Λουκάς Λιάκος, Καφασωτό

liakos6.2.15

fav-3

Λιγοστεύω. Κι αυτό είναι η πρώτη συνάντηση. Η ζωτικότητα της φθοράς είναι μια αύξηση. Το θάρρος χωρίς επιθυμία για θάρρος, είναι δύναμη που πρακτικά εξαντλεί. Αποτραβιέμαι τόσο ώστε το δικαίωμα των δύο στη μοναξιά να μην έχει όφελος. Κι όμως, να ‘μαι αδιάφορα ολόκληρος είναι περιττό. Ένα περίτεχνο “άγγιζε”, ένα “βοηθήστε με” έτσι, χωρίς δικαιοσύνη. Πόση θα ‘ναι δική μου ανάσα όταν η φθορά πάψει όχι πια εξαιτίας της διάρκειας μόνο, μα επιπλέον γιατί θα υπάρχει πάντα εκείνος ο καθρέφτης που παραμελώ να κοιτάξω στον εαυτό μου. Ποια φωνή θα πει: ζω επιπόλαια μα κι αλίμονο πεθαίνω στ’ αλήθεια- δίχως ούτε αυτό να αρκεί. Κι αν έχω δεμένα τα μάτια ξέρω πως πάντοτε με σχεδίαζε ένα βλέμμα ανθρώπινο, αφήνοντας ανερμήνευτο αυτό που με επέστρεφε. Να το εξουσιάζω “εγώ”, αν όλα του μοιάζουν τυχαία στο τίποτα κι η αθωότητά του να μην έχει συμβεί παρά μόνο απεριόριστα, τη στιγμή που θα με εγκαταλείψει μιας και δε σήμαινε τίποτα. Φορές καθένας από μας καλείται να ανακαλύψει αυτό που ξέρει ήδη, ένα δρόμο που τον έχει περπατήσει μα ολοένα του ξεγλιστρούσε, η κίνηση. “Να είσαι”, όχι να παραμένεις αυτός που είσαι. Δε ξέρω, ό,τι δηλητήριο το πετάμε στη θάλασσα αφού πρώτα το έχουμε καταπιεί χωρίς να το αγγίξει κανείς. Το μετανιώνω, μα τελικά για τι απ’ όλα να μετανιώσει κάποιος. Κάτι σαν πήγαινε μα μην αργήσεις, κι αμέσως έχω ήδη μετανιώσει γιατί δεν πήγα ή γιατί άργησα; Θα μπορούσες ν’ αργήσεις και στη κηδεία σου ακόμα ή να μην παρευρεθείς καν κι αυτό να σε γεμίσει με ελπίδες πως η κηδεία σου θα γίνει, δε χάνεται. Χάνεται αυτή σου η αιωνιότητα; Μήπως τελικά αυτό που χάνεται είναι η μνήμη του να υπάρχεις όπως έτσι οριοθετείται ουσιαστικά η φθορά και μετά να πεις την είδα, πέρασε μόλις έξω από το παράθυρό μου, η φθορά μου ζει φθείρομαι, άρα υπάρχω συνδετικά με τη μοναξιά κι αυτό είναι που με κρατάει και με χωρίζει όχι από επιλογή -κάτι τέτοιο θα με έκανε να υποφέρω- μα από ελευθερία η οποία δε βρίσκεται καν σε συγκεκριμένο χώρο, πλην του σπιτιού όπου και διαμένω, εξόν του παραθυρόφυλλου που με αερίζει. Υπάρχω σε ένα και σε δυο κομμάτια. Τα αφήνω άθικτα και παραμονεύω να με σκεφτώ ή να βαδίσω πλάι μου, να μου μιλήσω και να μου αποκριθώ. Έτσι είναι κι αμέσως γιατί να σκέφτομαι έτσι και να το συνηθίσω χωρίς να είμαι βέβαιος γι’ αυτό, όπως ας πούμε συνηθίζω να λέω καλημέρα χωρίς και πάλι να είμαι βέβαιος, απλά για την ισορροπία που χρειάζομαι, μια δοσμένη ισορροπία, μια δωρεά και παρ’ όλη αυτή τη γενναιοδωρία να ταλαντεύομαι ακόμα και να κινδυνεύω να πέσω. Τη στιγμή που θα κάτσω ακίνητος θα πω γεια σου, ήρθα για τη κηδεία μου, με περίμενες; Λυπάμαι που άργησα, μα είμαι έτοιμος να κλάψω. Να κλάψω και να με καταλάβω χωρίς να με πιάσει ίλιγγος από αυτή μου την οικειότητα.

*

©Λουκάς Λιάκος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Αγκόνα, 2011

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία