Laurent Mauvigner, Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη

MAUVIGNIER_LITHIΜετάφραση: Σπύρος Γιανναράς -Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Νοέμβριος 2014

Όταν μπήκε στο σούπερ μάρκετ, κατευθύνθηκε στα ράφια με τις μπίρες. Πήρε ένα κουτάκι, το άνοιξε και ήπιε. Τί σκέφτηκε καθώς έσβηνε τη δίψα του, αυτό δεν το ξέρω. Εκείνο όμως για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι ανάμεσα στη στιγμή που μπήκε και στη στιγμή που τον σταμάτησαν οι φύλακες, κανείς δεν φανταζόταν ότι δεν θα ξανάβγαινε ζωντανός.

Η έμπνευση για την ιστορία αυτή προήλθε από μια είδηση στα ψιλά των εφημερίδων, για ένα περιστατικό που συνέβη στη Λυών τον Δεκέμβριο του 2009.

Τα μυθιστορήματα του Λωράν Μωβινιέ προσπαθούν να οριοθετήσουν το πραγματικό, συγκρούονται όμως με το άρρητο, στα σύνορα του λόγου. Μια γλώσσα που πασχίζει να βρει λόγια για την απουσία και την απώλεια, τον έρωτα και την έλλειψη – σαν μια απόπειρα να συγκρατήσουμε αυτό που γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά μας, μέσα από τα χρόνια που περνούν.

Το νέο «Κατηγορώ» της Μικέλας Χαρτουλάρη στην Εφημ. Των Συντακτών

Με ένα θαρραλέο κείμενο-καταγγελία ενάντια στον κοινωνικό ρατσισμό, ο Λοράν Μοβινιέ δικαιώνει τον πολιτικό ρόλο του συγγραφέα που ανέδειξε το 1898 ο Εμίλ Ζολά με το περίφημο «Κατηγορώ» του ενάντια στον αντισημιτισμό. Λες και μιλά για την Ελλάδα.

«Και αυτό που είπε ο εισαγγελέας είναι πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πεθαίνει για κάτι τόσο μηδαμινό, πως είναι άδικο να πεθαίνει κανείς για ένα κουτάκι μπίρα που ο τύπος κράτησε στα χέρια του τόσο ώστε να μπορέσουν οι φύλακες να τον κατηγορήσουν για ληστεία και να περηφανεύονται αργότερα πως τον εντόπισαν και τον ξεχώρισαν, εκεί, ανάμεσα στους άλλους που ψώνιζαν…»

Ακριβώς έτσι ξεκινά το σύγχρονο Κατηγορώ: ένα κείμενο πολεμικής ενάντια στην απαξίωση της ζωής, 60 σελίδες χωρίς καμιά τελεία που διαβάζονται με μιαν ανάσα, όπως η τελευταία ανάσα του νεαρού που θα πεθάνει από τα γρονθοκοπήματα των σεκιουριτάδων στην αποθήκη ενός σουπερμάρκετ. Υπογράφεται από τον 47χρονο Λοράν Μοβινιέ, βραβευμένο Γάλλο πεζογράφο και θεατρικό συγγραφέα που κατοικεί στην Τουλούζη, και έχει τον τίτλο Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (Αγρα, μτφρ. και επίμετρο Σπύρος Γιανναράς).

Είναι Δεκέμβριος του 2009, όταν ο 25χρονος Μικαέλ Μπλεζ, Γάλλος με καταγωγή από τη Μαρτινίκα, συλλαμβάνεται στο Carrefour που βρίσκεται σε ένα εμπορικό κέντρο της Λιόν ενώ προσπαθεί να κλέψει μερικές μπίρες. Οι τέσσερις άντρες της ασφάλειας του καταστήματος τον οδηγούν για «ανάκριση» σε ένα μικρό δωμάτιο όπου βρίσκει τραγικό θάνατο «από μηχανική ασφυξία λόγω συμπίεσης του θωρακικού κλωβού και απόφραξης των ανώτερων αεροφόρων οδών».

Αυτή η είδηση στο ραδιόφωνο κινητοποιεί τον συγγραφέα αλλά όχι ως γεγονός του αστυνομικού δελτίου, γι’ αυτό και εκείνος δεν θα σταθεί στα ονόματα. Θα αναζητήσει την ουσία του δράματος, και θα γράψει έναν συγκλονιστικό μονόλογο, ο οποίος αναδεικνύει την κοινωνική διάσταση του αποτρόπαιου φονικού που είναι βαθύτατα πολιτική – και που αποδεικνύεται τραγικά επίκαιρη στη σημερινή Ελλάδα.

Φύλακες φονιάδες, δάκρυα κροκοδείλια
Ο αναγνώστης «ακούει» λοιπόν μια απρόσωπη Φωνή που απευθύνεται στον μικρό αδελφό του νεκρού, μπαινοβγαίνοντας στο συμβάν και προσεγγίζοντάς το εναλλάξ από τη σκοπιά του θύματος, των δημίων του, της κοινωνίας και του νόμου, ώσπου αποκαλύπτεται ένας κόσμος τρομακτικός και αλαζονικός, γελοίος και μοχθηρός, βίαιος και επηρμένος. Ο θλιβερός κόσμος (μας) που ο νεαρός σκεφτόταν πως δεν μπορεί, θα διορθωθεί, «πάντα αυτή η μαλακισμένη η ελπίδα». Γι’ αυτό κι ούτε καν προσπάθησε «να τρέξει με τις λέξεις» αφού οι φύλακες «τη δουλειά τους κάνουν», αφού «σε κάποια άλλη ζωή θα μπορούσαν να είχαν πάει στο ίδιο σχολείο», κι αντιστάθηκε ελάχιστα, αφού «δεν μπορεί, θα σταματήσουν», ώσπου το σώμα του μετατράπηκε σε πτώμα.

Ο Μοβινιέ έμαθε ότι ο εισαγγελέας δήλωσε σοκαρισμένος από το βίντεο του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης του σουπερμάρκετ, και ότι παρέπεμψε αυτεπάγγελτα τους σεκιουριτάδες και τους υπεύθυνους του καταστήματος. Χρησιμοποιεί μάλιστα τη φράση του με μικρές παραλλαγές -«κανείς δεν σκοτώνει έναν άνθρωπο για κάτι τέτοιο»- πέντε φορές στο κείμενο, για να αναπτύξει το «κατηγορώ» του.

Το σκάνδαλο, μας λέει, δεν είναι η ασήμαντη αφορμή, διότι και εκατό μπίρες να έκλεβε κάποιος πάλι θα ήταν αδιανόητο – θα έπρεπε να θεωρούμε αδιανόητο – το να τον σκοτώσουν οι φύλακες. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι οι τύποι αυτοί ξέσπασαν πάνω του, ότι αναγνώριζαν στον εαυτό τους το δικαίωμα να τον βαρέσουν εκεί που θα πονέσει περισσότερο, ότι απολάμβαναν τη δύναμή τους, άναβαν με το τρελαμένο ύφος του «καριόλη», και έβρισκαν δικαιολογίες, «λούγκρα!», για να δικαιώσουν το μένος τους.

Το πραγματικό σκάνδαλο είναι πως αυτός ο φόνος, ένας φόνος τούς έδωσε χαρά. «Η ηδονή που αισθάνθηκαν τους καθιστά ένοχους και όχι η αδικία του θανάτου του» λέει η Φωνή. Αυτή είναι «η ουσία της υπόθεσης». Κι όμως «δεν πρόκειται να το παραδεχτεί ούτε ο εισαγγελέας, ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι μπάτσοι, ούτε κανείς, ποτέ». Ούτε θα παραδεχτούν πως οι τσαμπουκάδες πληρώνονται με το κεφάλι…

Το «κατηγορώ» του Μοβινιέ φτάνει μέχρι τον αναγνώστη συμπεριλαμβάνοντας πολιτικούς, δικαστικούς, αστυνομικούς, κάθε πολίτη που ψηφίζει και ξέρει τάχα να ιεραρχεί τις ζωές που αξίζει να βιωθούν, όμως δεν βλέπει την πραγματικότητα. Απευθύνεται στους ορθώς σκεπτόμενους οι οποίοι θα πουν πως «ήταν αναμενόμενο» αυτό που συνέβη, «αλλά δεν έπρεπε να συμβεί». Απευθύνεται στους γύρω μας που, με την αδιαφορία ή με την περιφρόνησή τους, σκοτώνουν κάθε μέρα, αργά-αργά αλλά εξίσου αποτελεσματικά, τους Μικαέλ Μπλεζ, χωρίς να τους γνωρίζουν.

Η ζωή τους κρίθηκε πιο ελαφριά στο ζύγι
Αυτό που εγώ ονομάζω «λήθη» είναι πως έχουμε ξεχάσει την αξία της ζωής, μας λέει ο Λοράν Μοβινιέ με το βιβλίο του. Ο αντι-ήρωάς του, που τριγυρίζει με τις τσέπες ραμμένες και με τον φόβο του αύριο να τον στοιχειώνει, δεν έχει τίποτα άλλο από το να θυμάται τους ουρανούς που έβλεπε στα παιδικά του χρόνια και να συναντά κάποιον, εκείνη ή εκείνον, για να ξεγελάσει τη μοναξιά του. Μόνο έτσι μπορεί να βγει από τη λήθη, από τον «κλειστό κόσμο» που τον ακυρώνει. Τη μέρα του θανάτου του ωστόσο, η δίψα του για μια μπίρα και για μια ζωή ανθρωπινή, τον παρέσυρε. Και πλήρωσε το γεγονός ότι στα μάτια των δυτικών κοινωνιών, ο ανέστιος, ο άνεργος, ο διαφορετικός, δεν είναι παρά ένας σύγχρονος πληβείος. Αυτό λέει στο ουσιαστικό Επίμετρό του και ο Σπύρος Γιανναράς, σχολιάζοντας τον πολιτισμό μας που έχει θεμελιώσει την ηθική του στη λήθη του θανάτου, στην άρνηση της φθοράς και του πόνου.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που διαβάζοντας αυτόν τον μονόλογο περνούν μπροστά από τα μάτια μας όλοι οι παρίες της νέας ελληνικής δημοκρατίας, που η ζωή τους κρίθηκε πιο ελαφριά στο ζύγι: Ο άνεργος 19χρονος Θανάσης Καναούτης που σκοτώθηκε για ένα εισιτήριο 1,40 ευρώ όταν πετάχτηκε από το τρόλεϊ εν κινήσει για να ξεφύγει από τον αμείλικτο ελεγκτή (Αύγουστος 2013). Ο 27χρονος Πακιστανός Σαχζάτ Λουκμάν που επειδή το δέρμα του δεν ήταν αρκετά λευκό δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από δυο άντρες συνδεδεμένους με τη Χρυσή Αυγή (Ιανουάριος 2013).

Οι βασανισμένοι και απλήρωτοι μετανάστες εργάτες στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας που πυροβολήθηκαν από τους ατιμώρητους επιστάτες τους (Απρίλιος 2013). Οι πρόσφυγες έξω από το Φαρμακονήσι που ενόσω πνίγονταν καθόλου δεν συγκίνησαν τους νομοταγείς λιμενικούς (Ιανουάριος 2014), και τόσοι άλλοι. Πώς να μη σκεφτούμε εντέλει ότι και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφού θα έχουν κι αυτοί τους σεκιουριτάδες τους ελέω Θ. Φορτσάκη, περιθωριοποιούνται ακόμη περισσότερο -και μαζί τους σύσσωμη η νεολαία- απ’ όσο τους έχουν ήδη περιθωριοποιήσει οι κυβερνήσεις της Κρίσης…

«Αλήθεια, με υποτιμήσατε εξαιτίας των μαλλιών μου; του προσώπου μου;» θυμώνει η Φωνή του Μοβινιέ στο όνομα του κάθε Μικαέλ. «Πώς θέλετε να σας πιστέψω χωρίς να σας γελάσω κατάμουτρα γι’ αυτό που θεωρείτε ότι είσαστε;»

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση