Σωτήρης Παστάκας, “Ο Δόκτωρας Ψ. και οι ασθενείς του” -προδημοσίευση

“Ο Δόκτωρας Ψ. και οι ασθενείς του” -διηγήματα -Σύντομα από τις εκδόσεις Μελάνι

pastakas14.4.15b

fav-3

Η Ανάσταση του Άκη Χανδρινού

Δεκαπέντε Ψυχίατροι και σαράντα εννέα  Ειδικευόμενοι τη νύχτα της Λαμπρής, μετά το βιαστικό «Χριστός Ανέστη», την αναστάσιμη μαγειρίτσα και το άφθονο κόκκινο κρασί έκαναν όλοι μαζί το ίδιο όνειρο, με ελάχιστα δευτερόλεπτα διαφοράς ο ένας από τον άλλο: ονειρεύτηκαν μια απέραντη χωματερή. Επειδή και τα όνειρα εξελίσσονται όπως και τα παραληρήματα κι ακολουθούν τις κατακτήσεις της τεχνολογίας (είναι επιστημονικώς αποδεκτό πως μετά τα πρώτα ταξίδια στο διάστημα τα παραληρήματα των σχιζοφρενών εμπλουτίστηκαν με αστροναύτες κι εξωγήινους), πρέπει να σημειώσω πως και το πανομοιότυπο όνειρο προσελήφθη διαφορετικά από τους 64 Ψυχιάτρους.

Η πλειοψηφία τους το είδε σε ανάγλυφο ασπρόμαυρο, ένας σε επεξεργασμένη απόχρωση σέπιας, σε περιβάλλον πισί οι νεότεροι (πολλές φορές μετά από μια ολόκληρη ημέρα στο κομπιούτερ έβλεπα όνειρα με σιφτ, έντερ και έσβηνα όποια λεπτομέρεια δεν μου άρεσε με ντιλίτ), και καναδυό σε θριντί. Η σκηνή άνοιγε με τη στιχομυθία δύο ευτραφών ποντικών: «ρε συ, μάσησα οκτώ λαργκακτίλ, να φάω κι άλλα;», ρωτούσε ο πρώτος, «άλλα τέσσερα και θα πιάσεις την ημερήσια φαρμακευτική δόση» του αποκρινόταν ο δεύτερος ποντικός σε γκρο-πλαν. Χιλιάδες ποντίκια σκαρφάλωναν στο λόφο με τις σύριγγες, τα χάρτινα πολύχρωμα κουτάκια, τις χρησιμοποιημένες βελόνες, τα άδεια μπλίστερ, τα μπουκάλια με υπολείμματα σιροπιών, τις γάζες, τα πλαστικά γάντια μιας χρήσεως, τους ματωμένους επιδέσμους, τα σχισμένα κατοσέντονα, τα σπασμένα κομοδίνα, τα τραπέζια δίχως πόδια, τις ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, τα ξεβαμένα πορτρέτα δίχως κορνίζες πάνω σε σχισμένους καμβάδες.

Κι όλα τα αναλώσιμα μιας Ψυχιατρικής Κλινικής, πλαστικά μαχαιροπήρουνα, μουχλιασμένα κομμάτια πίτσας, χαρτόνια περιτυλίγματος, λιπαρά μεταχειρισμένα προφυλακτικά, σύριγγες ινσουλίνης, μαυρισμένα κουταλάκια, κουτάκια αναψυκτικών και μπουκάλια μπύρας, στημένες λεμονόκουπες, ξεραμένα υπολείμματα ηρωίνης, τζιβάνες, φλούδες πορτοκάλι και μισοφαγωμένα σάπια μήλα, ουροσυλλέκτες γεμάτοι κατακίτρινα υγρά, κλύσματα μιας χρήσεως, πεταλούδες, μηχανογραφημένες σελίδες, μισοσβησμένα φαξ, ξεκοιλιασμένα κασάκια, σπασμένα τασάκια και σβησμένες γόπες, άπειρες, αναρίθμητες γόπες τσιγάρων, χαρτομάντιλα, ακτινογραφίες, καρδιογραφήματα, μάσκες μιας χρήσεως, χειρουργικά λεπίδια,  και ορθοπεδικοί επίδεσμοι, φύλλα μισθοδοσίας, καταστάσεις με τις βάρδιες, με το μενού της ημέρας, τις σπεσιαλιτέ των ρουφιάνων και τις αναφορές των ημητέρων, τα εξώδικα, τα υπομνήματα υπεράσπισης και τσαλακωμένα ερωτικά γράμματα, τα άδεια περιτυλίγματα καφέ τα μεταλλικά κουτιά του νεσκαφέ, και τις σύριγγες ινσουλίνης με την ηρωίνη του Κλινικάρχη.

Και πάνω-πάνω στην κορυφή του λόφου των σκουπιδιών από ιατρικά πιστοποιητικά, γνωματεύσεις, απαλλαγές από το στρατό, ψευδείς συντάξεις νοσηλείας, εικονικές νοσηλείες, δεύτερα και τρίτα λογιστικά βιβλία, να στέκεται όρθιος με τα δυο του πόδια ανοιχτά σε ευρεία βάση σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, ο Άκης Χανδρινός, (τον οποίο 64 Ψυχίατροι τον έριξαν στη χωματερή που είναι για την Ψυχιατρική οι «διαταραχές προσωπικότητας», αφήνοντάς τον ουσιαστικά αδιάγνωστο μέχρι που τον σκότωσαν),  το ασύρματο μικρόφωνο στο αριστερό του χέρι να δοκιμάζει στο απισχνασμένο του πρόσωπο με τα έντονα ζυγωματικά και τις μασέλες του σε οξεία γωνία, το μυτερό του πηγούνι, μια και δυο γκριμάτσες του Μικ Τζάγκερ, του οποίου πίστευε πως ήταν ετεροθαλής αδελφός του,  κι έπειτα να ουρλιάζει το αναστάσιμο  «Start me up».

fav-3

Ο κουμπαράς της θείας Σοφίας

Στην πόλη της Κατερίνης, όχι μακριά από τη Θεσσαλονίκη, ζούσε η μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, η θεία Σοφία. Είχε παντρευτεί απ’ την άλλη πλευρά του Ολύμπου, η μάνα μου στην αποδώ, κι έτσι στη Ραψάνη, έμεινε μόνος του ο μεγάλος και πολυαγαπημένος τους αδελφός. Κάθε τέτοια εποχή, με το που τέλειωναν τα σχολεία, μας έπαιρνε η μάνα μου για να αποφύγουμε τις θέρμες της Λάρισας και πηγαίναμε στην Κατερίνη, να πάρουμε δροσερό αέρα, να κάνουμε και κάνα μπάνιο στα παράλια της Πιερίας.

Η θεία Σοφία δούλευε σαν μοδίστρα, κι έτσι μέγας γυναικείος πληθυσμός μπαινόβγαινε στο σπίτι, κάποια εποχή και καφετζούδες και χαρτορίχτρες, κι η θεία μου είχε αποκτήσει τη φήμη της προξενήτρας και της συμβούλου στα αισθηματικά. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν αθυρόστομη: «από τότε που βγήκαν τα τσιμπουκάκια, ανιψιέ», μου έλεγε αργότερα-όταν είχαν αρχίσει πλέον τα προβλήματα με την υγεία της-«έχω βρει την ησυχία μου. Κάνω ένα και δυο τσιμπούκια την ημέρα και νοιώθω καλά», έλεγε και μου έδειχνε τον πλαστικό αναπνευστήρα του Aerolin που κρατούσε στο χέρι.

Ο άντρας της, ο θείος Γιώργος, είχε ένα κρασοπουλειό στο κέντρο της πόλης, σ’ ένα μικρό δρόμο που έβγαζε στην κεντρική πλατεία, γεμάτο βαρέλια: ο κόσμος έφερνε τις καράφες του και ο θείος Γιώργος της γέμιζε λευκό κρασί, κόκκινο κρασί Ραψάνης, ροζέ κρασί ή τσίπουρο με και χωρίς γλυκάνισο, Ραψάνης πάντα. Είχε και 3-4 τραπεζάκια για την παλιοπαρέα. Στην παλιοπαρέα, εκείνα τα χρόνια του εξήντα, είχα συναντήσει κι ένα γερμανό φίλο του θείου μου, που μας μιλούσε σε αρχαία Ελληνικά, και μας απήγγειλε απ’ έξω την Πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας! Η θεία Σοφία δεν πήγαινε ποτέ στο καπηλειό του άντρα της. Ίσως, ακριβώς γι’ αυτό έβρισκε τις κατάλληλες συμβουλές στα ερωτήματα που της έβαζε ο θείος μου, για λογαριασμό των θαμώνων του: μην γνωρίζοντας προσωπικά αυτόν που τον βασάνιζε η αγάπη, οι χρησμοί της είχαν την ισχύ της απρόσωπης μαντείας. Ποιο ήταν το κατάλληλο προξενιό για τον γιο του ενός, και τι έπρεπε να κάνει η κόρη για να δέσει με αιώνια αγάπη τον εύπορο υποψήφιο γαμπρό.

Σαν τους μεγαλύτερους θεραπευτές, η θεία Σοφία-αγράμματη, αθυρόστομη, περιστασιακή μοδίστρα κι ευκαιριακή καφετζού- χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της μαιευτικής, μιλώντας πρώτα απ’ όλα για τα δικά της βάσανα. Απ’ αυτή μάθαμε πως ο πρωτότοκός της τραβούσε απ’ τα μαλλιά  τις κοπέλες που πλάγιαζαν μαζί του σε βαθμό που η θεία μου τις συμβούλευε να φοράν κράνος και στο κρεβάτι. Με τον καιρό έγινε ο προσωπικός μου σύμβουλος σε θέματα σχέσεων και γάμου: τα προέβλεπε όλα, και τα προέβλεπε σωστά. Ήταν η μόνη από το ευρύ οικογενειακό περιβάλλον με την οποία όλα τα ανίψια αισθανόμασταν άνετα να μιλήσουμε για τα σεξουαλικά μας.

«Ένα ζευγάρι, ανιψιέ», τη θυμάμαι σαν τώρα που έχει πάλι ζέστη και κλείνουν τα σχολεία «τα πρώτα δύο χρόνια της σχέσης του κάθε φορά που κάνει έρωτα βάζει  μια δεκάρα στον κουμπαρά. Μετά τα δύο χρόνια κάθε φορά που κάνει έρωτα βγάζει μια δεκάρα από τον κουμπαρά. Έ, ο κουμπαράς που έκανε δυο μόλις χρόνια να γεμίσει συνήθως το ζευγάρι δεν καταφέρνει να τον αδειάσει ούτε σε μια ολόκληρη ζωή, κι ας τύχει να μείνει ενωμένο ως τα βαθειά γεράματα».

*

©Σωτήρης Παστάκας

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία