Δημήτρης Φύσσας, Αίμα στο Μοναστηράκι

Όπου το πώς στράβωσε η πρώτη ληστεία σε συρμό του μετρό της Αθήνας

fyssas11.12.14

fav-3

Για τους φίλους από την  «Athens Voice»

Η πρώτη ληστεία που έγινε ποτέ στο μετρό της Αθήνας ήταν την Παρασκευή 31 του Οκτώβρη 2008, 11.07 π.μ. – 11.19 π.μ.. Είχε δέκα νεκρούς και δεν ξέρω πόσους τραυματίες. Κι έτσι μάθαμε μια και καλή τον (σήμερα επικηρυγμένο) Γλόμπο.

Εκείνη τη μέρα ο Γλόμπος είχε μπει από το σταθμό στο χειριστήριο του τρένου, μπροστά, σπρώχνοντας μέσα και απειλώντας συγκαλυμμένα την οδηγό με πιστόλι. «Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, μπήκε μαζί μου σα να ήταν φίλος μου. Μ΄ ανάγκασε να σταματήσω σχεδόν μόλις είχα ξεκινήσει.» (Ελένη Ταμπάκη, μηχανοδηγός). Κι έτσι ο συρμός ακινητοποιήθηκε στο τούνελ, μετά το «Μοναστηράκι» με κατεύθυνση προς «Σύνταγμα». Την ίδια ώρα οι άνθρωποί του, ένας σε κάθε βαγόνι, εκτελούσαν το σχέδιο της ληστείας.

«Ένας νέος άντρας που φορούσε γυαλιά ηλίου έβγαλε από μια τσάντα ένα αυτόματο και  φώναξε ‘Ληστεία πούστηδες, όποιος κουνηθεί τού την άναψα. Πορτοφόλια, κινητά, κοσμήματα,  βέρες, στην τσάντα τώρα αμέσως. Και οι άντρες τα λεφτά απ΄ τις τσέπες. Σ΄ όποιον βρω λεφτά στην τσέπη, τον έφαγα επί τόπου!’. Μετά πέρασε με τη σακ βουαγιάζ στο ένα χέρι και τ΄ όπλο στο άλλο. Πέρασε  απ΄ όλο το βαγόνι και η τσάντα γέμιζε. Όλο φώναζε ‘γρήγορα, γρήγορα!’. Τους άντρες τούς έψαχνε τις τσέπες του παντελονιού. Έψαχνε κι όλες τις τσάντες. Ήμασταν καμιά τριανταριά άτομα. Σε πέντε λεφτά η δουλειά είχε τελειώσει. Όλοι παγώσαμε, φοβηθήκαμε. Ρίχναμε αμέσως τα πάντα. Έφυγε και δεν τολμούσαμε να κινηθούμε. Γλώσσα είπατε; Ελληνικά μιλούσε. Από τις φωτογραφίες που είδα, ήταν ο Νταλιπάι.» (Ηλίας Μπατσανάς, ιδιωτικός υπάλληλος, επιβάτης, τέταρτο βαγόνι).

Ταυτόχρονα ληστεύονταν και τ΄ άλλα βαγόνια. «Κάποιος πήγε να μιλήσει στο κινητό. Μόλις ο ληστής τον σημάδεψε, εκείνος το κατέβασε αμέσως. Μια γυναίκα που άρχισε να ουρλιάζει, τη χτύπησε δυνατά με το όπλο κι εκείνη έπαψε. Μάτωσε το πρόσωπό της.  Ένας γέρος είπε ότι δεν έβγαινε η βέρα του. Ο ληστής είπε ότι θα του κόψει το δάχτυλο. Ο γέρος την έβγαλε αμέσως. Αναγνώρισα στις φωτογραφίες το Νεράιδα.» (Λία Χαρακοπούλου, δικηγόρος, δεύτερο).

Στο τρίτο τα πράγματα στραβώσανε. «Την ώρα που γεμίζαμε την τσάντα, κάποιος τράβηξε πιστόλι φωνάζοντας ‘Όλοι κάτω’. Μας φάνηκε κι αυτός ληστής και υπακούσαμε. Αυτός όμως πυροβόλησε τον άλλο που κράταγε  το μεγάλο όπλο και την τσάντα. Πυροβόλησε κι ο άλλος, χτυπήθηκαν οι δυο μεταξύ τους, χτυπήθηκαν κι επιβάτες. Αίματα, φωνές, κακό. Μετά ανέβηκε κάποιος άλλος με πιστόλι και πυροβόλησε από κοντά εκείνον που είχε τραβήξει πιστόλι. Αργότερα κατάλαβα ποιος ήτανε ποιος». (Μαρία Μελά, οικιακά, τρίτο). Έτσι αλληλοχτυπήθηκαν ο ψυχωμένος και εκτός υπηρεσίας αστυνομικός Γιάννης  Ελευθερίου και ο ληστής Μάρκος Αυγουλάς (συν δυο πολίτες, συν οχτώ τραυματίες πολίτες, αυτόματο ήταν αυτό).

Αλλά οι πυροβολισμοί είχαν συνέπειες: αφενός ο διευθυντής του σταθμού ειδοποίησε το Κέντρο ότι κάτι συνέβαινε- το Κέντρο που έβλεπε ήδη ηλεκτρονικά την ακινητοποίηση του συρμού. Αφετέρου, το σημαντικότερο: «Ειδοποίησα με τον ασύρματο το Αρχηγείο για πιθανή ληστεία , είπα στους επιβάτες να φύγουν από την αποβάθρα, απασφάλισα το αυτόματο κι έλαβα θέση μάχης.» (Αχιλλέας Ντρες, αστυνομικός φρουρός του σταθμού).

Καθώς ο Γλόμπος είχε  διαλέξει μια ώρα χωρίς πολύ κόσμο (δε θα μπορούσαν να το κάνουν με το μέτρο τίγκα επιβάτες, π.χ. 9.00 το πρωί), αρκετόν όμως, ώστε ν΄ αξίζει τον κόπο, η διαδικασία ολοκληρώθηκε πολύ γρήγορα. Μετά, εφαρμόζοντας το σχέδιό τους, οι πέντε ληστές άνοιξαν τις πόρτες με το σύστημα έκτακτης ανάγκης  και, κρατώντας τις τσάντες, πήδηξαν στο τούνελ. Ο καθένας πήγαινε  μπροστά στο χειριστήριο, έδειχνε στον αρχηγό την τσάντα κι ανέβαινε στο πρώτο βαγόνι.

Ο Γλόμπος, έχοντας ακούσει τους πυροβολισμούς, και βλέποντας ότι αυτός που έλειπε ήταν ο Αυγουλάς, έβαλε κάποιον να φυλάει τη μηχανοδηγό κι έτρεξε στο τρίτο. Ανέβηκε, είδε το μακελειό και το νεκρό σύντροφό του, εντόπισε ανάμεσα στους άλλους τον Ελευθερίου να χαροπαλεύει  -με το πιστόλι του ακόμα στο χέρι-  και τον αποτελείωσε με δυο σφαίρες στο κεφάλι. Μετά πήρε την ορφανή σακ βουαγιάζ κι έτρεξε πάλι στο χειριστήριο.

«Ξανάρθε και μου  ΄δωσε διαταγή να κινήσω το τρένο μέχρι την έξοδο κινδύνου στη Μητροπόλεως.  Όμως εκείνη τη στιγμή σταμάτησε η ηλεκτροδότηση της γραμμής. Σβήσανε τα φώτα. Εκείνος έβγαλε αμέσως τα γυαλιά του κι άναψε ένα φακό. Του είπα ότι το Κέντρο είχε διακόψει την ηλεκτροδότηση. Πήδηξε αμέσως στις ράγες. Όχι, δε με χτύπησε. Μόνο με απειλούσε.» (Ταμπάκη).

Ενώ η ώρα σωνότανε,  ο αρχηγός είπε στους άντρες του ότι σύντομα θα τους κυνηγούσαν στο Μοναστηράκι κι ότι έπρεπε να τρέξουνε στην έξοδο κινδύνου, όπου περίμεναν οι μοτοσικλέτες τους. Ο Σαραγούδας διαφώνησε πρώτος. Φοβήθηκε, είπε,   μη συνδεθεί πάλι το ρεύμα και κεραυνοβοληθούν, όπως θα τρέχανε στις ράγες. «Να βγούμε δω, στο Μοναστηράκι», κατέληξε. Ο Μουγκίου πάλι φοβότανε το σκοτάδι, του θύμιζε την απομόνωση της φυλακής. Ο Νεράιδας είπε: «Να σκοτωθώ ναι, να πιαστώ όχι». Τα σπάσανε. Πέρασε ο καθένας τη σακ βουαγιάζ στον ώμο σα σακίδιο, και χωριστήκανε. Γλόμπος, Νταλιπάι και Καστρινός τρέξανε στο τούνελ προς «Σύνταγμα». Σαραγούδας,  Νεράιδας και Μουγκίου τρέξανε πίσω προς  «Μοναστηράκι». Από κει και πέρα τα πράγματα εξελίχτηκαν παράλληλα:

 ΟΜΑΔΑ ΣΑΡΑΓΟΥΔΑ Αρκετοί περίεργοι επιβάτες είχαν παραμείνει στο σταθμό κι άλλοι κατεβαίνανε, ενώ κάποιοι τολμηροί είχαν ξεμυτίσει κι απ΄ τα ληστεμένα βαγόνια. Ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σ΄ αυτούς, η τριάδα ανέβηκε τη σκάλα υπηρεσίας και πάτησε την πλατφόρμα. Εκεί  όμως τους την είχε στημένη ο Ντρες, ενώ άρχισαν να προστρέχουνε και Ζητάδες. Έγινε μάχη. Ο Νεράιδας σκοτώθηκε, ο Μουγκίου τραυματίστηκε βαριά κι ο Σαραγούδας παραδόθηκε. Σκοτώθηκαν επίσης ο Ζητάς Πέτρογλου και τρεις πολίτες. Υπήρχαν και εννιά τραυματίες πολίτες. ΟΜΑΔΑ ΓΛΟΜΠΟΥ Κάποιος αστυνομικός που διερωτήθηκε εύστοχα για το σχέδιο διαφυγής των ληστών, έδωσε εντολή να φυλαχτούν οι έξοδοι κινδύνου. Καθώς λοιπόν οι ληστές καβαλούσαν τις μηχανές τους, Ζητάδες που κατέφταναν με τις δικές τους τους πυροβόλησαν. Νταλιπάι και Καστρινός δεν πρόλαβαν να ρίξουν, χτυπήθηκαν και πιάστηκαν (ο πρώτος πέθανε αργότερα). Ο Γλόμπος διέφυγε χάνοντας την τσάντα του, τραυματίας κι αυτός. Η αστυνομία εκτιμάει ότι ή θα πεθάνει κρυμμένος αιμορραγώντας, ή θα γυρέψει  περίθαλψη και θα συλληφθεί. Για την ώρα ψάχνουν τη μοτοσικλέτα.

Η λεία αποδόθηκε στους δικαιούχους ή στους κληρονόμους τους. Η κατανομή υπήρξε δύσκολη  μόνο για τ΄ αδέσποτα χρήματα από τις αντρικές τσέπες.

***

©Δημήτρης Φύσσας, από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».
Φωτογραφία αγνώστου

 vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, Φύσσας