Τα Ποιητικά, Τεύχος 16 -κυκλοφόρησε

poiitika_16_31.12.14Ρομαντικός, ρεαλιστής, αναρχικός, αλλεργικός, ανικανοποίητος, παράλογος. Έτσι χαρακτήριζε ο Τάκης Σινόπουλος τον Θωμά Γκόρπα. Όσοι τον γνώριζαν, ξέρουν ότι ήταν απόλυτα ακριβής στην περιγραφή του. Αλλά δεν ήταν ο έλληνας Πρεβέρ, όπως παρακάτω έλεγε, έστω και με κάτι παραπάνω. Είχε δίκιο που παραπονιόταν ο Γκόρπας για τον χαρακτηρισμό αυτόν. Ήταν πολύ περισσότερα μέσα στην ανατρεπτικότητα και τη ριζική του ανυπακοή σε κανόνες και συμβάσεις, με τον ιδιότυπο, πολύτροπο, άμεσο λαϊκό του λόγο. Ήταν ένας καταραμένος ποιητής, ένας εξεγερμένος ποιητής που δεν χωρούσε πουθενά, σε κανένα καλούπι.
Ο ίδιος ο Γκόρπας έχει παραθέσει, σε έναν χαιρετισμό του, μια γενεαλογία του, τα ονόματα των ποιητών από τους οποίους προέρχεται. Δεν είναι ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σεφέρης, αυτούς τους θεωρεί συντηρητικούς και συμβιβασμένους κι ακόμη χειρότερα, ότι άφησαν πίσω τους πολλούς μούλους, λέει. «Εγώ έρχομαι από τον Κάλβο, τον Τριαντάφυλλο Σποντή, τον Στασινό Μικρούλη, τον Καρασούτσα, τον Βαλαβάνη, τον Παπαδιαμαντόπουλο, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Καμπά, τον Μαλακάση, τον Λιμπεράκη, τον Βάρναλη, τον Φιλύρα, τον Καρυωτάκη. Γι’ αυτό και συναντήθηκα με τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, την Πολυδούρη και τον Ζώτο». Ποιητική της σάτιρας, της καταγγελίας, φωνές χαμηλές και άλλες σε τόνο υψηλό, της απελπισίας που αρνείται να παραδοθεί, της τρυφερότητας που ντύνεται αγριάδα, της απόσυρσης και του ασυμβίβαστου. Αυτόν τον τόσο σημαντικό κι αγαπημένο ποιητή παρουσιάζει ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο οποίος τον είχε γνωρίσει.
Ο Θωμάς Γκόρπας αγαπούσε τον Φιλύρα και κατά τύχη αγαθή το τελευταίο ποίημα του τεύχους είναι του Ρώμου Φιλύρα. Πλάι στον Μεσολογγίτη αγωνιστή, τον Στασινό Μικρούλη και τη λαϊκή του ποίηση· πλάι στον επίσης Μεσολογγίτη Φιλικό και ποιητή Τριαντάφυλλο Σποντή και τον Μίμη Λιμπεράκη· δίπλα στον Μορεάς του συμβολισμού, πλάι στους αυτόχειρες σαν τον Καρασούτσα και τον Καρυωτάκη – και στο πλευρό του ο Μαλακάσης για να μετρηθούν στην πλάστιγγα πιο εύκολα· πλάι σ’ αυτούς που πέθαναν νωρίς, σαν τον Βαλαβάνη, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Φιλύρα, αλλά και τον Μίνω Ζώτο και την Πολυδούρη· πλάι στον Κάλβο και τον Βάρναλη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο και τον Ελύτη· σ’ όλους αυτούς πλάι και ο Καμπάς. Ποιος άραγε από τους δύο; Ο Νίκος των Στίχων, των απαρχών της γενιάς του 1880, που εγκατέλειψε την ποίηση αμέσως μετά και αφοσιώθηκε στη δικηγορία; Ή ο άλλος Καμπάς, ο Ανδρέας Καμπάς, της συντροφιάς της Πέμπτης στο σπίτι του Εμπειρίκου στην Κατοχή, ο ελπιδοφόρος ποιητής που πολέμησε στη μάχη της Κρήτης, ο Ελύτης του αφιέρωσε την «Πορτοκαλένια» του, η Μάτση Χατζηλαζάρου, που τον ερωτεύτηκε τρελά, το βιβλίο της Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης το 1944, σ’ αυτόν και στον Εμπειρίκο μαζί, αφού είχε αφήσει τον έναν Ανδρέα για τον άλλον; Ο Ανδρέας Καμπάς, την εποχή που ξεκινά τη θητεία του στην ποίηση ο Γκόρπας, εγκαθίσταται στο Λονδίνο και αποσύρεται από την ποίηση. Όμως το όνομά του και η ποίησή του συνεχίζουν να βρίσκονται στο προσκήνιο, με το αφιέρωμα στη Νέα Εστία, όπου τον προλογίζει ο Τάκης Παπατσώνης, κι ύστερα με την αναφορά του Ανδρέα Καραντώνη, όταν πέθανε. Τους δύο Καμπάδες ενώνει η σιωπή που επέλεξαν, η πρώιμη απόσυρση, το περιθώριο που αγαπούσε ο Γκόρπας.
Στον Ανδρέα Καμπά λοιπόν αφιερώνει ο Κώστας Παπαγεωργίου ένα εκτενές κείμενο. Αυτόν που θα πάει μαζί με τη Μάτση στο Παρίσι με το Ματαρόα, ίσως χωρισμένοι ήδη. Πάντως εκεί θα ζήσουν χωριστά. Γοητευτικός και γλεντζές, ο Καμπάς θα μπει στον κύκλο των υπαρξιστών και θα ζήσει τη διανοητική και καλλιτεχνική φρενίτιδα της εποχής σε όλη της την ένταση, για να φύγει στη συνέχεια για το Λονδίνο και στο τέλος για το Μόντε Κάρλο, όπου και πέθανε το 1964, σε ηλικία σαράντα πέντε ετών. Ποιητής χαμηλόφωνος, που σιώπησε νωρίς, αλλά και ποιητής λησμονημένος παρά αλλά και εξαιτίας του μύθου της ζωής του, την οποία επέλεξε, για λόγους άγνωστους, να αποσυνδέσει εντελώς από την ποίηση και να τη συνδέσει με τα καράβια. Των άλλων. Του Ωνάση λόγου χάρη, για τον οποίο δούλευε όταν πέθανε. Γενναίος, ωραίος, ορμητικός, παράφορος, κυνηγός του απόλυτου και μαζί βέβαιος για την ήττα, ο Καμπάς είναι ως σήμερα ένας άγνωστος για το ευρύ κοινό. Ακούμε ότι οι εκδόσεις Άγρα ετοιμάζουν μια έκδοση του έργου του και περιμένουμε με ανυπομονησία. Γιατί πιστεύουμε πως κάθε κρίκος στην αλυσίδα της ποίησης όχι απλώς μετράει, αλλά διασφαλίζει συχνά μια συνέχεια απροσδόκητη.

Απόσπασμα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΑΣ (1919-1964)
Ο έφηβος του 1939
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου­
Ο Ανδρέας Καμπάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919. Απόφοιτος του Αμερικανικού Κολλεγίου, πήρε μέρος στη Μάχη της Κρήτης (1941). Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου εργάστηκε ασχολούμενος με τα ναυτιλιακά. Πέθανε ξαφνικά παραμονές Χριστουγέννων του 1964 στο Μόντε Κάρλο. Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1939 με τη δημοσίευση ενός ποιήματος («Περιμέναμε») στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα και με τη δημοσίευση άλλων τεσσάρων ποιημάτων του στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Δημοσίευσε ακόμη τα πεζά: «Παλιές αναμνήσεις» (περ. Καλλιτεχνικά Νέα 21.1.1944), «Η γυναίκα της Κρήτης» (εμπνευσμένο από την εμπειρία του της Μάχης της Κρήτης, στο περ. Τετράδιο Πρώτο, 1945) και «Η ωραία και το κτήνος» (περ. Τετράδιο Τρίτο, 1945). Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του δημοσιεύτηκαν ποιήματά του με τίτλο Δέκα ποιήματα (Ίκαρος, 1966), με τη φροντίδα φίλων του από το Μόντε Κάρλο και του Μαρίνου Καλλιγά. Τα είχε στείλει ο ίδιος στον Νίκο Καρύδη, εκφράζοντας την επιθυμία του να εκδοθούν («σου στέλνω, λοιπόν, δέκα κομμάτια τα οποία δεν νομίζω να υπερβαίνουν το ένα τυπογραφικό»).
«Παιδί του ελληνικού καλοκαιριού και της ζωής, χαλκόχυτο, γελαστό, με ανεμισμένα μαλλιά, με γέλιο θριάμβου, με δυνατά καλοσυνάτα μάτια, έτοιμο για τον έρωτα, για τη θάλασσα, για το μεθύσι του κρασιού, για την ποίηση, την κρυφή του ερωμένη, που αν και την παράτησε μόλις την είχε αγκαλιάσει, ουσιαστικά δεν την πρόδωσε ποτέ», γράφει για τον Ανδρέα Καμπά ο Αντρέας Καραντώνης (περ. Νέα Εστία, τεύχος 927, 1966, σελ. 259-261). Φίλος και συνομήλικος του Νάνου Βαλαωρίτη (μαζί πρωτοδημοσιεύουν ποιήματά τους στα Νέα Γράμματα), κινεί αμέσως το ενδιαφέρον των μελών της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής συντροφιάς που σύχναζε στο πατάρι του Λουμίδη· ιδιαίτερα όσων είχαν προσχωρήσει στις τάξεις του υπερρεαλισμού -και όχι μόνο αυτών-, κυρίως εξαιτίας της ικανότητάς του να οικειοποιείται και να αφομοιώνει φωνές από τον χώρο του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, δημιουργώντας έναν απολύτως προσωπικό τρόπο σύζευξης του παλιού με το καινούριο, με συνέπεια ο λόγος του να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μιας νέας ευαισθησίας που επιζητούσε και επεδίωκε την οργανική, σχεδόν ερωτική ένωση του ευρωπαϊκού νεωτερισμού με το ελληνικό στοιχείο και τον εμπλουτισμό του ενός από το άλλο.
«Έτσι άρχιζε το έτος 1940, που έμελλε να τελειώσει μέσα στους ήχους των σειρήνων και τους αλαλαγμούς του πολέμου. Κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων αν είχαμε την τύχη να μείνουμε ως το τέλος έξω από τη δοκιμασία του. [] Νέοι, νεαρότατοι ποιητές που μόλις είχανε βγάλει το σχολείο τη χρονιά εκείνη  (Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», εκδόσεις Αστερίας, Αθήνα 1974, σελ. 309) ο Νάνος Βαλαωρίτης και ο Ανδρέας Καμπάς, εκδηλώνανε με κάθε τρόπο το ενδιαφέρον τους», ενώ, αναφερόμενος στα χρόνια της Κατοχής -ο Ελύτης- θυμάται: «Πριν περάσει χρόνος [(1942)], το πατάρι του Λουμίδη άρχισε να βουίζει από ένα παρδαλό μελίσσι, ποιητές χλωμούς και κοπέλες ξέμαλλες, που απελπίζανε τα γκαρσόνια κι εκτοπίζανε σιγά σιγά τους μαυραγορίτες κατά το κλιμακοστάσιο. Άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, εκείνοι που έχουνε σήμερα ένα όνομα και οι άλλοι που οι βιοτικές συνθήκες παρασύρανε μακριά, έκαναν τη θητεία τους σ’ αυτή την ανεπίσημη σχολή []. Ο Νάνος Βαλαωρίτης (πριν ακόμη το σκάσει στην Αίγυπτο) ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Γιώργος Λίκος, η Ελένη Βακαλό, ο Δημήτρης Κόρσος, ο Δ. Παπαδίτσας, ο Γιάγκος Αραβαντινός, και λίγο αργότερα ο Τάκης Σινόπουλος, η Λύδια Στεφάνου, ο Νίκος Φωκάς, ο Γιώργος Μαυροείδης. Και ακόμη ο Αντώνης Βουσβούνης, ο Αλέξανδρος Ξύδης, ο Αλέξης Σολομός, ο Αντρέας Καμπάς, αυτοί που, μαζί με τη Μάτση Ανδρέου [μετέπειτα Χατζηλαζάρου], θα δημιουργούσανε αργότερα μια καινούργια ανεξάρτητη ομάδα γύρω από το περιοδικό “Τετράδιο”» (όπ. παρ. σελ. 316).
Την ίδια περίοδο πραγματοποιούνται τακτικές και θορυβώδεις συναντήσεις ποιητών και καλλιτεχνών και στο σπίτι του Εμπειρίκου· σ’ αυτές πρωτοδιαβάστηκαν κάποια από τα εμβληματικότερα έργα του ελληνικού μοντερνισμού, όπως η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa minor  του Τάκη Παπατσώνη, ποιήματα της Μάτσης Ανδρέου (συζύγου τότε του Εμπειρίκου), του Νάνου Βαλαωρίτη και άλλων. Ώσπου το 1943, ρίχνεται η ιδέα της δημιουργίας ενός νέου, κατά κύριο λόγο λογοτεχνικού, περιοδικού, προκειμένου να καλυφθεί το κενό των Νέων Γραμμάτων, που η έκδοσή τους είχε διακοπεί λόγω του πολέμου. Την υλοποίησή της και την οργάνωση του υπό έκδοση περιοδικού αναλαμβάνουν η Μάτση Ανδρέου, ο Ανδρέας Καμπάς ο Αντώνης Βουσβούνης και ο Αλέξης Σολομός· σ’ αυτούς έρχεται να προστεθεί και ο Αλέξανδρος Ξύδης το 1944, αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Μέση Ανατολή. «Γυρίζοντας από τη Μέση Ανατολή τον Οχτώβρη του 1944 -θυμάται ο Ξύδης- ξαναβρήκα φίλους συνομήλικους που είχαν ζήσει όλη την Κατοχή στην Ελλάδα, είχαν περάσει από κάθε είδους ταλαιπωρίες, δεν είχαν όμως εγκαταλείψει την τέχνη. [] Βρήκα τον Ανδρέα, που ήταν ο πιο στενός “προπολεμικός” φίλος, τον Αντώνη και τον Αλέξη, μαζί με τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τότε Ανδρέου, σύντροφο του Καμπά [με τον οποίο είχε ήδη συνδεθεί ερωτικά], να σχεδιάζουν ένα περιοδικό που το έβλεπαν φυσικά πρώτιστα λογοτεχνικό. Είχαν μάλιστα βάλει μπρος τη στοιχειοθεσία μερικών κειμένων που τα προόριζαν για το πρώτο τεύχος. Κάναμε πολλές συναντήσεις τον Οχτώβρη-Νοέμβρη 1944, τις περισσότερες στον “Τάφο του Ινδού”, το υπόγειο δωμάτιο του Ανδρέα και της Μάτσης στην Πατριάρχου Ιωακείμ 7, όπου τα βήματα των περαστικών αντηχούσαν στο πεζοδρόμιο πάνω απ’ τα κεφάλια μας, κι οι σκιές τους σκοτείνιαζαν το υπόγειο, καθώς περνούσαν πάνω απ’ τη γρίλια. Μεσολάβησαν τα “Δεκεμβριανά” και σκορπίσαμε ο καθένας σε επείγουσες και πιεστικές ασχολίες» («Χρονικό του Τετραδίου», Τετράδιο, τόμος Α, Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1981, σελ. 9-14).
Μετά τα Δεκεμβριανά, συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 1945, η ίδια ομάδα επαναδραστηριοποιείται και περί τα τέλη του Μαρτίου εκδίδεται το πρώτο τεύχος του περιοδικού (Τετράδιο Πρώτο), με συνεργασίες, εκτός των φερομένων ως εκδοτών του, και άλλων, παλαιότερων συνεργατών του περ. Τα Νέα Γράμματα, αλλά και νεότερων (του Νίκου Εγγονόπουλου, του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιώργου Σεφέρη, του Τίμου Μαλάνου κ. ά.), ενώ στα επόμενα τεύχη (άλλα δύο μέσα στα 1945, Τετράδιο Δεύτερο  και Τετράδιο Τρίτο και τρία μικρού μεγέθους, που κυκλοφόρησαν εντός του 1947) «θα στείλουν τη συνεργασία τους και οι: Νίκος Γκάτσος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Τάκης Παπατζώνης, Μίλτος Σαχτούρης κ. ά. Οι δημιουργοί αυτοί, αν και απέχουν από το να χαρακτηριστούν ως μέλη μιας υπερρεαλιστικής ομάδας (κατά το προηγούμενο των Γάλλων σουρεαλιστών), συγκροτούν ένα πυρήνα πρωτοποριακών αναζητήσεων και οι περισσότεροι συνδέονται μεταξύ τους με φιλικές σχέσεις. Ως ομάδα αντιμετωπίζονται από τους επικριτές τους, αστούς συντηρητικούς διανοούμενους, αλλά και “ορθόδοξους” αριστερούς» (Χρήστος Δανιήλ,  Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina. Μάτση Χατζηλαζάρου. Η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2011, σελ. 67). «Από το Δεκεμβριανό κίνημα και ύστερα τα πράγματα έμοιαζαν [] να κυλάνε κάπως στην τύχη τους. Με τα τυπογραφεία ξεχαρβαλωμένα, τους εκδοτικούς οίκους διαλυμένους, την οικονομία σε αναστάτωση, δε μπορούσε να γίνει σοβαρός λόγος για περιοδικό», γράφει στο Χρονικό μιας δεκαετίας ο Ο. Ελύτης. «Και πάλι καλά που όταν τα “Νέα Γράμματα” άρχισαν να κάνουν νερά, ένα μικρό άγημα από τους νεώτερους συνεργάτες, είχε προφτάσει ν’ αποσπασθεί από το ναυάγιο και να κινήσει μ’ ένα πλεούμενο άλλης λογής, το τριμηνιαίο “Τετράδιο”. Τώρα για ένα-δύο χρόνια θα συνέχιζε αυτό την πορεία, με αέρα πιο νεανικό και δίχως καμιά πυξίδα, Ο Αντώνης Βουσβούνης, ο Αλέξης Σολομός, ο Αντρέας Καμπάς, η Μάτση Ανδρέου και ο Αλέξανδρος Ξύδης, που είχαν εγκαταστήσει τα γραφεία τους στο μπαρ του Απότσου, έδειχναν συνεχιστές αλλά μαζί και φορείς ενός νέου πνεύματος που, λίγο αν ο περίγυρος ο κοινωνικός βοηθούσε, είναι βέβαιο πως θα ’δινε καρπούς. Πώς όμως ν’ ανθίσει κλαρί όταν όλα προμηνούσαν την Τραγωδία που έμελλε ν’ ακολουθήσει; Εμείς οι ίδιοι, πρώτοι απ’ όλους, χωρίς να το θέλουμε, ακολουθούσαμε μια κεντρόφυγη φορά» (Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, όπ. παρ., σελ. 342).
Στις 21 Δεκεμβρίου του 1945 η Μάτση Χατζηλαζάρου, έχοντας εξασφαλίσει υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου, φεύγει με τον σύντροφό της Ανδρέα Καμπά για το Παρίσι, αν και το πιθανότερο είναι να έχουν ήδη χωρίσει. «Ο χωρισμός τους φαίνεται να έχει συντελεστεί ίσως και πριν την αναχώρησή τους» (Χρήστος Δανιήλ, όπ. παρ., σελ. 79). Απόδειξη ότι η Χατζηλαζάρου συνάπτει σχέσεις με τον ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό, ανιψιό του Πικάσο, και ζει μαζί του ως το 1954. Κάπου εκεί χάνονται και τα λογοτεχνικά ίχνη του Καμπά· θα τον ξανασυναντήσουμε περίπου μια δεκαετία αργότερα (1956) στο Λονδίνο, απ’ όπου στέλνει τέσσερα ποιήματά του («Άνοιξη», «Καλοκαίρι», «Φθινόπωρο», «Χειμώνας»), για να δημοσιευτούν στο περ. Νέα Εστία, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ένας απόδημος ποιητής», προλογισμένα από τον φίλο του Τ. Παπατσώνη, με τις προτροπές του οποίου και τα έγραψε ή, εν πάση περιπτώσει, τα ολοκλήρωσε ως ενότητα. «Ένα ένα, καθώς τα ’γραφε», γράφει προλογίζοντας ο Τ. Παπατσώνης, «μου τα ’στελνε και, καθώς έβλεπα να έχουν τόσο στενό δεσμό με τη φύση και τις εναλλαγές των εποχών, του υπόβαλα τη σκέψη να τα ολοκληρώσει, ώστε να συμπεριλάβει ολόκληρο το χρόνο». Και συνεχίζει: «Θα εκτιμήσει ο αναγνώστης την αγνότητα αυτών των ποιημάτων, το πόσο ανεπηρέαστα είναι από κάθε μίμηση, πόσο προορίζονται να εκφράζουν την προσωπικότητα αποκλειστικά του ποιητή τους, πόσο σεμνά και απέριττα κι ευγενικά. Συγχρονισμένα μορφικά, αποφεύγουν όμως την κάθε περίτεχνη εκζήτηση, το κάθε εντυπωσιακό τέχνασμα ή πυροτέχνημα και την αφόρητα προσωπική ισοπέδωση που παρουσιάζουν πολλά νέα ποιήματα, ενώ εκφράζουν την απόλυτη ψυχικότητα και την μέχρι αγωνίας ανήσυχη και μελαγχολική διάθεση, που την σφραγίζει κάποια μοιρολατρεία, ένας παραδομός στο αμείλικτο πεπρωμένο. Όλα κραυγάζουν νοσταλγία για την Ελληνική γη και θάλασσα. Διακρίνει κανείς μέσα στις περιγραφές αγγλικών τοπίων και αγγλικής φύσης, να διαγράφονται και να μπλέκουν με τα θαυμάσια παιχνίδια μνήμης και τέχνης τοπία ελληνικά, σε μια σύνθεση που, μαζί με τη διαχυμένη νοσταλγική μελαγχολία, προκαλούν, λόγω της αγνής τους ποιητικότητας, μεγάλη αισθητική χαρά. Αλλά και στέκονται ένα φωτεινό δίδαγμα Ήθους για τους νέους. Αυτόν τον λεπτό ποιητή μας, θέλησα ν’ ανασύρω από τη λησμονιά» (Νέα Εστία, τεύχος 704, 1956, σελ. 1447-1448).
Τα τέσσερα αυτά ποιήματα φαίνεται πως δεν άρκεσαν, όπως εξάλλου ήταν φυσικό, να ανακινήσουν το ενδιαφέρον -όπως δεν άρκεσαν και τα οκτώ ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο περ. Καινούρια Εποχή το 1958- για έναν λεπταίσθητο και αισθαντικό ποιητή, που λόγω αποστάσεως αλλά και λόγω ιδιοσυγκρασίας (για «κούραση από τη βιοπάλη,  για κάποια έμφυτη νωχέλεια και για ένα είδος φετιχισμού», έκανε λόγο ο φίλος του Νάνος Βαλαωρίτης) στάθηκε έξω από το πεδίο των ιδεολογικών συγκρούσεων που ταλάνισαν πολλούς -ίσως και τους σημαντικότερους- εκπροσώπους της γενιάς του, της Πρώτης Μεταπολεμικής, παραμένοντας μέχρι τέλους πιστός στα νεανικά του ποιητικά οράματα, αυτά που του επέβαλλαν να κρατήσει την ποίηση μακριά από οποιαδήποτε σκοπιμότητα, υπόλογη μόνο στη λυρική της ουσία. Μάλιστα, κατά μια περίεργη συγκυρία, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι ο Καμπάς, από ένα σημείο και ύστερα (από το 1957 οπότε εγκαθίσταται στο Λονδίνο) πληρώνοντας «με τη λήθη της ποιητικής του ιδιότητας την ενασχόλησή του με τα ναυτιλιακά στο Λονδίνο, το Μόντε Κάρλο του Ωνάση, όπου πέθανε δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα» (Αντρέας Καραντώνης, «Θάνατοι ποιητών, Γ. Σ. Δούρας-Ανδρέας Καμπάς», περ. Νέα Εστία, τεύχος 927, 1966, σελ. 259-261), ήταν, όπως και ο παλαιότερος συνεπώνυμός του Νίκος Καμπάς, «μόνον δια της λύπης» ποιητής. Μπορεί επειδή με τον πόλεμο και όλα όσα δραματικά ακολούθησαν «η ποιητική νιότη του» διαπεράστηκε και νοθεύτηκε από την απογοήτευση που ένιωσε βλέποντας «θολωμένα τα κάτοπτρα της ομορφιάς και του έρωτα» και, κυρίως, από τον φόβο ενός μέλλοντος που δεν θα είχε τίποτα να του προσφέρει, καταλήγοντας να μιλήσει, χωρίς το ιδεολογικό έρεισμα άλλων συνοδοιπόρων του, για το γενικότερο δράμα του μεταπολεμικού ανθρώπου· αν και στην περίπτωσή του θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μιαν ενδιάθετη ηττοπάθεια -ή και διαίσθηση για όλα όσα θα ακολουθούσαν- κρυμμένη πίσω από την κάποτε αστραφτερή επιφάνεια των υπερρεαλιστικών εικόνων της ποίησής του. Απόδειξη το πρώτο από τα τέσσερα ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν  στα Νέα Γράμματα (Ιούλ.-Δεκέμβρης 1939, χρόνος Ε, αριθ. 7-12, σελ. 249), όπου με οδύνη και εντυπωσιακή ευστοχία μιλάει ποιητικά «για την πρόωρη ήττα μιας ολόκληρης νιότης – σα να προμηνούσε μια ήττα καθολική» (Αντρέας Καραντώνης, όπ. παρ.).
Κατεβήκαμε στο στίβο νικημένοι
Κι έπρεπε να τρέξουμε, έπρεπε να τρέξουμε,
Οι φλύαροι προπονητές για να μας ενθαρρύνουν
Όλο παραδείγματα απ’ τους προγόνους φέρναν
Πως είχανε παλαίψει, οι τότε νέοι, πως είχανε νικήσει
Δε νοιώθανε πως είμαστ’ αδειανοί χωρίς ιδανικά, χωρίς ψυχή.
[]
Τελευταία έντυπη παρουσία του τα μεταθανάτια εκδοθέντα Δέκα ποιήματα (1966), με ποιήματα επιλεγμένα από τον ίδιο και τη δηλωμένη επιθυμία του να εκδοθούν. Με άλλα να θυμίζουν ανακρεόντειους ύμνους στο κρασί και στην ανατρεπτική του δύναμη αλλά και στον έρωτα, στην πιο παρθενική, παγανιστική και συγχρόνως σκοτεινή εκδοχή του· και άλλα να αποτελούν το πεδίο σκληρών, πλην λυρικά απαλυμένων, αντιπαραθέσεων ενός πρωτογενούς ερωτικού πάθους με μιαν άλλοτε σαγηνευτική και άλλοτε επιθετική και αχαλίνωτη ομορφιά. Με συχνά μιαν ελεγχόμενη από το μέτρο και τον κυρίαρχο ρυθμό παιγνιώδη διάθεση και με ακόμα συχνότερα περάσματα -στον ρόλο γοητευτικών υπογραμμίσεων- υπερρεαλιστικών, διοχετευμένων σε φόρμες του δημοτικού τραγουδιού, ακουσμάτων. Ο ποιητής, ανήκοντας σ’ αυτούς που «με τα μούτρα ρίχνονται / να πιούνε τη ζωή, χωρίς να υπολογίζουνε / μήτε σπατάλη, μήτε χάρο», με επίγνωση ότι «το πάθος» και η «έχθρα» είναι από πάντα κρυμμένα στην κιβωτό της ανθρώπινης μοίρας «χωμένα μεσ’ στην κούνια μας, / στο γάλα που θηλάζουμε, στον καθαρόν αγέρα», αφήνεται στη δίνη του μεθυσιού και του έρωτα, επιχειρώντας με επιτυχία δεκαπεντασύλλαβους εναγκαλισμούς των πιο αβρών και των πιο τολμηρών αισθημάτων.
* * *
«Μαθαίνουμε πως ο φίλος ποιητής κ. Τάκης Παπατσώνης, κρατάει στα χέρια του με αγάπη όλα τα χειρόγραφα και τις ποιητικές δοκιμές του Ανδρέα Καμπά, και πως η οικογένεια του τόσο ελπιδοφόρου ποιητικά έφηβου του 1939, πρόκειται να τα εκδώσει σύντομα, σ’ ένα τόμο. [] Μια τέτοια έκδοση, θα παραμέριζε τα παραπετάσματα της σιωπής και ποιος ξέρει! Ίσως ο λόγος που δεν ακούστηκε για τον θάνατο του Ανδρέα Καμπά, να γραφόταν τώρα, στρογγυλός, δίκαιος, και αποκαλυπτικός». Αυτά έγραφε ο Αντρέας Καραντώνης το 1966 νεκρολογώντας τον ποιητή (Νέα Εστία, όπ. παρ.). Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, το αρχείο Ανδρέα Καμπά βρίσκεται στα χέρια των συγγενών του. Ας ελπίσουμε ότι δεν έγινε τότε να γίνει τώρα. Θα είναι μια πράξη δικαιοσύνης στον άνθρωπο και στο έργο του.

[Govostis.gr]

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under περιοδικά