Πέτρος Κυρίμης, Η μοναξιά στη φωνή

kyrimis27.10.14

fav-3

Εκεί στο Πασαλιμάνι ο πρώτος φίλος που «έβγαλε» αμάξι ήτανε ο Φάνης.

Η μάνα του είχε το μικρό ξενοδοχείο «Βερσαλίες» δίπλα στο καφέ «Φοντάνα.»

Στο μικρό αυτό ξενοδοχείο οι πελάτες έμπαιναν και έβγαιναν όπως σε σταθμό τρένων. Όταν τα απογεύματα τον άφηνε στο πόδι της και τύχαινε κάνα καλό ζευγάρι, έβγαινε στο μπαλκονάκι και μας έκανε νοήματα να πάμε απάνω. Όλες οι πόρτες είχανε κρυφές τρύπες που έβλεπες κατ ευθείαν στο κρεβάτι. Αυτό βέβαια το γνώριζα μόνο εγώ και ο άλλος «κολλητός» ο Θέμης, που ένα απόγευμα καθώς τον είχε βγάλει και τον έπαιζε σκυμμένος μπροστά σε μια πόρτα, πάνω σε έναν παροξυσμό καύλας με «δώστα όλα πουτάνα» και «πάρε και τα δικά μου», ακούμε «καριόλα θα σε σφάξω» και τον βλέπουμε να τρέχει κάτω τις σκάλες σαν τρελός. Τόση ώρα έκανε μάτι στην αδελφή του. Τέτοια γινόντουσαν τότε και τα χρόνια πέρναγαν και ο Φάνης κάθε μεσημέρι με την καινούργια καφετιά Κράισλερ έκανε «καλντερίμι» στις πωλήτριες που έκαναν το μεσημεριανό τους διάλειμμα, κάνοντας πάντα το ίδιο δρομολόγιο. Έπαιρνε την Βασιλέως Γεωργίου, έκοβε αριστερά μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο, έκανε μια μικρή στάση στο γυμνάσιο θηλέων που ήταν δίπλα, συνέχιζε μέχρι την Τερψιθέα, κατέβαινε την Δευτέρας Μεραρχίας και ξανανέβαινε από την Σωτήρος που είχε και τα πιο πολλά εμπορικά. Ήξερε μία, μία όλες τις όμορφες πωλήτριες με τα ονόματα τους και τον ήξεραν.

Αυτός ήτανε ο Φάνης.

Τώρα θα σας πω δυο λόγια για τον Θέμη και μετά για μένα και θα αναφερθώ και σε έναν ακόμα φίλο «κολλητό» που όταν μετά από πολλά χρόνια αφότου είχαμε χαθεί, ξαναβρεθήκαμε κανένας μας δεν τον ανέφερε.

Ο Θέμης εκτός από το πουλί του έπαιζε και μπάσκετ. Στην ομάδα του Γυμνασίου ήτανε ο καλύτερος. Ψηλός, γεροδεμένος, μελαχρινός, θα μπορούσε να έχει όποιο κορίτσι ήθελε. Αλλά δεν ήθελε. Ζούσε τη φιλία, το παιχνίδι, τον χαβαλέ. Ζούσε για να ζει. Όταν είχε καύλες τράβαγε μια ξεγυρισμένη και χαλάρωνε. Ίσως να βοηθούσε πως ούτε κι εμείς είχαμε μόνιμη φιλενάδα. Στις κουβέντες μας καταλήγαμε πάντα ότι οι μόνιμες γκόμενες μόνο μπελάς ήτανε κι αυτό το συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε με δραματικό τρόπο μερικά χρόνια αργότερα με τον άλλον φίλο μας αυτόν που όταν μετά από πολλά χρόνια αφότου είχαμε χαθεί ξαναβρεθήκαμε κανένας μας δεν τον ανέφερε. Νάσο τον λέγανε.

Εγώ έμενα στην οδό Αφεντούλη. Αφεντούλη και Πραξιτέλους. Απέναντι ήταν το δεύτερο γυμνάσιο που πήγαινα και πάρα δίπλα το σινέ Φαντάζιο που δεν πήγαινα. Προτιμούσα τα κακόφημα σινεμά της Φίλωνος για τα σκασιαρχεία και τις Κυριακές εκείνα του Πασαλιμανιού. Καπιτόλ, Παλλάς, Απόλλων.Τα καλά. Ήμουνα ο πιο φτωχός από τους άλλους τρεις αλλά αυτό δεν ήταν εμπόδιο τότε. Είχα το ίδιο ανάστημα με τον Φάνη κι αν τύχαινε κάνα πάρτι δανειζόμουν από εκείνον ρούχα. Αργότερα, πολύ αργότερα όταν πια είχα τη δυνατότητα να αγοράζω ακριβά ρούχα και τα προβάριζα δεν αισθάνθηκα ποτέ την ίδια χαρά με εκείνες τις στιγμές που ο Φάνης μου έβγαζε από τη ντουλάπα του παντελόνια σακάκια πουκάμισα ακόμα και κάλτσες και καθισμένος απέναντι σαν μέγας μόδιστρος ενέκρινε ή δεν ενέκρινε. Ακόμα κι όταν παντρεύτηκαν οι δυο αδελφές μου εγώ με κουστούμια του Φάνη πήγα. Μόνο η μάνα μου με το χιούμορ που είχε την άκουγα συχνά να λέει «μπορεί να μας στοίχισε σε νεύρα… αλλά σε ρούχα ποτέ.»

Μοναχογιός ήταν ο Νάσος. Ο πατέρας του γιατρός με δικιά του κλινική. Ο ίδιος έφυγε μετά το γυμνάσιο στην Ιταλία να σπουδάσει αρχιτέκτονας. Και λίγο πριν φύγει τα έφτιαξε με ένα κορίτσι από το Μοσχάτο. Εύα την λέγανε. Ο Νάσος ήταν ο πιο μικρός της παρέας. Ο πιο μικρός κι ο πιο όμορφος. Με μια ομορφιά διάφανη. Σαν ζωγραφιστός ήτανε.

Μια ζωγραφιά που δεν πρόλαβε να πάρει σάρκα και οστά κι έτσι έμεινε στη μνήμη μας μέχρι τώρα. Σαν εκείνες τις ζωγραφιές που κολλούσαμε στα παιδικά μας λευκώματα… να τις φυλάξουμε να τις κάνουμε αιώνιες.

Το πρώτο καλοκαίρι που ήρθε για διακοπές τις πέρασε μες τη τρελή χαρά. Παντού πιασμένος από το χέρι της Εύας. Αγκαλιές και φιλιά κι απομόνωση εκείνη την γλυκιά απομόνωση που μόνο ο πρώτος έρωτας προσφέρει. Είχαμε αρχίσει να ζηλεύουμε. Μια μέρα που τους κοιτούσαμε λίγο πιο πέρα στα «βοτσαλάκια» στην πλαζ της Καστέλας να μην ξεκολλούν τα χείλη τους δεν άντεξα και είπα στον Φάνη ότι μια Εύα ήταν που χρειαζόμασταν όλοι μας. Κι εκείνος λιγότερο ρομαντικός απάντησε πως με μία Εύα αποκλειστική… χάνεις τις άλλες.

Ώσπου να έρθει το επόμενο καλοκαίρι τα νέα από τον Νάσο δεν ήταν και τόσο καλά. Πότε στο τηλέφωνο, πότε στα γράμματα που έστελνε μια στενοχώρια έβγαζε. Κάτι δεν πήγαινε καλά με την Εύα.

Όταν ήρθε στις διακοπές ήταν μελαγχολικός κι αμίλητος και στις 16 Ιουλίου βράδυ Σαββάτου με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν θέλω να πάμε σινεμά. Δεν πρόσεξα την μοναξιά στη φωνή του. Αρνήθηκα γιατί είχαμε με τον Φάνη να βγούμε με δυο καινούργιες που είχε «ψαρέψει» σε ένα από τα καλντερίμια του. Όταν συναντήθηκα με τον Φάνη μου είπε πως και σε εκείνον είχε τηλεφωνήσει να πάνε σινεμά. «Θα τσακώθηκε πάλι με την Εύα» είπε ανέμελα.

Το ίδιο βράδυ που γύρισαν οι γονείς του από μιαν επίσκεψη βρήκαν τον Νάσο κρεμασμένο από το καλώδιο της λάμπας…

*

©Πέτρος Κυρίμης
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Πασαλιμάνι 2007.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Μνήσθητί μου Κύριε, Πεζογραφία