Πέτρος Κυρίμης, Η νύφη κάτω από τη θάλασσα

kyrimis5.12.14

fav-3

…Πήρε το σφουγγαρόπανο κι άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα. Άσπρα μαύρα πλακάκια στην κουζίνα και στο καθιστικό, ο μονότονος ήχος της ραπτομηχανής έγινε ένα με τις σκέψεις της.

Από τότε που θυμόταν τον κόσμο άλλο τίποτα δεν είχε δει έξω από την αυλή, τον χωμάτινο στενό δρόμο που έπαιζε όταν ήταν πολύ μικρή και την ευθεία που έπαιρνε κάθε πρωί μέχρι τη Φίλωνος απέναντι από την μικρή Καθολική εκκλησία που ήταν η Γαλλική Σχολή. Δέκα πέντε λεπτά δρόμος με τα πόδια κι άλλα τόσα το απόγευμα στον γυρισμό. Έξι χρόνια ήτανε το γυμνάσιο κι ούτε μια μέρα δεν έλειψε, μόνο τότε το ΄44 με το βομβαρδισμό του λιμανιού από τους Εγγλέζους η Σχολή σχεδόν καταστράφηκε και έκαναν δυο χρόνια να την ξαναφτιάξουν. Πέρυσι πήρε το απολυτήριο που η μάνα της το έβαλε σε κορνίζα και το κρέμασε πάνω από το κρεβάτι της.

Πατέρα δεν γνώρισε. Όταν ήταν ακόμα στη κοιλιά της μάνας της εκείνος πνίγηκε σε μια μακρινή θάλασσα. Έμαθε από πολύ μικρή να ζει χωρίς τη σκέψη του. Στις αρχές μόνο όταν τύχαινε να βλέπει συνομήλικες της να κρατούν από το χέρι τον πατέρα τους ένοιωθε ένα άγριο σφίξιμο παντού μέσα της όμως με τα χρόνια το έθαψε κι αυτό βαθιά ώσπου η μνήμη του έγινε ένα μικρό τσίμπημα ίδιο σαν τρύπημα καρφίτσας.

Μέχρι εκείνο το μεσημέρι στα δεκάξι της που έμελε να τον συναντήσει. Με τον πιο απροσδόκητο τρόπο. Συνέβη ξαφνικά όταν ένα μεσημέρι στο σχόλασμα μια συμμαθήτρια της πες, πες την κατάφερε και την πήρε μαζί της κάτω στη Πειραϊκή. «Δεν θα κάνουμε μπάνιο, μόνο τη θάλασσα θα κοιτάμε και τα καράβια… το έχω κάνει κι άλλες φορές… είναι ωραία, θα δεις…»

Την ακολούθησε λέγοντας μόνο ότι έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο γιατί δεν ήξερε και πως τη θάλασσα τη φοβόταν.

Κάθισαν σε έναν βράχο που λες και η φύση τον είχε φτιάξει γι αυτό το σκοπό. Σαν μικρή ταράτσα στο πέλαγος. Γύρω άλλα πιο ψηλά βράχια τους έκρυβαν από τα μάτια όσων περνούσαν πάνω μακριά στο δρόμο.  Κάτι της έλεγε η φίλη της αλλά στα αφτιά της ερχόταν σαν απόμακρο βουητό. Ποτέ άλλοτε δεν είχε βρεθεί τόσο κοντά στη θάλασσα. Το σκούρο μπλε χρώμα τραβούσε το βλέμμα της σαν μαγνήτης.

Σηκώθηκε και πήγε άκρη στο βράχο. Από κάτω κάνα μέτρο πιο χαμηλά άκουγε το νερό να σπάει με ήχους πότε μακρόσυρτους σαν παράπονο και πότε κοφτούς λες και θύμωνε απότομα.

“Σαν να μιλάνε οι ψυχές των πνιγμένων” έκανε τη σκέψη και αμέσως πάγωσε. Το μυαλό της πήγε στον πατέρα της. Ξαφνικά μια πρωτόγνωρη αίσθηση την συνεπήρε.  Αισθάνθηκε να την κυριεύει μια αφόρητη ανάγκη να ενωθεί με τα ήσυχα μπλε νερά της θάλασσας.  Να κατακλύζει το νου της και τις σκέψεις της. Μια ησυχία απλώθηκε μέσα της και η θάλασσα έγινε σαν χαμόγελο ζεστό ή σαν πατρική πολυπόθητη αγκαλιά και έκανε μια κι έπεσε μέσα…

Καθώς το σώμα της βυθιζόταν τα μάτια της ανοιχτά και οι αισθήσεις της κατέγραφαν κάθε λεπτομέρεια όλων όσων της συνέβαιναν. Ούτε φόβος, ούτε αγωνία. Άπλωσε τα χέρια της να χαϊδέψει τις χιλιάδες άσπρες φυσαλίδες. Κάθε μια που άγγιζε άφηνε ένα γέλιο χαρούμενο και ντροπαλό όπως τα παιδιά που γαργαλιούνται.

Οι σκέψεις της γίνονταν λόγια ψιθυριστά και τα έπαιρναν οι χαρούμενες φυσαλίδες και τα έκαναν ηχώ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της θάλασσας…

“πατέρα που είσαι;… πατέρα που είσαι;.. πατέρα που είσαι;.. πατέρα που είσαι;..”

Ξάφνου είδε δίπλα της τον πατέρα της με σάρκα και οστά να της χαμογελάει κάτω από το παχύ μουστάκι του. Της άπλωσε το χέρι κι εκείνη το άρπαξε με λαχτάρα.

Δεν κατάλαβε και ποτέ δεν μπόρεσε να το εξηγήσει πως άρχισε να κολυμπάει κάτω από το νερό και πόσο κράτησε. Σα να μην είχε φύγει ποτέ από κοντά της, σα να ζούσε πάντα μαζί της ο πατέρας της την κρατούσε με το ένα χέρι ενώ με το άλλο της έκανε νόημα κάθε τόσο να τον ακολουθεί και πως κάπου ήθελε να την πάει ή να της δείξει. Ο βυθός σκοτεινός, όμως καθώς είχε την αίσθηση ότι γλίστραγαν μέσα του ένα γαλάζιο φως τους τύλιγε κάνοντας γύρω να φαίνονται καθαρά πράγματα που κανένα μάτι ανθρώπου μέχρι τώρα δεν είχε αντικρίσει. Τόση ομορφιά δεν είχαν δει ποτέ τα μάτια της αλλά ούτε και στη φαντασία της. Πολύχρωμα ψάρια παντού, δάση ολόκληρα και σκοτεινές σπηλιές, λουλούδια του βυθού και ναυάγια γεμάτα θανάσιμα σκουριασμένα μυστικά. Κοίταξε για πρώτη φορά προσεχτικά τον πατέρα της. Οι πλάτες του φαρδιές τα μαλλιά του μακριά να κυματίζουν καθώς κολυμπούσε, το σώμα του ενός παλληκαριού είκοσι πεντάχρονου. Στην ηλικία που πνίγηκε μια εβδομάδα μετά τον γάμο του.

«Σχεδόν συνομήλικοι ήμαστε… σκέφτηκε.»

*

©Πέτρος Κυρίμης, απόσπασμα από προς έκδοση μυθιστόρημα
φωτο©Στράτος Φουντούλης, 2006

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Μνήσθητί μου Κύριε, Πεζογραφία