Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την εικόνα του Proust Μέρος IV (τελευταίο)

Φωτογραφία του Man Ray

Ο Προυστ στον νεκροκρέβατό του. Φωτογραφία του Man Ray

fav-3

Το έρεθιστικό, άσταθές στοιχείο τού Proust Επηρεάζει καί τόν άναγνώστη τών έργων του. Άρκεί να θυμηθούμε τήν άτέλειωτη διαδοχή τών «soit que», τά όποια ρίχνουν σέ μιά πράξη μέ τόν πιό έξαντλητικό, πιεστικό τρόπο τούς προβολείς τών άμέτρητων κινήτρων, πού θά μπορούσαν νά τήν έχουν προκαλέσει. Κι όμως, προβάλλει σ ’ αύτή τήν άλληλουχία τών παρατάξεων τό σημείο, όπου ή άδυναμία καί ή μεγαλοφυία συγκλίνουν στόν Proust σε ένα: στήν παραίτηση τού διανοούμενου, στό δοκιμασμένο σκεπτικισμό, μέ τόν οποίο άντιμετώπιζε τά πράγματα.

Μετά τίς αύτάρκεις ρομαντικές έσωτερικότητες ήρθε αύτός κι ήταν, όπως άναφέρει ό Jacque s Rivifeve, άποφασισμένος νά μήν έμπιστευθεΐ ούτε στό έλάχιστο τις «sirénes intérieures». « Ό Proust προσεγγίζει τό βίωμα χωρίς τό παραμικρό μεταφυσικό ένδιαφέρον, χωρίς την παραμικρή δομική τάση, χωρίς την παραμικρή διάθεση γιά παρηγοριά». Τίποτε τό αύθεντικότερο άπό τό παραπάνω.

’Ετσι λοιπόν καί μέ τή βασική σκιαγράφηση αύτοΰ τοΰ έργου, τήν πληρότητα προσχεδιασμού του οποίου δέν παύει ό Proust νά ύποστηρίζει άδιάκοπα: είναι κάθε τί άλλο παρά έπεξεργασμένο. Προσχεδιασμένο όμως όπωσδήποτε, όπως ή πορεία τών γραμμών τοΰ χεριοΰ μας ή η διάταξη τών στημόνων στόν κάλυκα. ‘Ο Proust, αύτό τό γερασμένο παιδί, άφέθηκε κατάκοπος σέ μιά καθοδική έπάνοδο στούς κόλπους της φύσης, όχι γιά νά θηλάσει άπό αύτή, άλλά γιά νά όνειρευτεί δίπλα στόν κτύπο της καρδιάς της. Τόσο άδύναμος πρέπει νά θεωρηθεί καί να γίνει έτσι άντιληπτό, πόσο έπιτυχημένη ύπήρξε ή σύλληψη αύτής τής άδυναμίας άπό τόν Jacques Rivi6re καί ή διατύπωση: « Ό Marcel P roust πέθανε άπό τήν ίδια άπειρία, πού τοΰ είχε έπιτρέψει τή συγγραφή τοΰ έργου του. Πέθανε, έπειδή άποξενώθηκε άπό τόν κόσμο καί δέν ήξερε πώς νά άλλάξει τίς συνθήκες τής ζωής του, πού του είχαν γίνει έξοντωτικές. Πέθανε, επειδή δέν ήξερε, πώς άνάβουν φωτιά, πως άνοίγουν ένα παράθυρο». Καί βέβαια, άπό τό νευρικό του άσθμα. Οί γιατροί στάθηκαν άνίκανοι άπέναντι σ’ αύτή την πάθηση. Όχι όμως καί ό ποιητής, πού την έθεσε μέ μεγάλη συστηματικότητα στήν ύπηρεσία του. ‘Υπήρξε — για νά άρχίσουμε μέ τό πιό έξωτερικό στοιχείο — ένας άψογος σκηνοθέτης τής άρρώστιας του. Μήνες όλόκληρους συνδέει μέ έξολοθρευτική ειρωνεία τήν εικόνα ένός θαυμαστή, πού τού είχε στείλει λουλούδια, μέ τήν άνυπόφορη γι’ αύτόν μυρωδιά τους. Καί μέ τίς μεταπτώσεις τής άρρώστιας του πανικοβάλλει τούς φίλους, oi όποιοι φοβούνται καί λαχταρούν τή στιγμή, πού θά έμφανιστεί ό ποιητής ξαφνικά, πολύ μετά τά μεσάνυχτα, στό σαλόνι — brise de fatigue[1]καί μόνο γιά πέντε λεπτά, δπως άνακοινώνει —, γιά νά μείνει μετά μέχρι τό γκριζάρισμα της αύγής, πολύ κουρασμένος, γιά νά σηκωθεί, πολύ κουρασμένος, γιά νά διακόψει έστω τό λόγο του. Άκόμα και σάν έπιστολογράφος δέν παύει νά άντλεί άπό αύτή την πάθηση τίς πιό άπόμακρες έντυπώσεις. «Τό σφύριγμα τής άναπνοής μου σκεπάζει τόν ήχο τής πένας μου καί ένός μπάνιου, πού γεμίζει στό κάτω πάτωμα». Άλλά δεν είναι μόνον αύτό. Ούτε καί τό ότι τόν άπέσπασε ή άρρώστια άπό μιά κοσμοπολίτικη ύπαρξη. Αύτό τό άσθμα πέρασε καί μέσα στήν τέχνη του, άν δέν ήταν ή τέχνη, πού τό δημιούργησε. Ή σύνταξή του άπεικονίζει ρυθμικά βήμα πρός βήμα τό άγχος άσφυξίας του. Καί ή ειρωνική, φιλοσοφική, διδακτική άντανακλαστική του κίνηση είναι πάντοτε ή βαθιά εισπνοή, μέ τήν όποία τού φεύγει άπό τήν καρδιά ό εφιάλτης τών άναμνήσεων. Σέ μεγαλύτερη όμως κλίμακα είναι ό θάνατος, πού βρίσκεται άδιάκοπα δίπλα του, καί κύρια όταν γράφει, ή άπειλητική, άσφυ κτική κρίση. Έτσι τόν άντιμετώπιζε ό Proust καί πολύ πρίν πάρει ή πάθησή του σοβαρές διαστάσεις. “Ομως όχι σάν παραξενιά ένός ύποχόνδριου, άλλά σάν «réalite nouvelle», έκείνη τή νέα πραγματικότητα, όπου ενστικτώδης άπάντηση σέ πράγματα κι άνθρώπους είναι τά χαρακτηριστικά τού γεράσματος. Μιά φυσιολογία τού ύφους θά μάς όδηγούσε στα
ένδότερα αύτής τής δημιουργίας.

Δέν θά μπορούσε έτσι ό γνώστης της άνθεκτικότητας, με τήν όποία διατηρούνται οί άναμνήσεις στην αίσθηση της όσφρησης (μέ κανένα τρόπο οί όσμές στή μνήμη!), νά ερμηνεύσει τήν εύαισθησία τού Proust στίς όσμές σάν κάτι συμπτωματικό. Οί περισσότερες άναμνήσεις, τίς όποιες διερευνούμε, μας παρουσιάζονται σίγουρα σάν όπτικές εικόνες. Καί οί έλεύθερα άναβλύζοντες σχηματισμοί τής mémoire involontaire είναι έπίσης στό μεγαλύτερό τους μέρος άπομονωμένες, αινιγματικής μόνο μορφής όπτικές εικόνες. Άλλά γι’ αύτό άκριβώς, γιά νά άφεθεί κανείς μέ τήν αίσθηση τής γνώσης στήν έσώτατη δόνηση αύτής τής ποίησης, πρέπει νά μεταφερθει σέ ένα ιδιαίτερο καί βαθύτερο στρώμα αύτής της άκούσιας μνήμης, στο όποιο το στοιχείο τής μνήμης δέν υποδηλώνουν πιά την παρουσία τους μεμονωμένα, σάν εικόνες, άλλά άμορφα κι άσχημάτιστα, άκαθόριστα καί ΰψιστης σπουδαιότητας σάν μιά όλότητα, δπως ύποδηλίόνει τό βάρος τών διχτυών τό άλίευμα στόν ψαρά. Ή όσμή, νά ποιά είναι ή αίσθηση του βάρους γιά εκείνον, πού ρίχνει τά δίχτυα του στή θάλασσα τού temps perdu. Καί οί προτάσεις του άποτελοΰν τό σύνολο τού μυϊκού παιχνιδιού τού νοητού σο’)ματος, περιέχουν στό άκέραιο τόν άφατο μόχθο της άρσης τού άλιεύματος.

Τό πόσο στενή ύπήρξε κατά τά άλλα ή συμβίωση αύτής τής συγκεκριμένης δημιουργικότητας μέ αύτή τή συγκεκριμένη πάθηση, άποδεικνύεται μέ τή μεγαλύτερη σαφήνεια άπό τό γεγονός, δτι δέν εμφανίζεται ποτέ στον Proust τό ξέσπασμα έκείνης τής ήρωικής άπείθειας με τήν όποία έξεγείρονταν συνήθως άλλοι δημιουργοί ένάντια στίς παθήσεις τους. Καί γι’ αύτό θά μπορούσαμε άπό τήν άλλη πλευρά νά πούμε, πώς μιά τόσο βαθιά έμπλοκή μέ τή ροή τού κόσμου καί τήν ύπαρξη, σάν έκείνη του Proust, θά όφειλε άπαραίτητα νά οδηγήσει σέ μιά κοινότοπη καί φυγόπονη Ικανοποίηση σέ όποιαδήποτε άλλη βάση έκτός άπό μιά τόσο δεινή, διαρκή δοκιμασία. Αύτό ήταν όμως τό πεπρωμένο τής πάθησης τού Proust, να συγκαταλεχθεί στή μεγάλη διαδικασία τού έργου, όδηγούμενη άπό μιά πέρα άπό έπιθυμίες και μεταμέλειες παραφορά.

Γιά μιά δεύτερη φορά στήθηκε μιά σκαλωσιά σάν έκείνη τού Michelangelo πάνω στήν όποία ζωγράφιζε ό καλλιτέχνης, μέ τό κεφάλι κολλημένο στό σβέρκο, τή Δημιουργία στήν όροφή τής Sixtina: τό κρεβάτι της άρρώστιας, δπου άφιέρωνε ό Marcel Proust στή δημιουργία τού δικού του μικρόκοσμου τίς άμέτρητες σελίδες, πού κάλυπτε μέ τό γραφικό του χαρακτήρα στόν άέρα.

__________
[1]τσακισμένος άπό τήν κούραση (σ.τ.μ.).

Τίτλος Πρωτύπου
«Zum Bilde Proust»
Μετάφραση από τά γερμανικ ά : Μηνάς Παράσχης
©ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΤΟΠΙΑ, Αθήνα 1983

***

Διαβάστε τα μέρη Ι + ΙΙ και ΙΙΙ

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under Δοκίμιο, μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία