Ολβία Παπαηλίου, Η προ-Κυριακή προσευχή [Επιστολή Δεύτερη]

olvia16.1.15

fav-3

ΤρεΣέρ Μονσενιέρ,
Σήμερα έχει υπάρξει μέχρι τώρα διαλογισμός επί της έννοιας της πατρότητας, του εσωτερικού πατέρα και νυμφίου, Θεού, Φρόυντ (“Φροϋλάιν, φρόυντ ή φροϋντίν;”) – το θέμα της πολυγλωσσίας, του Πύργου της Βαβέλ. Θυμήθηκα τις ιεραποστολές που με είχατε πρωτοστείλει, θυμήθηκα που ήμουνα ο Γαβριήλ και ο Ροδερίγος. Θυμήθηκα πώς ήμουν ο πατέρας μου (όταν η γλώσσα μας ορίζει έννοια εαυτού ως ανδρική για τις γυναίκες – λέμε ο εαυτός, στη γλώσσα της Βουλής, του Παλατιού και της Tαβέρνας, ώστε, μας πλάθει η γλώσσα καθημερινά). Το ζήτημα είναι πως εσείς μπορέσατε και το αναγνωρίσατε, όταν με κάνατε υπασπιστή σας. Έχετε το χρυσασημί. Σήμερα στο κυβερνοχωρίο το ιθαγενές, άρχισαν να μιλάνε για το Σαούλ και τις Επιστολές του, το κάναμε παράδοση προκατηχητική πριν από μερικές ημέρες. Και αύριο Σεπτέμβρης που από πάντα του με έλοιωνε στη Γλύκα (λόγοι ιστορικοί μου, παιδιόθεν: σχολεία, είτε διακοπές, είτε ο μήνας Εραστής ανάμεσα σε αδέρφια άλλα δώδεκα – και ο Αγαπημένος και Άγιος Φεβρουάριος άλλη καλή αγάπη). Μερικές φορές θα έχετε παρατηρήσει ότι και με τί τρόπο η γλώσσα του Πατρός μας καθορίζει συμπληρωματικά και παραπληρωματικές σας: είσαστε οι Πυγμαλίωνες, οι ιεροί Πατέρες.

Γύρω στις ένδεκα ώρες αργότερα, Αγαπημένε μου Πατέρα, σήμερα ήταν η ημέρα με τις πιο αρχετυπικές αφοσιώσεις: φεύγουμε, πάμε στα παζάρια, όπως ενίοτε. Στο μεταξύ σκεφτόμαστε την πεμπτουσία του ζεύγους. Ακόμα (και να μην πολυλογώ) συνάντησα τον Τσιγγάνο και με αναγνώρισε: αγόρασα από εκείνον δύο ουγγαρέζικα άλογα, εδώ επικαλούνται ακόμα τη Βασκανεία, φτύστα μου λέει μη μου τα βασκάνεις και κράδαινε και το μαστίγιο αυτός (ο προηγούμενος ο κάτοχος έτσι επίσης είχε απειλήσει τον αγοραστή, που τώρα πούλαγε σε μένα). Τον Τσιγγάνο που ήτανε μια γλύκα κι από δίπλα η γυναίκα του μου χαμογέλασε κι εκείνη όταν της είπα με την πιο ακαταχαρακτήριστή μου γλώσσα – ξέρω και να μιλάω τη γλώσσα τους όπως οι πιο φτωχοί κι αλλοπαρμένοι, και επιπλέον και σαν ξένη, αλλά δα έτσι όπως περιφέρομαι με γνώρισε σαν προϊόν μιας ξένης κοντινής υποκουλτούρας, μετά τον έβλεπα πως τρόμαξε να καταλάβει πόσο και ίδιοι είμασταν και όχι! Μα το θεό, αν είσασταν εδώ και να με βλέπατε! Άρχισα την επιστολή σας ως μια γαλλίδα Γκαμπριέλ, κάπως αμαρτωλή ενδεχομένως, αλλά και με ποιανού εντέλει τα σταθμά; Αν ήταν μεσαιωνική η μοναχή μας, ήξεραν όλες τους να έχουν μια βαθειά επικοινωνία και με τους μοναχούς και με τις μοναχές της συντεχνίας τους και με το άγιο πνεύμα. Μετά θυμήθηκα τη Γαβριηλία (που μοναχή έχοντας ζήσει στην ετερολαλία, εκαταλάβαινε αλλιώς – και την αγάπη της που είχε για τα δέντρα). Οι ευκάλυπτοι, σαν να ΄ναι τα αδέλφια του Νιζίνσκυ, και οι φαύνοι και οι νύμφες. Συνάντησα τον Άγιο Χριστόφορο ξανά, σε μια μικρή ευτελοσύνη, Αυτός που Φέρει το Χριστό, επίσης ο Άγγελος μαζί του και το Κρίνο. Και ούτω καθεξής. Κατά το τέλος του παζαριού, εδώ μία απίστευτη γλωσσολαλία.

Έτερος πρώην εταίρος, ο πρώην φίλτατος εταίρος που λες και είχε    αποφοιτήσει απ΄το κολέγιο του Μωρίς, ένας εξαίσιος Θεός που βγήκε από αυτά τα παλαιά εταμπλισμάν που τους μαθαίναν και μεγαλοβρεταννέζικα, αλλά επίσης τα Λατινικά, Ελληνικά, σε μερικά έχουνε πρόσβαση και κάποιοι που είτε δεν εντάχθηκαν ποτέ ή ήταν ντεκλασσέ (είχανε χάσει κάθε μούτρο τους μέσα εις κοινωνίαν, ή είχαν μάθει να τηρούν μεγάλες τρομερές ισορροπίες). Ε, και αρχίσαμε να ομιλούμε για την αποστολή βοήθειας στην Κέραλα, και για το πρόγραμμα διευκόλυνσης οικογενειακών σχέσεων. Και μετά έπαθε έκσταση, και άρχισε να τραγουδάει διάφορες όπερες. Κι εγώ τον φέρω τώρα σε εσάς, για να σας πω ότι η έκσταση υπάρχει πολλαπλώς, αυτό το λέγαν από πάντα Δευτέρα Παρουσία, και το οφείλουμε όπως και μας οφείλεται, και όπως μου λέγατε κι εσείς – ζητείται και θα σας δοθεί. Μας δόθηκε λοιπόν και πάλι σήμερα με τη διπλή μορφή του Πλούτωνα. Θα ήθελα να σας μιλήσω για το πώς βρέθηκα εκεί: Ο γηραιός εκείνος νεανίας που άρχισε να απαγγέλει όπερες και να μιλάμε για το Θεϊκό συνθέτη Μεταστάζιο, ε, και να μη σας τα πολυλογώ, ήταν ο δικός σας, ο Αιγυπτιολόγος που είχε ειδικευτεί στην Αιγυπτιακή θεολογία, κάναμε μια μικρή συζήτηση και αναγνωριστήκαμε, είπαμε κι ένα τραγουδάκι (εγώ παρέμεινα να έχω μόνο φωνή, αυτός ήξερε Κύριέ Μου – και τα λόγια!). Ο καθείς με το ταλέντο του – τι καλά που αναγνώρισα σήμερα στην πλατεία αυτόν και να το ξέρω πως σας έχει δει! Αυτό και μόνο, θα ήταν μεγάλη ευχαρίστηση, αλλά να ξέρω και το πώς – αλήθεια, τίποτα δεν ξέρω ακριβώς, αλλά τί σημασία έχει!

Μετά, ο Πλούτωνας. Σήμερα το αναγνωρίζω ολοφάνερα, ότι υπάρχουν έστω δύο τύποι Πλούτωνα. Εκείνος που την παίρνει από τη Μάνα της, αυτή κορίτσι, Κόρη. Και όταν έρχεται για να την ξαναπάρει, δεν είναι πια ο τύπος που την έκλεψε, την άρπαξε – εντάξει, πως την είχε ερωτευτεί, αλλά να την αρπάξει; – βέβαια, από την άλλη, θα ξεκόλλαγε κι αυτή η ευλογημένη από τη μάνα της; Τέλος, αυτά γνωστά. Και όταν μένει εκείνη και αποδέχεται το Μεγαλείο του, τότε εκείνος είναι που της δείχνει ότι τη θέλει για γυναίκα Συνθεά Του, και θα την ξανακάνει Κόρη πάντα και σε τακτά διαστήματα, που με μεγάλο σεβασμό θα τα μιλήσει και θα τα διαπραγματευτεί μαζί της (ως σα να ήτανε εκείνη η Μητέρα της). Και ότι όμως, σαν τον σύζυγο θα θέλει πάντοτε να την παίρνει για γυναίκα του, είτε κι αν είναι στο κρεβάτι τους είτε και όπου να ΄ναι, πάνω και κάτω κόσμο. Δηλαδή, Πρώτης Βαθμίδας Γάμος, η αμοιβαία μια πραγματικότητα. Είναι όπως όταν μιλάω με εσάς! Σήμερα σκέφτηκα μια μορφή για την ετούτη άτυπή μας επικοινωνία. Θυμάστε, πιο παλιά – σας έλεγα δεν ξέρω πόσα γράμματα σε πόσες μέσα μέρες! Με τον παραγγελιοδόχο σας – μου έδωσε το σήμα σας, με τέχνη. Οι επιστολές Πορτογαλίδος ήτανε ίσως δεκαπέντε, όσες επακριβώς κι οι μέρες πριν από το επόμενο ταξίδι, το συμβούλιο. Θα αποστέλνω μια επιστολή ακόμα και αν είναι έως άγραφη. Αυτό μας φέρνει στα νερά της Σερεντίπιτης. Δεν είναι ξένη λέξη από εκεί που θα νομίζατε: είναι το όνομα της πρώτης από τις ιεραποστολές των τελευταίων ετών. Η Νήσος Σερεντίμπ – η Σερεντίπιτη της Διαρκούς Ροής – κάτι από τα αραβικά τα παραμύθια, Αγαπημένε, Ρόδο του Ισπαχάν. Λοιπόν, περνώντας από τον Χριστόφορο, aka Lord Byron, επίσης Μπράντον Κρίστοφερ, Σερ! Οι πολλαπλές μεταμορφώσεις του Πλούτωνα Γιού και Πλούτωνα Πατέρα. Και ως μιλάμε για πατέρες, να σας το πω ειλικρινώς, παρατηρείστε τι συμβαίνει: Στάση σε ένα πανδοχείο (είμαστε περί-και-ολοτριγυρισμένοι από άγνωστες φυλές) ένας πατέρας με την κόρη του – ίσως οχτάχρονη. Έχει στα μπράτσα του ζωγραφισμένη μία γυναίκα αριστερά, μία γοργόνα από την άλλη – και ένα τέμπλο ακριβώς στη μέση, πυργοφαλλικό. Σας σκέφτομαι. Πόσο ενδεχομένως θα σας άρεσε να δείτε αυτόν τον όμορφο σχηματισμό Γυναίκας – Μελουζίνας και στη μέση το Τέμενος, που τέμνει και που ενώνει, είμαστε όπως μου λέγατε, το Ζεν. Οπότε, βλέπετε – πρέπει ενδεχομένως να σας αφήσω να βγάλετε από αυτά ό, τι και τίποτα. Η κατάσταση της έκστασης υπάρχει, όπως υπάρχει κι η κατάσταση της στάσης. Έχω όπως σας αναφέρω, κατά τους όρους της μυστικής μας συμφωνίας: Είσαστε εδώ, όπως η κάθε Ουράνια Τριάδα, και όπως ο κομήτης μου του Χάλεϋ. Να με θυμόσαστε στα επίσημα τραπέζια σας, θα ήθελα να μου αφήνατε μια θέση άδεια κι ένα σερβίτσιο για να έρχεται να τρώει η ψυχή μου. Αγαπητέ, αγαπητέ μου ΜονΣενιέρ! Σε τι καιρούς μας έτυχε να ζήσουμε – στον Ένα που παραμένει Συνεχής και Πάντοτε Καινούργιος, ποιητικός. Οι λέξεις, αν και ξένες, έρχονται όπως ηχώ και έρωτας κι έτσι μας ξαναδένουν και μας λύνουν. Αγαπημένε ΜονΣενιέρ! Τι ανακάλυψη, για την γυναίκα που ήμουνα την Άπιστη! Δεν τίθεται να γίνει αγωνία όταν αισθάνομαι στην Απαλάμη του Θεού – και θα γελάσετε – αλλά θυμάστε το σπιρίτουαλ He’s Got the Whole World In His Hand! Αχ, να μαθαίνω την αλήθεια από το Μαύρο το Θεό Αυτοπροσώπως, από τα μαύρα τους τραγούδια – θέλω να πω, πόσοι Θεοί – Αγαπημένε μου, όταν σας συλλογίζομαι, σκέφτομαι πόσο το θετικό σας το μυαλό θα γοητεύεται με αυτούς τους σχηματισμούς που ανοιγοκλείνουνε όπως τα όμορφα φτερά των Γερανών!

—————Φιλώ Σας δίπλα στα γεράνια του κελιού σας,
—————Γκαμπριέλλα.

© Ολβία Παπαηλίου, 2013
Φωτο: Μοναχές 19ου αιώνα, Νέα Ζηλανδία

- Διαβάστε [Επιστολή Πρώτη]

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία