Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την εικόνα του Proust

Proust7.12.14

fav-3

Μέρος Ι

Οι δεκατρείς τόμοι του «Α la Récherche du Temps perdu» τού Marcel Proust είναι το αποτέλεσμα μιας πέρα από κάθε δυνατότητα επεξεργασίας σύνθεσης, όπου διασταυρώνονται σέ ένα αυτοβιογραφικό έργο ή εμβάθυνση τού μυστικιστή, ή τέχνη τού πεζογράφου, ό οίστρος του σατιριστή, ή γνώση του μυημένου και ή ατολμία τοΰ μονομανή. Δίκαια έχει ειπωθεί ότι όλα τά μεγάλα λογοτεχνικά έργα θεμελιώνουν ή αποσυνθέτουν ένα είδος, είναι με μια λέξη ιδιαιτερότητες. Μεταξύ τους όμως άποτελεϊ τό-παραπάνω ένα άπό τά πιό ασύλληπτα. ’Αρχίζοντας από τη δομή του, πού ενοποιεί ποίηση, απομνημονεύματα, σχόλια, μέχρι τή σύνταξη απέραντων προτάσεων (τόν Νείλο τής γλώσσας, πού ξεχειλίζει εδώ ζωογόνος στίς εκτάσεις τής αλήθειας), όλα υπερβαίνουν κάθε μέτρο. Τό ότι αύτή ή μεγάλη μοναδικότητα τής ποίησης άποτελεϊ ταυτόχρονα τό μεγαλύτερό της έπίτευγμα στη διάρκεια τών τελευταίων δεκαετιών, είναι ή πρώτη άποκαλυπτική διαπίστωση πού έρχεται στό νοΰ τοΰ παρατηρητή.

Καί είναι εξαιρετικά νοσηροί οί όροι, άπό τούς όποιους προέκυψε: μιά εκλιπούσα πάθηση, μια ασυνήθιστη περιουσία καί μια μή κανονική προδιάθεση. Δέν είναι όλα σ ’ αύτή τή ζωή ύποδειγματικά, παραδειγματικά όμως τά πάντα. Προσδιορίζει αύτή στή διαφοροποιούμενη σημερινή συγγραφική παραγωγή τή θέση της στην καρδιά του αδύνατου, στό επίκεντρο καί βέβαια ταυτόχρονα στό σημείο αδιαφορίας γιά κάθε κίνδυνο καί χαρακτηρίζει αύτή τή μεγάλη πραγματικότητα τοΰ «έργου ζωής» σαν τήν τελευταία γιά πολύ καιρό. Ή εικόνα του Proust άποτελεΐ τήν ύψηλότερη φυσιογνωμική έκφραση, πού θά μποροΰσε νά άποκτήσειή διαρκώς αυξανόμενη άσυμφωνία μεταξύ ποίησης καί ζωής. Αύτό είναι τό δίδαγμα, πού δικαιώνει τήν άπόπειρα έπίκλησης αύτής τής εικόνας.

Είναι γνωστό, ότι ο Proust δέν περιέγραψε στό έργο του μιά ζωή, όπως υπήρξε, άλλά μιά ζωή, όπως τήν θυμάται έκεΐνος, πού τή βίωσε. Τό παραπάνω είναι βέβαια διατυπωμένο μέ άρκετή άσάφεια καί χωρίς τήν παραμικρή έπεξεργασία. Γιατί τόν κύριο ρόλο γιά τόν ένθυμούμενο συγγραφέα δέν παίζει έδώ καθόλου αύτό πού έχει βιώσει, άλλά ή ύφανση τών αναμνήσεών του, ή πηνελόπεια έργασία τής μνήμης. Ή θά ήταν ίσως προτιμότερο νά μιλήσουμε γιά μιά πηνελόπεια έργασία τής λήθης; Δεν είναι ή άκούσια μνήμη, ή memoire involontaire του Proust, πολύ πιό κοντά στή λήθη παρά σ’ έκεΐνο, πού άποκαλείται συνήθως άνάμνηση; Καί δέν άποτελεΐ αύτό το έργο τής αύθόρμητης άνάμνησης, στό όποιο ή μνήμη είναι τό υφάδι καί ή λήθη τό στημόνι, πολύ περισσότερο ένα άντίθετο τοΰ έργου τής Πηνελόπης παρά κάτι όμοιό του; Γιατί ξεφτά έδώ ή μέρα έκεΐνο πού δημιούργησε ή νύχτα. Κάθε πρωί άπομένουν στά χέρια μας, καθώς ξυπνάμε, άδύναμοι τίς περισσότερες φορές καί χαλαροί, μόνο μερικά κρόσια άπό τό χαλί τής βιωμένης ύπαρξης, όπως ύφάνθηκε μέσα μας άπό τή λήθη. ’Αλλά ή κάθε μέρα άποσυνθέτει μέ την έπιβαλλόμενη δραστηριότητα καί, άκόμα περισσότερο, μέ τήν έπιβεβλημένη μνήμη; τό πλεκτό, τά κοσμήματα τής λήθης. Γι’ αύτό μετέτρεψε ό Proust στό τέλος τίς μέρες του σέ νύχτες, γιά νά άφιερώσει στό συσκοτισμένο δωμάτιο μέ τεχνητό φωτισμό όλες τίς ώρες του άνενόχλητος στό έργο, έτσι ώστε νά μήν του διαφύγει κανένα άπό τά περίπλοκα άραβουργήματά του.

Άν οί Ρωμαίοι άποκαλοΰσαν ένα κείμενο ύφασμα; δεν  υπάρχει κανένα περισσότερο καί πυκνότερα δουλεμένο άπό αύτό τού M arcel Proust. Τίποτε δέν υπήρξε γι’ αυτόν άρκετά πυκνό καί διαρκές. ‘Ο έκδότης του Gallimard διηγούνταν τήν άπελπισία, πού προκαλούσαν στούς στοιχειοθέτες οί συνήθειες τού Proust κατά τη διάρκεια τής διόρθωσης. Τά τυπογραφικά έπέστρεφαν συνεχώς γεμάτα σημειώσεις στό περιθώριο χωρίς όμως τόν έντοπισμό τού παραμικρού τυπογραφικού λάθους -όλόκληρος ό προσφερόμενος χώρος καλυπτόταν άπό καινούρια κείμενα. Μέχρι αύτό τό σημείο έπεκτεινόταν ή νομοτέλεια τής μνήμης άκόμα καί στίς παρυφές τού έργου.

Γιατί ένα βιωμένο γεγονός είναι πεπερασμένο, περιορισμένο τουλάχιστον στή μιά σφαίρα τού βιώματος·  ένα άναπολούμενο δίχως όρια, άποτελώντας μόνον κλειδί για όλα όσα προϋπήρξαν καί γιά όλα όσα επακολούθησαν.

Καί μέ μιά άκόμα έννοια πρόκειται γιά τή μνήμη, πού παρέχει έδώ τίς αυστηρές προδιαγραφές της ύφανσης. Γιατί δημιουργός τής ένότητας τού κειμένου είναι μόνον ή actus purus τής ίδιας τής μνήμης, όχι τό άτομο τού συγγραφέα ή, ούτε λόγος, ή πλοκή. Μπορεΐ μάλιστα νά ειπωθεί, ότι οί διαλείψεις τους άποτελοΰν μόνο τήν πίσω όψη τού συνεχούς της μνήμης, τό σχέδιο τού χαλιού άπό την άνάποδη. Έ τ σ ι τό ήθελε ό Proust, έτσι όφείλουμε νά τον άντιλαμβανόμαστε, όταν έλεγε, πώς θά προτιμούσε νά έβλεπε όλόκληρο τό έργο του τυπωμένο μέ τή μορφή δίστηλου σέ ένα τόμο καί χωρίς καμιά παράγραφο.

Τί ζητούσε μέ τέτοια φρενίτιδα; Ά π ό πού πήγαζε αύτή ή άτέλειωτη έπίπονη προσπάθεια; Μπορούμε νά ισχυριστούμε, ότι όλες οι ζωές, τά έργα, οι πράξεις, πού άξίζουν, δέν υπήρξαν ποτέ παρά ή άπρόσκοπτη εκτύλιξη τών πιό κοινότοπων καί φευγαλέων, συναισθηματικών καί άδύναμων ώρών τής ύπαρξης εκείνου, στόν όποιο άνήκουν; Καί όταν περιέγραψε ό Proust σέ ένα πασίγνωστο σημείο αύτή τήν πιο ιδιαίτερή του ώρα, τό έκανε με τέτοιο τρόπο, ώστε νά τήν ξαναβρίσκει ό καθένας στή δική του ύπαρξη. Λίγο λείπει, γιά νά μάς έπιτραπεί νά την άποκαλέσουμε ώρα τής καθημερινότητας. Αύτή έρχεται μέ τή νύχτα, μέ τόν άπόηχο ένός τερετίσματος ή μέ μιά άνάσα στό περβάζι τού άνοικτοΰ παράθυρου. Καί δέν είναι δυνατό νά μή ληφθεί ύπ’ όψη, τό τί συναντήσεις θά μάς έπιφυλάσσονταν, άν είμασταν λιγότερο ενδοτικού στον ύπνο.

Ό Proust δέν ένέδιδε στόν ύπνο. Κι όμως, ή καλύτερα γι’ αύτό άκριβώς, μπόρεσε ό Je a n C octeau νά άναφέρει σέ ένα ύπέροχο δοκίμιο, ότι ή διακύμανση του τόνου τής φωνής τού Proust ύπάκουε στούς νόμους τής νύχτας καί του μελιού. Ύποτασσόμενος σ’ αύτούς, ύπερνικούσε βαθιά μέσα του την άπελπισμένη θλίψη (αύτό πού είχε κάποτε άποκαλέσει «limperfection incurable dans lessence même du present»)* καί έπλαθε άπό τήν κερήθρα τής μνήμης μιά κατοικία γιά τό σμήνος των σκέψεών του. Ό Cocteau διέκρινε έκεΐνο, πού θά έπρεπε νά άπασχολεΐ πάνω ά π’ δλα κάθε άναγνώστη του Proust: διέκρινε τήν τυφλή, παράλογη καί ξέφρενη άπαίτηση αύτοΰ τοΰ άνθρώπου γιά εύτυχία. Τό έδειχνε ή λάμψη του βλέμματός του- δέν ήταν εύτυχισμένο. Υπήρχε όμωςμέσα του ή εύτυχία, ‘οπως μέσα στό παιχνίδι ή μέσα στόν έρωτα. Καί δέν είναι πάλι δύσκολο νά εξηγηθεί, το γιατί αύτή ή παραλυτική, έκρηκτική θέληση γιά εύτυχία, πού διαπερνά τήν ποίηση τού Proust, γίνεται τόσο σπάνια άποδεκτή άπό τούς άναγνώστες του. Ό ίδιος ό Proust τούς διευκόλυνε σέ πολλά σημεία στό νά έξετάσουν καί αύτό το έργο μέ τή δοκιμασμένη άπό τό χρόνο, άνετη όπτική τής παραίτησης, τοΰ ήρωισμοΰ, τοΰ άσκητισμοΰ. Επειδή τίποτε δέν είναι στούς ύποδειγματικούς μαθητές τής ζωής προφανέστερο, άπό τό ότι ένα μεγάλο έπίτευγμα δέν μπορεΐ παρά νά άποτελεΐ άποκλειστικά τόν καρπό έπίπονων προσπαθειών, ταλαιπωρίας καί άπογοήτευσης. Γιατί ή δυνατότητα συμμετοχής καί τής ευτυχίας στό ωραίο, θά ήταν κάτι ύπερβολικό γιά τό καλό, κάτι γιά τό όποιο θά έμενε ή έμπάθειά τους άπαρηγόρητη γιά πάντα.

Υπάρχει δμως μιά διττή θέληση γιά εύτυχία, μιά διαλεκτική της εύτυχίας. Μιά ύμνητική καί μια έλεγειακή μορφή τής εύτυχίας. Ή μιά: τό άνήκουστο, τό πρωτοφανές, ή κορυφή τής μακαριότητας. Ή άλλη: τό αιώνιο επαναλαμβανόμενο, ή αιώνια άποκατάσταση τής άρχέγονης, πρώτης εύτυχίας. Καί είναι ή έλεγειακή ιδέα τής εύτυχίας, πού θά μποροΰσε νά όνομαστεΐ καί έλεατική, αύτή πού μεταβάλλει γιά τόν Proust τήν ύπαρξη σέ ένα προστατευόμενο δάσος μνημών. Δέν θυσίασε γι’ αύτήν μόνο φίλους και συναναστροφές στή ζωή, άλλά καί πλοκή, ένότητα τοΰ άτόμου, ροή τής άφήγησης, παιχνίδι της φαντασίας στό έργο του. Δέν ήταν ό χειρότερος άπό τους αναγνώστες του — ό Max Unold —, πού ένστερνίστηκε αύτή τήν τέτοιου είδους «πλήξη» τών κειμένων του Proust, γιά νά τήν παραβάλει μέ τις «ασυνάρτητες Ιστορίες», καί νά διατυπώσει τό εξής: « Ό Proust κατόρθωσε νά προσδώσει ένδιαφέρον στίς άσυνάρτητες ιστορίες. Λέει: Φανταστείτε,άγαπητέ άναγνώστη, βουτοΰσα χθές ένα μπισκότο στό τσάι μου καί μού έρχεται τότε στό νού, πώς ήμουν στήν παιδική μου ήλικία στήν έξοχή — χρησιμοποιεί γι’ αύτό 80 σελίδες, πού είναι τόσο συναρπαστικές, ώστε έχει κανείς τήν εντύπωση πώς δέν είναι πιά ό ακροατής, άλλά ό ίδιος ό όνειροπολών». Σέ τέτοιες άσυνάρτητες ιστορίες — «όλα τά συνηθισμένα όνειρα μεταβάλλονται, όταν τά διηγείται κανείς, σέ άσυνάρτητες ιστορίες» — άνακάλυψε ό Unold τή γέφυρα πρός τό όνειρο.

Μ’ αύτό πρέπει νά συνδεθεί κάθε συνθετική έρμηνεία τού Proust. ‘Αφανείς πύλες όδηγούν μέσα έκεΐ στήν ξέφρενη μελέτη του Proust, στήν παθιασμένη λατρεία του γιά τήν ομοιότητα. Ή τελευταία δεν επιτρέπει τήν αναγνώριση τών αύθεντικών σημείων τής ήγεμονίας της έκεΐ πού τήν άποκαλύπτει, έκθαμβος πάντοτε, άπρόοπτα σε πράξεις, φυσιογνωμίες ή γλωσσικά ιδιώματα. Ή όμοιότητα τού ένός μέ τό άλλο, στήν όποία βασιζόμαστε, ή όποία μάς άπασχολεΐ σέ κατάσταση εγρήγορσης, περιγράφει θαμπά μόνο τή βαθύτερη έκείνη τού ονειρικού κόσμου, όπου όλα όσα διαδραματίζονται δέν έμφανίζονται ποτέ ταυτόσημα, άλλά όμοια: άδιαφανώς όμοια καί με τόν ίδιο τους τόν έαυτό. Τά παιδιά γνωρίζουν ένα διακριτικό αύτοΰ τού κόσμου, τήν κάλτσα, πού παρουσιάζει τη δομή τού όνειρικοΰ κόσμου, αποτελώντας, διπλωμένη στό συρτάρι τών ρούχων, ταυτόχρονα, «τσέπη» καί «περιεχόμενο»… Κι όπως δέν έπαυαν αυτά νά μεταβάλλουν άπληστα καί τά δύο, τσέπη καί περιεχόμενο, διά μιάς σε κάτι τρίτο, τήν κάλτσα, έτσι άδειαζε κι ό Proust διά μιάς μ έ τήν ίδια άπληστία τό όμοίωμα, τό Έγώ, γιά νά άποκομίζει συνεχώς τόν πλούτο έκείνου τού τρίτου, τής εικόνας, πού καταπράυνε τήν περιέργειά του, όχι, τή νοσταλγία του. Κείτονταν στό κρεβάτι καταρρακωμένος άπό νοσταλγία, νοσταλγία γιά τον παραμορφωμένο στήν κατάσταση τής ομοιότητας κόσμο, τόν όποιο διαπερνά εκρηγνυόμενο τό αύθεντικό σουρρεαλιστικό πρόσωπο της ύπαρξης. Σ’ αύτόν άνήκουν όλα όσα συμβαίνουν στον Proust, καί πόσο προσεκτικά κι εύγενικά άναδύονται.

Ποτέ δηλαδή άπομονωμένα γεμάτα πάθος καί οράματα. άλλά προμηνυόμενα καί πολλαπλά υποστηριζόμενα, μεταφέροντας μιά ευθραυστη πολύτιμη πραγματικότητα: τήν εικόνα. Αύτή άποσπάται άπό τό σύμπλεγμα τών προτάσεων τού Proust, όπως ή καλοκαιριάτικη μέρα στο Balbec μέσα άπό τά χέρια τής Françoise, άρχαία, άμνημόνευτη, ταριχευμένη μέσα άπό τίς δαντελένιες κουρτίνες.

*

* «Ή άθεράπευτη άτέλεια στήν ίδια τήν οϋσία τού παρόντος» (σ.τ.μ.).

*

Τίτλος Πρωτύπου «Zum Bilde Proust»
Μετάφραση από τά γερμανικ ά : Μηνάς Παράσχης
©ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΤΟΠΙΑ, Αθήνα 1983

*

Την επόμενη εβδομάδα, θα ακολουθήσει το Μέρος ΙΙ

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under critique, Δοκίμιο, μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία