Δημήτρης Φύσσας, Η Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης -απόσπασμα από το βιβλίο

fyssas-bk-apospasma7.3.15

Φωτογραφία του πλοίου Ζντάνοφ, από το εξώφυλλο του βιβλίου

fav-3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Σχέση σχεσένια

Όπου ο Μέσκουλας διεκτραγωδεί τη ζωή του και σχολιάζει την επικαιρότητα το τελευταίο δίμηνο του ΄13.

Θυμάμαι  κείνο το ανέκδοτο, με κάποιον τύπο που γυρίζει σπίτι του το βράδυ. Ανοίγει την τηλεόραση, πίνει ένα γάλα, καταπίνει μια ασπιρίνη, τραβάει και μια μαλακία. Και μονολογεί: «Αυτή είναι ζωή: θεάματα, ποτά, ναρκωτικά και γυναίκες».

Δεν απέχω και πολύ από τον τύπο. Τηλεόραση βέβαια δεν έχω, ασπιρίνες δεν παίρνω, το γάλα δε μ΄ αρέσει και σπάνια γυρίζω σπίτι βράδυ, αφού είμαι νυχτοφύλακας. Αλλά η σεξουαλική μου ζωή δε συνίσταται παρά σε μαλακία με τσόντες από το ίντερνετ- κι αυτό ακόμα, πολύ αραιά.

Δεν έχω καν λεφτά να πάω σε πουτάνα. Έχω και το θέμα με την πρόωρη εκσπερμάτωση, παλιά που πήγαινα καμιά φορά, έχυνα μόλις της τον είχα βάλει, καλά καλά δεν είχα προλάβει να φορέσω την καπότα. Βλέπω τσόντες στο ίντερνετ, με φτάχνουν αυτές με κοινό κόσμο, όχι με πορνοστάρ, με απλές καθημερινές γυναίκες, αλλά κι εκεί θέλω να είναι άφτιαχτες, αμακιγιάριστες, και το βιντεάκι ρεαλιστικό, δηλαδή κακής ποιότητας, ώστε να φαντασιώνομαι την αληθινή ζωή.  Βλέπω συνήθως μια ορισμένη τσόντα που κρατάει 48 δευτερόλεπτα όλα κι όλα  (http://just.eroprofile.com/play/UaDiSPAr2RpWC43)  και χύνω πριν τελειώσει. Με συγκινεί η αφοσίωση αυτής της κοπέλας στον άντρα της, το πώς περιμένει τα χύσια στο πρόσωπο με χαρά και με αγάπη και οι εκφράσεις που παίρνει πριν και μετά, όπως και οι ρυτίδες της στο μέτωπο, καθώς παίρνει το τσιμπούκι και απαντάει «A whore»  στην ερώτηση «What are you?». Δε μ΄αρέσει κάθε ερασιτέχνισσα στο ίντερνετ, μ΄ αρέσει αυτή η συγκεκριμένη λεπτή μεσήλικη, πρασινομάτα, κοκκινόξανθη, κάτασπρη γονατιστή Αμερικάνα, που προσπαθεί και κοιτάζει τον άντρα της με τα χύσια στα μάτια, ενώ εκείνος όρθιος την τραβάει με το κινητό του. Έτσι χύνω εγώ. Αυτή είναι η σεξουαλική μου ζωή. Γιατί γυναίκα, στην πραγματικότητα, ποτέ μου δεν είχα.

Ούτε φίλους  έχω. Έχω μόνο γνωστούς. Η Νιλουφέρ λίγο με γνώρισε, το κατάλαβε. Έχει δίκιο ότι είμαι απότομος άνθρωπος, αγενής. Είμαι και είρωνας. Δεν τα καταφέρνω να διατηρήσω φιλικές σχέσεις. Οι άνθρωποι μ΄ αποφεύγουν. Οι παλιοί μου φίλοι από τ΄ αριστερά μου νιάτα με κάνανε πέρα όπως τους έκανα κι εγώ, νέους φίλους με τα μυαλά που έχω δεν μπόρεσα να κάνω,  άσε που οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες είναι επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και επιστήμονες περιωπής,  τι να πω και τι να κάνω μαζί τους με τη φτώχεια μου; Με τι καρδιά να τους προσεγγίσω; Διαβάζω τις αναλύσεις τους στο ίντερνετ, «βελτιώνεται η κατάσταση» λένε. Τι «βελτιώνεται» ρε φίλε, εδώ ο κόσμος πεινάει. Μαζί τους πεινάω και γώ. Αλλά εκείνοι είναι σ΄ άλλους κόσμους.

Ο δικτάτορας Μεταξάς στο ημερολόγιό του έγραφε ότι είχε πάει σε μια δεξίωση στη βρετανική πρεσβεία. Και καταγράφει μετά, όπως το θυμάμαι: «Δεν ξέρω αγγλικά. Κανείς δε με προσέχει. Είμαι και κοντός». Εγώ τώρα μπορώ να πω: «Δεν ξέρω από ανθρώπους. Κανείς δε με προσέχει. Είμαι και φτωχός». Και ίσως γι΄ αυτό χειροτερεύω, γίνομαι όλο και πιο άφιλος. Όσοι με ξέρουνε, αποκλείεται να με θεωρούνε καλό άνθρωπο. Δεν είμαι κιόλας. Ούτε παλιά ήμουνα, αλλά τότε είχα λεφτά, δεν είχε σημασία για τον κόσμο. Τώρα φτωχαίνω συνέχεια. Φτωχαίνω, κακογερνάω και παραξενεύω. Απορώ και γω πώς έπιασα να βοηθήσω την Νιλουφέρ. Μάλλον η κοινότητα του θέματος με συγκίνησε ή ήθελα ν΄αποδείξω (σε ποιόν;) ότι είμαι αντιεθνικιστής- ματαιοδοξία δίχως σκοπό.

Με γυναίκα, ξαναγυρίζω στο θέμα, δεν μπόρεσα να στεριώσω ποτέ μου στα σοβαρά. Έχω συναισθηματική ανεπάρκεια, το ξέρω. Παλιά, είχα μια σχέση με μια πρώην μαθήτριά μου, ονόματι Κάτια, όταν όμως τα πράματα δυσκολέψανε, η ιστορία διαλύθηκε αμέσως. Τώρα εκείνη ζει κάπου στην Ήπειρο, νομίζω, παντρεμένη και παιδί ή παιδιά, ενώ εμένα μού μείνανε αυτά που μου κόλλησε: οι Πυξ Λαξ, οι U2, η κασερόπιτα και το ποτό μπέιλις. Οι Πυξ Λαξ διαλυθήκανε, το ξέρω, κι οι U2 στερέψανε, έτσι γίνεται συνήθως με τα συγκροτήματα, κασέρι δεν κάνει πια να τρώω, ούτε μπέιλις να πίνω λόγω ζάχαρου. Άσε που δεν έχω μία, είναι πανάκριβο το μπουκάλι ακόμα και για μένα που δουλεύω  σε  κάβα- ο φόρος το κάνει πανάκριβο. Όμως κάθε φορά που ακούω στο ραδιόφωνο ή στο ίντερνετ Πυξ Λαξ ή U2, σκέφτομαι την Κάτια. Όχι νοσταλγικά, ούτε «με πόνο», καθώς το λέει ο λόγος. Απλά τη σκέφτομαι, και μακάρι να περνάει καλά εκεί στη Θεσπρωτία ή την Άρτα  ή όπου αλλού είναι. Απλά τη σκέφτομαι. Πάρα πολλά χρόνια, από τότε δεν είχα άλλη σχέση.

Και μάλλον δεν είχα ποτέ μου αληθινά σχέση, ούτε νέος όταν ήμουνα. Σχέση σχεσένια εννοώ, με συναισθηματική εμπλοκή. Είμαι συναισθηματικά ανάπηρος, αν δεν ακούγεται πολύ βαρύγδουπο.  Όσο για τώρα-  Τώρα ποια θα μου ΄ριχνε δεύτερη ματιά,  με τέτοια φτώχεια, με παλιόρουχα, μ΄ άσπρα μαλλιά; Με ζάχαρο και μπόλικη πρεσβυωπία; Στα 60 φεύγα μου; Κι αν υποθέσουμε πως κάποια κάπου κάποτε κάπως με κοίταγε και μ΄ ήθελε, πότε θα την έβλεπα; Δυο δουλειές κάνω, και τις έχω μόνο και μόνο γιατί είναι σούπερ κακοπληρωμένες κι οι άλλοι δεν τις καταδέχονται, κουράζομαι, μετά μόνο κοιμάμαι, ψάχνω στοιχεία για τη Μακρόνησο ή γράφω. Και πού θα πηγαίναμε, αφού δεν έχω μία; Στο δυαράκι της οδού Κάλβου, που είναι σαν καραγκιόζ μπερντέ, όπως το ΄χω καταντήσει, τίγκα στο βιβλίο και τη σκόνη;

Στην κάβα πάλι, τ΄ αφεντικό μου κοιτάει να κλέψει όσο μπορεί απ΄ όλους. Νοθεύει τα βαρελάκια της μπίρας με νερό, με μια πατέντα εντελώς δική του. Βάζει πλαστές ετικέτες σε μπουκάλια με κωλόκρασα, ότι και καλά  είναι χύμα κρασί σπέσιαλ. Έχει διπλά βιβλία. Παίρνει από χοντρέμπορους εμπόρευμα τρεις το πρωί, δίχως τιμολόγια και δίχως φορτωτικές, παράνομα κι αφορολόγητα, και τα πουλάει πάλι στη ζούλα, μαύρα. Κοιτάει να κλέψει κι από μένα, αν μπορεί. Είναι πιτσιρικάς κι όμως δε με σέβεται. Του ζήτησα να με προσλάβει μισθωτό με ΙΚΑ γιατί δεν άντεχα να πληρώνω το ΤΕΒΕ και μου ΄πε «Αν δε σ΄ αρέσει, φύγε. Ξέρεις πόσοι περιμένουνε στην ουρά; Εγώ μόνο με μπλοκάκι σε κρατάω κι αν σ΄ αρέσει». Τι να κάνω, έμεινα, οικτίροντας για μια ακόμα φορά τον εαυτό μου και συνεχίζοντας να πληρώνω ένα σκασμό λεφτά στο κωλο – ΤΕΒΕ. Το έχω τριάντα τόσα χρόνια τώρα, απ΄τον καιρό των φροντστηρίων. Και γράφω κάτι μπούρδες στο Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών που κόβω στ΄ αφεντικό, ότι δήθεν τού παρέχω υπηρεσίες και χαζομάρες, ενώ κανονικά η δουλειά μου είναι καθαρά εργατική. Χειρωνακτική.

Ξέρω ότι παλιά είχε άλλον για οδηγό κι άλλον για κουβάλημα: παλέτες – καροτσάκι – κιβώτια – καφάσια – βαρελάκια. Τώρα, όπως θα λέγανε οι σεβαστοί μας οικονομολόγοι, «το οργανόγραμμα της επιχείρησης δεν είναι πλήρες», γιατί έγινε «οικονομία κλίμακας». Ο εστί μεθερμηνευόμενον: ένας άνθρωπος μονάχος του και οδήγηση και ξεφορτώματα, όλα μόνος του ο γέρο Στέλιος. Ευτυχώς που είμαι γερό σκαρί και τα καταφέρνω. Πρώην παλαιστής στα νιάτα μου, αντέχω. Μα η δουλειά πέφτει, μαγαζιά κλείνουνε συνέχεια, πόσα κρασιά και πόσα αναψυκτικά  να δώσουμε.

Φιλίες με ποιον να κάνω; Όταν ξεφορτώνω το φορτηγάκι, τότε βάζω το εμπόρευμα στο καρότσι, κουβαλάω, πληρώνομαι (και πολλές φορές τ΄ αφήνω έναντι, παρακαταθήκη, δίχως να πληρωθώ), κόβω το τιμολόγιο, φεύγω. Μια καλημέρα λες με τους μαγαζάτορες και πολύ είναι. Είμαι και γω λιγόλογος, αν όχι τίποτα χειρότερο. Ασπρόπυργο, πάλι, βλέπω μόνο τους θυρωρούς και τους φύλακες, λέμε κι εκεί ένα «γειά», τι άλλο να πούμε. Και μετά μένω μόνος μου όλο το βράδυ. Τουλάχιστον εκεί πάει καλά η δουλειά, δεν κινδυνεύω να τη χάσω. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω.

Έχω τσαντίλα για τη φτώχεια μου, ενώ προσπαθώ να το κρύβω και να το παίζω αξιοπρεπής. Έχω τσαντίλα που δεν μπορώ να δουλέψω πια καθηγητής. Έχω τσαντίλα που δεν ξέρω αν θα ΄χω δουλειά αύριο. Έχω τσαντίλα για τον ίδιο μου το χαρακτήρα. Έχω τσαντίλα και για το νεανικό εαυτό μου, τότε που έβγαζα λεφτά με τα φροντιστήρια και τα ΄τρωγα όλα, αντί να έχω πάρει έστω μια γκαρσονιέρα, έστω ένα οικοπεδάκι. Ή να ΄χω σήμερα ένα παιδί- καλά, αυτό δεν το λέω σοβαρά, καλύτερα που δεν έχω.  Έχω τσαντίλα που έχω τσαντίλα. Που έχω οργή, αγανάκτηση, θυμό, μεμψιμοιρία, πες το όπως θες. Και προσπαθώ να τη διοχετεύσω στο μυθιστόρημά μου, εκεί που ταιριάζει. Το «Υ.Γ. για το Μακρύ Νησί» είναι το μόνο πράμα που μ΄ ενδιαφέρει στον κόσμο. Αυτή η έρευνα κι αυτό το γράψιμο. Για τη Μακρόνησο. Να ίσως το γιατί βοήθησα και τη Νιλουφέρ- κι αυτή δέχτηκε τη βοήθεια και με πλησίασε. Αλλά ώς εκεί.

Αν βγάλω αυτό το βιβλίο, τότε ίσως κάτι αλλάξει στη ζωή μου. Ίσως ξαναβγώ στη κοινωνία. Ίσως. Μα πολύ ίσως.

Είχα ξαναπάψει να παρακολουθώ πολιτική όταν καταλάγιασαν τα του φόνου του Φύσσα, μ΄ αυτός ο μήνας, ο Νοέμβρης, μπήκε πολύ άσχημα και με βάρυνε. Την πρωτομηνιά δολοφονήθηκαν δυο νεαροί χρυσαυγίτες εν ψυχρώ στο Νέα Ηράκλειο, κι ένας τρίτος χαροπαλεύει. Είναι η χειρότερη εκτέλεση που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Στο βίντεο που βλέπω στο γιουτιούμπ οι δυο φόνοι διαρκούν ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ευτυχώς δεν υπήρξε νέα αντεκδίκηση, μέχρι τώρα τουλάχιστον. Και χτες κάποια αριστερίστικη οργάνωση πήρε τη ευθύνη, με στικάκι και τηλεφώνημα σε κάποιο σάιτ, βρίζοντάς και απειλώντας. Αντίποινα για τη δολοφονία του Φύσσα, λένε. Σιγά ρε μαλάκες, ποιοι είσαστε σεις που εφαρμόζετε την αρχή της συλλογικής ευθύνης;

«Όταν χάσεις νέος κάποιον, παύεις να είσαι νέος». Αυτό διάβασα πριν λίγο καιρό. Το είπε η σκηνοθέτισσα Πέννυ Παναγιωτοπούλου, με αφορμή την πρόσφατη ταινία της «Σεπτέμβρης»- ωραία ταινία πρέπει να ΄ναι. Αυτό ταιριάζει στην κοπέλα του Φύσσα. Ταιριάζει στους φίλους του Φύσσα. Ταιριάζει όμως και στους φίλους των χρυσαυγιτών.  Όλοι αυτοί, ταυτόχρονα με τους σκοτωμένους, χάσανε και τη νιότη τους. Πολύ αμφιβάλλω αν θα  ξανανιώσουνε ποτέ νέοι. Κάτι παρόμοιο λέει κι ο ψυχίατρος ο Σακελλαρόπουλος για τους Μακρονησιώτες.

Οι φόνοι με αναστατώνουνε, με κάνουνε να ξαναενδιαφέρομαι φευγαλέα για την πολιτική, από την απώθηση που νιώθω.

Και σήμερα ξημερώσανε τα 40 χρόνια από το «Πολυτεχνείο». Μπορεί οι φονιάδες να πάρουν μέρος στην «καθιερωμένη» πορεία στην αμερικάνικη πρεσβεία, σ΄ αυτή την αναχρονιστική γελοιότητα. Ακόμα μια 17 Νοέμβρη βαριά, με καταχνιασμένη πολιτική ατμόσφαιρα, με φόνους λίγες μέρες πριν και με προκήρυξη σήμερα.

Έχω ρεπό, ανοίγω τον υπολογιστή και διαβάζω την προκήρυξη ολόκληρη στο ίντερνετ, διαγώνια πού λένε. Καλομαθημένα κωλόπαιδα, καμιά σχέση δεν έχουνε με το ΄73, κι ας λένε ότι εμπνέονται απ΄ αυτό. Μα σε κάποιο άλλο σάιτ, ένας σοφός άνθρωπος, κάποιος Βαγγέλης Πανταζής, γράφει την εξής  συμπυκνωμένη σκέψη για τη μέρα: «Κάθε νέα γενιά διεκδικεί το δικαίωμα στο δικό της Πολυτεχνείο. Το πρόβλημα είναι πως για το σκοπό αυτό χρειάζεται απέναντί της μία δικτατορία. Μη μπορώντας όμως να την έχει, αναγορεύει σε δικτατορία τη δημοκρατία που της βρίσκεται». Έχει δίκιο, βέβαια. Κι όμως, για κάτι τέτοιες σκέψεις, τον άνθρωπο αυτό θα τονε πουνε πολύ εύκολα «φασίστα».  Κι ένας άλλος σοφός άνθρωπος, κάποιος Μιχάλης Τριανταφυλλίδης, γράφει σε άλλο σάιτ: «Κάνω έκκληση σε όσους -λανθασμένα, κατά την γνώμη μου-  το θεωρούν υποχρέωση να κατεβούν στην πορεία, να μην πλησιάσει κανένας τους στα κομματικά πανό. Να φύγουν μακριά απ’ αυτά- και ας πορευτούν μονάχοι».  Κι αυτός έχει δίκο, βέβαια. Κι όμως, για κάτι τέτοιες σκέψεις, τα καλόπαιδα που δολοφόνησαν με χωσιά τους χρυσαυγίτες θα τον πουν κι αυτόν «φασίστα».  Αν δεν τους σκοτώσουν κιόλας, τον Πανταζή και τον Τριανταφυλλίδη και γενικά οποιονδήποτε σκέφτεται αλλιώς. Αχ, κόκκινη Ρόζα, ποιος θυμάται πώς όριζες την ελευθερία, με μέτρο την έκφραση της διαφορετικής σκέψης;

Επιλέγω με το ποντίκι μου το «Χ» στην πάνω δεξιά γωνία της οθόνης του αρχαίου μου λάπτοπ και καταργώ τη σελίδα με τη φράση του Πανταζή. Σβήνω και την άλλη με τη φράση του Τριανταφυλλίδη.  Επιλέγω το  «−»  και χαμηλώνω τη σελίδα με την προκήρυξη των κουμπουροφόρων. Ίσως αργότερα την ξανανεβάσω, για να τη μελετήσω καλύτερα. Κι ανοίγω το φάκελο «Μυθιστόρημα», το μόνιμο καταφύγιό μου.

Προσπερνάω το αρχείο «Κείμενο», όπου τα περισσότερα σχεδιασμένα κεφάλαια είναι σκέτοι τίτλοι, άντε και με μερικές σημειώσεις, και πάω στο αρχείο – μωσαϊκό που λέγεται «iliko» (χρόνια τώρα, άλλα

αρχεία τα βαφτίζω μ΄ ελληνικό κι άλλα με λατινικό αλφάβητο- τυπική τσαπατσουλιά του Μέσκουλα). Τ΄ ανοίγω. Αποτελείται από στοιχεία που δεν πρέπει να ξεχάσω, ποικίλα ερανίσματα και δικές μου σκέψεις ή συγγραφικές κατευθύνσεις. Πρέπει ν΄ αποφασίσω ποια από τα πρωτογενή στοιχεία θα ενθέσω σε κεφάλαια και πώς. Πρέπει ν΄ αποφασίσω ποια περιστατικά θ΄ αναπτύξω και ποια όχι. Πρέπει ν΄ αποφασίσω για τους ήρωες που θα βάλω να δρουν. Μέχρι τώρα έχω φτιάξει ελάχιστους.

Μπερδεύονται οι σκέψεις στο μυαλό μου, νυστάζω, έρχονται μισόνειρα, με παίρνει ο ύπνος−

*

Νέο

©Δημήτρης Φύσσας
H Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

.

.

.

.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία