνοντας κάτι που είχε μορφή και κίνηση, μετά συνήθισα σε αυτή την χωροτροπική παραδοξότητα έως του σημείου συνειδητής μετοχής στην επίπονη εμπειρία.

Κοιμόμουν στον παράδεισο κάθε βράδυ 22 λεπτά μετά τις 10 και κάθε πρωί ξυπνούσα στην κόλαση, σε αυτή την τυπολογική λίμνη του πυρός.

Πέρασαν αιώνες μέσα μου και ξέρω καλά πως τίποτα δεν έχει αλλάξει, ίσως μόνο το ότι έχω πεθάνει και αναστηθεί περί τις 20 και πλέον φορές άχρι του Νυν

 Το φθηνό επίχρυσο χρώμα της σελήνης απλωνόταν με έναν ορμέμφυτο ερωτικό τρόπο σε κάθε δύσβατο μονοπάτι. Πάντοτε έτοιμο να ξεχυθεί, να καταπνίξει την όποια σκέψη μου. Και εγώ εκεί, στην άκρη της πλαγιάς του καθαρμού προσπαθώντας να αποτινάξω από πάνω μου κάθε προσθήκη που ναρκισσιστικά μεγαλορρημονούσε ευκαίρως ακαίρως.

 Αν αφαιρέσει κανείς την Χαρά και την Λύπη, την Αγάπη και το Μίσος τότε τι μένει στην ψυχή? Να μια καλή ερώτηση που έστω κι αν γίνει κατανοητή δεν θα τύχει απαντήσεως και αυτή είναι η γοητεία του υπαρξιακού νιχιλισμού.

 Γενικότητες Αγαπητοί μου, απλά γενικότητες. Καμία απολυτότητα ως ίαση παρά μόνο η ανάληψη της όποιας ευθύνης αναλογεί, μα και αυτό ματαιότητα και περισπασμός.

Όλα εν τέλει τείνουν στον Αφανισμό και κάποιος φροντίζει μέσα από την οντολογία του Φυσικού προκαθορισμού να αποκαλύψει την Χάρη, την κατάσταση που Αγαπητικά δύναται να ζωοποιεί και να αποκαθιστά το κάθε τι.

Αγαπώ το σκοτάδι γιατί μου θυμίζει το Φως μα όταν ξημερώνει το αποφεύγω καθώς με θαμπώνει. Είναι σαν αυτούς τους αλλόκοτους παροίκους της ματαιότητας που δηλώνουν με περίσσιο θράσος πως η Αγάπη τους συνθλίβει. Τι Ανόητη δήλωση!

Πολυκαιρίσαμε στην φαντασιακή μας μικροπρέπεια σε τέτοιο βαθμό που βεβηλώσαμε ακόμα και αυτή την ιερότητα της απαγορευμένης λέξης. Και τώρα τι μένει?

Όταν βρέθηκα εδώ, σε αυτό τον τόπο της εξορίας μου-μου ζητήθηκε να περπατήσω γυμνός στο φυλλοσκέπαστο μονοπάτι που οδηγεί στον Ιερό Λόφο της απροσδόκητης πραγματικότητας. Έτσι και έπραξα.

Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο κρύφτηκα κάτω από την φιλόξενη σκιά ενός απαγορευμένου άκαρπου πλέον δέντρου, ρημαγμένο απ’ τους καιρούς.

Θεώρησα πως είμαι κρυμμένος από προσώπου Γης , θέλοντας να πω πως ένοιωσα ασφάλεια σε αυτό το Ύψος του καταλύματος μου και έτσι περίμενα εκείνον που με κάλεσε, με αναγκαστική υπομονή.

Πολλά παράδοξα φαινόμενα διαπίστωσα έως την στιγμή που παρέλαβα την λίθινη πλάκα απ’ τον απεσταλμένο.

Μια μεγαλοπρεπής λαξευμένη περίτεχνη κατασκευή που επάνω της δεν είχε χαραχτεί ένας νέος Νόμος όπως περίμενα ή έστω ένας ανακαινισμένος δεκάλογος. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα χαραγμένο στην καλαίσθητη επιφάνεια του παρά μόνο ένα Όνομα κι αυτό σε μια γλώσσα που δεν γνώριζα μα ωστόσο κατανοούσα, Παράδοξον!

Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, προς την πεδιάδα της φυγής, γυμνός και μόνος

Μα δεν βρέθηκε κανείς να με υποδεχτεί. Προχώρησα κρατώντας την λίθινη πλάκα που μου δόθηκε. Έκτοτε πέρασαν 14 παράξενες ήμερες και άλλες τόσες Νύχτες που συνέβησαν τόσα απροσδόκητα…..δεν θα μπορούσα όμως να τα περιγράψω ακόμα και αν ήθελα να πράξω κάτι τέτοιο!

Τρεις Απεσταλμένοι εξ Ανατολών κύκλωναν το Σαρκίο μου σιωπηλά, κάθε πρωί για κάμποσες ημέρες. Τις Νύχτες πάλι δύσμορφες παρουσίες εκ δυσμών με πλησίαζαν με ένα ψευδό-εξουσιαστικό θράσος.

«Η Αληκτώ περιφέρεται μαινόμενη» και εγώ είχα χάσει την παρατηρητική μου ικανότητα ωστόσο μπορούσα να ακούσω τον απειλητικό βηματισμό της σαν συριγμό θανάτου.

Είχα ξεχάσει πως βρέθηκα εδώ. Ποτέ δεν αποδέχτηκα καμίας μορφής εκλογή, ειμαρμένη ή μοίρα και έτσι πάντοτε έμεναν αναπάντητα τα μεγάλα ερωτήματα.

Μεγάλο ταξίδι για μια θνητή ύπαρξη σαν την δική μου, έτσι μίλησα κοιτάζοντας ψηλά σε αυτό τον αναλλοίωτο θόλο που οι πολλοί ονομάζουν ουρανό και φυσικά δεν έλαβα καμία απάντηση αν εξαιρέσουμε βέβαια εκείνη την ξαφνική βροχή που ξέσπασε, που περισσότερο θύμιζε ερωτική κορύφωση μιας μανικής συνουσίας που βρίσκει διέξοδο μετά από μια χρόνια καταναγκαστικού τύπου απώθηση.

Έχω ήδη κατέλθει στα βαθύτερα επίπεδα του Άδη και ξέρω, Ναι, ξέρω καλά πως η μοναδική σημασία των πραγμάτων είναι αυτή που αποφασίζει κανείς να τους αποδώσει, γενναιόδωρα ή φειδωλά αλλά έτσι μοιάζει.

Δεν υπήρχε ούτε υποψία φωτός εντός μου ή εκτός, ουκ οίδα! Ήταν ακριβώς τότε που η διαπίστωση επέφερε μια αποκαλυπτική πραγματικότητα μπροστά στην οποία έκλινα ευλαβικά το σώμα μου. Χάρις, δωρεά – ένας αναπάντεχος «Δρόσος Αερμών» που κάποτε χάνεται και επανέρχεται με αλλότρια βούληση.

Είναι μέρες τώρα που εμφανίζεται συχνά ένα μικρό κορίτσι ψηλά στον ορίζοντα, με κοιτάζει λυπημένα και κάθε φορά μου λέει πως Μ’αγαπάει έως Σταυρού δηλαδή Θανάτου, κάθε φορά. Μάζεψα όλη την εναπομείνουσα ζωτικότητα μου και σηκώθηκα όρθιος, άπλωσα τα χέρια μου οριζόντια έτσι που το σχήμα του σώματος μου να συμβολίζει τον Σταυρό που επικαλέστηκε. Άρχισα να την κοιτάζω βαθιά μέσα στα μάτια τόσο βαθιά που κάτι δικό μου εισήλθε βαθιά μέσα στην ψυχή της. Ήταν τότε που της αποκρίθηκα πως ο δικός μου Σταυρός περνά μέσα απ’την κόλαση και εκείνη απάντησε πως μπορεί να αφήσει τον ουρανό για χάρη μου, χωρίς ενδοιασμό και άλλα τέτοια πολλά μα κυρίως θυμάμαι τον τρόπο και τον ήχο της φωνής της, προσπάθησα να τερματίσω αυτήν την παράξενη συνομιλία και τότε φώναξε πως «παράδεισος» είναι ο κάθε τόπος που επιτελείται κοινωνία προσώπων εν Αγάπη.

*
©Γιάννης Παναγιωτάκης
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com, “Kraainem, 2012″

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία