Τσαμπίκα Βασιλειάδη, “Κι η δική μου πυκνότητα -για να ξέρεις- είναι υποκειμενική” -ποίηση

vasseiliadou4.2.15

fav-3

ΑΝΙΣΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Μία σκέψη.
Ήρθε και δεύτερη.
Η μία σκέψη μετά την άλλη.
Δεν έμεινε χρόνος να σκεφτώ.
Μια εικόνα χίλιες λέξεις.
Ένα κομμάτι από το πάζλ μου χαμένο.
Κρύβεται πίσω απ’ τις σταγόνες της βροχής κι εγώ ελπίζω να σου μοιάζει.
Μέρες τώρα σε φαντάζομαι σύννεφο και απορροφιέμαι στο κενό.
Ένα χαμόγελο, ένα γέννημα.
Ξυπνώ με μια εικόνα, κοιμάμαι με σκοπό.
Αφήνω τις πόρτες μισάνοιχτες.
Δεν έχω καιρό.
Σ’ έπιασα στα χέρια μου και σ’ έχασα.
Τόσοι κόκκοι άμμου, μα εγώ διαλέγω μια σταγόνα νερό.
Να βουτήξω μέσα σου.
Να σταματήσω να βυθίζομαι μες την παράνοια.
Είμαι ένα κλουβί ανοιχτό.
Δομή που σε μια στιγμή διασπάστηκε και απλώθηκε ραγδαία σ’ ένα σου βλέμμα.
Γυρνώ στο παράθυρο να δω λίγο φως.
Και βλέπω μία κούπα με τσάι.
Δεν ήταν «μια» ήταν «η».
Χίλια κομμάτια.
Ο κόσμος είναι πεζός.
Το τσιγάρο μου.
Άναψε πάλι, πως καίει έτσι τον πειρασμό.
Το ρίχνω στο χώμα, το πατώ γερά.
Σιγουρεύομαι πως είναι νεκρό.
Πλησίασε!
Μήπως η ύλη συγκινηθεί και από άυλο σε κάνει άνθρωπο κανονικό.
Να σε κοιτάζω τα πρωινά που θα ξυπνώ, να σε ακούω τα μεσημέρια,
να σε φιλώ τα απογεύματα, να σ’ αγκαλιάζω τα βράδια
και τις νύχτες να σε γεύομαι.
Μία νύχτα, λίγο πρωί.
Τρελάθηκα.
Από τότε ξυπνώ με μία μόνο σκέψη.
Κι έρχεται και η δεύτερη.
Η μία σκέψη μετά την άλλη.
Έλα να σ’ αγγίξω.
Μήπως βρω χρόνο να σκεφτώ.

fav-3

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ

Γεννήθηκα.
Κάθομαι στον θρόνο σου επάνω, διάολε.
Στα γόνατα μου κάθισε το παιδί σου.
Βλέπω τον κόσμο απ’ τα μάτια σου.
Χάος.
Ακούω τα βογκητά μου μες το κεφάλι σου.
Χάος.
Σηκώθηκα.
Δεν είναι αυτός ο κόσμος που βαπτίστηκε στο όνομα μου.
Επάνω στις καμπάνες της κρεβατοκάμαρας μου
σέρνεται αποκεφαλισμένο ένα σκουλήκι.
Νιώθω το δέρμα μου μέσα στα νύχια σου.
Χάος.
Γεύομαι το σπέρμα σου.
Χάος.
Περπάτησα μέχρι τον κήπο.
Από πού φύτρωσαν όλα τούτα εδώ τα πτώματα;
Με κοιτά μέρες τώρα με τα βαθιά του μάτια εκείνος ο γύπας.
Ηδονίζομαι στην αφή των-βουτηγμένων στο αίμα-χειλιών σου.
Χάος.
Τελειώνω στην σκέψη των αμέτρητων νεκρών σου μανάδων.
Χάος.
Χα χα χα. Πεθαίνω.
Δεν πρόλαβα να μ’ αφήσω έγκυο και να με γεννήσω πάλι.
Θα σε δω στο τέλος του δρόμου.
Πρόσεξε μην μπερδευτείς κι εσύ μες το χάος, διάολε.

fav-3

ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

Έκανα το βήμα, αποφάσισα.
Πήγα μέχρι την κουζίνα.
Μ’ ένα μαχαίρι που σφράγισε την τελευταία μου σχέση,
ζωγράφισα έναν κύκλο γύρω από τον αφαλό μου.
Βιάστηκα, να μην προλάβει να στάξει στο πάτωμα.
Αίμα και σπέρμα.
Έχωσα τα χέρια μου, το έσπρωξα κι άνοιξα μια τρύπα.
Να περνάει η γλώσσα σου πιο εύκολα,
να μου υγραίνει τις πληγές,
να μην κλείσουν ποτέ.
Δεν πόνεσα.
Μόνο που με πάγωσε λιγάκι η αναπνοή σου καθώς πλησίασες.
Ζήτα μου συγνώμη
κι εγώ μετά θα πλύνω τα χέρια μου.
Μην σε τρομάζει το αίμα.
Είν’ η μόνη απόδειξη πως ζω.
Μου είπαν πως είμαι διάφανη.
Μου το είπε κι η φωνή που κοιμάται μες το κεφάλι μου.
Τώρα εξηγούνται όλα.
Σας καταλαβαίνω απόλυτα, μα τι μαρτύριο που περνάτε!
Κυκλοφορείτε μια σκιά-και μην χειρότερα-ούτε μυαλό δεν έχει.
Χρεώνεστε κομπλιμέντα, ποτά.
Κι άντε να πηδήξεις μετά-προς θεού.
Απ’ τον γκρεμό, από καμιά ταράτσα.
Αλλά καλύτερα έτσι.
Είναι ιδανικό,
έτσι διάφανη που είμαι δεν θα παρατηρήσει κανείς
την καινούρια μου τρύπα.
Στο είπα?
Δεν θυμάμαι.
Ψήνομαι στον πυρετό.
Μην αγχωθείς, έτσι γίνεται συνήθως.
Ανατριχιάζω και πονώ ακόμα και στο πέρασμα του αέρα.
Ζηλεύεις?
Όχι μη.
Δεν υπάρχει εραστής πιο διάφανος από σένα.
Κι η δική μου πυκνότητα -για να ξέρεις- είναι υποκειμενική.
Και προς το παρόν την ξέρω μόνο εγώ.
Άντε κι άλλος ένας, που τώρα κείτεται νεκρός.
Αργείς.
Χώσε το χέρι σου στην καινούρια μου τρύπα.
Κουράστηκα, θέλω να κοιμηθώ.

fav-3

ΚΥΛΙΟΜΕΝΟ ΒΡΑΔΥ

Εκείνο το βράδυ,
άκουσα όλους τους ήχους
και έχασα την ακοή μου.
Ανάθεμα!
Η ζωή μου κυλιέται στην λάσπη μισή.
Κι εγώ ζαλίζομαι από ποτά δίχως αλκοόλ.
Πήρα ένα τσιγάρο,
δεν ήταν δικό μου
μα σ’ έπεισα πως το χρειάζεσαι πιο πολύ από εμένα.
Τι ηδονή!
Ο κόσμος είναι μίζερος,
τα χρειάζομαι αυτά τα φώτα.
Εκείνο το βράδυ,
η φύση μου ήταν άυλη
και με κατάπιε σε μια γουλιά ο χώρος.
Μπλα μπλα μπλα μπλα!
Ομιλίες να στάζουν από παντού,
να ψάλλουν για τούτη την ροή.
Έστυψα τον εγκέφαλο μου,
να πιω τις αναμνήσεις μου
και να τις ξεράσω μετά σε μια κόλα χαρτί.
Γαμώτο μου!
Πιστέψτε με, δεν είμαι τρελή.
Εγώ μένω πιστή καθώς ο κόσμος μου γαμιέται.

*
©Τσαμπίκα Βασιλειάδη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Lac de Genval, 2008

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση