Αντρέας Γιολάσης, “και ένα δάκρυ, στο υπόγειο, που λιμνάζει” -ποίηση

yolassis8.5.15

fav-3

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΓΕΡΝΕΙ

Μια τόση δα ρυτίδα στην αρχή
σαν – ανεπαίσθητη – ουλή,
σαν μια ρωγμή,
που ανακαλύπτεις ξαφνικά απορημένος
και μένεις έκπληκτος.
Πότ’ έγινε και πώς; Υπήρχε χτες;
Αύριο
μήπως μεγαλώσει;
Ύστερα βλέπεις ένα κούφωμα στραβό
και ένα δάκρυ, στο υπόγειο, που λιμνάζει,
παρατηρείς
μικροαστοχίες υλικών
κι αιφνίδιες σοβαρές δυσλειτουργίες,
φθορές υφέρπουσες, πληγές
από παλιούς βανδαλισμούς λησμονημένους,
ακούς απρόσμενους τριγμούς,
μια δοξαριά
στριγκή, που ανάβλυσε, θαρρείς, απ’ τα θεμέλια.
Το σπίτι γέρνει!
Είναι, μήπως, φυσικό;
Να γέρνουν, άραγε, το ίδιο κι όλα τ’ άλλα;
Το σπίτι γέρνει.
Πότε σκύβει προς τα μπρος,
πότε τραντάζεται
ή σκύβει προς τα πίσω.
Το σπίτι γέρνει,
ταλαντώνεται βουβά,
μούσκεμα γίνεται τα βράδια στον ιδρώτα.
Κι άλλοτε
βγάζει κάτι απαίσιους συριγμούς,
μπορεί να πάσχει
από μι’ ανίατη αρρώστια,
το σπίτι καίει, ίσως έχει πυρετό,
βογκάει το σπίτι,
κάποιος πόνος το τρελαίνει.
Το σπίτι βολοδέρνει, αγωνιά,
γδέρνει τους ίσκιους,
όλο κάνει ατασθαλίες,
βγαίνει στη γύρα, φοβερίζει τα παιδιά,
το σπίτι πίνει πότε-πότε και μεθάει.
Και κάποιες νύχτες,
μέσα στ’ αναφιλητά,
- το σπίτι κλαίει απαρηγόρητο, φοβάται -
μι΄ αέρινη έρχεται οπτασία,
από ψηλά,
και το ηρεμεί σιγά-σιγά χαϊδεύοντάς το.

fav-3

ΣΤΗΝ ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ!

Συλλογισμένος χώνομαι
στο σύθαμπο της νύχτας
λαθρεπιβάτης, ναυαγός.
Ζωνάρι με τυλίγει ασφυκτικό
η απειλή του χάους.
Πόσο θνητός!…

fav-3

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Κι άμα βρεθώ, φαρδύς-πλατύς, καταμεσής του δρόμου,
ακίνητος, αναίσθητος και με κλειστά τα μάτια,
μια νύχτα μαύρη, παγερή, μια νύχτα του χειμώνα,
αφήστε με κατάχαμα μέχρι να γίνω πέτρα,
κούρος αρχαίος, άγαλμα, παιδί των λατομείων,
να ξαναβρώ τους φίλους μου, στα μαρμαρένια αλώνια…

*
©Αντρέας Γιολάσης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση