Κλαρίσε Λισπέκτορ, Κοντά στην άγρια καρδιά -απόσπασμα. Μετάφραση Αμαλία Ρούβαλη

LispectorRouv19.10.14

fav-3

Κλαρίσε Λισπέκτορ, Κοντά στην άγρια καρδιά, Μυθιστόρημα -Επιμέλεια-σχόλια σημειώσεις μετάφραση Αμαλία Ρούβαλη -εκδόσεις Τυπωθήτω

fav-3

Το ταξίδι

Αδύνατο να το εξηγήσει. Απομακρυνόταν από κείνη την περιοχή όπου τα πράγματα είχαν μορφή καθορισμένη κι αιχμηρή, όπου όλα είχαν ένα κι αμετάβλητο όνομα. Βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, ήρεμη και χαλαρή, όπου απάγκιαζε η ομίχλη αραιή και δροσερή όπως στο γλυκοχάραμα. Γλυκοχάραμα που αχνοφαίνεται στον κάμπο. Στη φυτεία του θείου της ξύπνησε μες στην άγρια νύχτα. Τρίζανε οι τάβλες του παλιού σπιτιού. Από ‘κει πάνω, στο πρώτο πάτωμα, ανοιχτό στον σκοτεινό ορίζοντα, lispectorRouv-bkβύθισε τα μάτια κάτω στο έδαφος, ψάχνοντας τα φυτά που συστρέφονταν σα φίδια. Κάτι καιροφυλαχτούσε μες στη νύχτα, παραμόνευε, παραμόνευε, μάτια σκύλου τεντωμένου που αγρυπνά. Η σιωπή χτυπούσε στο αίμα κι εκείνη αγκομαχούσε μαζί της. Ύστερα, η αυγή γεννήθηκε πάνω απ’ τα χωράφια, ροδαλή, υγρή. Τα φυτά ήσαν και πάλι πράσινα κι αγνά, οι μίσχοι τρεμάμενοι, ευαίσθητοι στο φύσημα τ’ ανέμου, γέννα από τον θάνατο.Κανένα σκυλί δεν αγρυπνούσε πια στη φυτεία, τώρα όλα ήσαν ένα κι ενιαίο σύμπαν, ανάλαφρο, δίχως συναίσθηση. Ήταν, λοιπόν, ένα άλογο λεύτερο στον ήσυχο κάμπο, μόνο να μαντέψουμε θα μπορούσαμε τη σβελτάδα των ποδιών του. Όλα ακαθόριστα, μα, ξάφνου, μες στην ασάφεια, βρήκε κείνη την διαύγεια που μόνο αυτή θα μπορούσε να μαντέψει και που δεν ήταν μπορετό να γίνει κτήμα της ολοκληρωτικά. Ξαφνιασμένη, σκέφτηκε: όλα, όλα. Οι λέξεις είναι βότσαλα που κυλάν στον ποταμό. Αυτό που ένιωσε τότε δεν ήταν ευτυχία, μα κάτι ρευστό, γλυκά άμορφο, στιγμή αστραφτερή, στιγμή σκοτεινή. Σκοτεινή, σαν το σπίτι που έστεκε μεσοστρατής καλυμμένο από δέντρα φυλλοσκεπή κι από τη σκόνη του δρόμου. Ζούσαν εκειπέρα ένας γέρος ξυπόλυτος και δυο γιοι ψηλοί κι ωραίοι επιβήτορες. Ο μικρότερος είχε μάτια, πάνω απ’ όλα μάτια, την είχε φιλήσει μια φορά, ένα απ’ τα καλύτερα φιλιά που είχε ποτέ νιώσει και κάτι ανάβλυζε από το βάθος των ματιών του όταν εκείνη τού έτεινε το χέρι. Το ίδιο αυτό χέρι που αναπαυόταν τώρα στην πλάτη της καρέκλας, σα μικρό κορμάκι, χώρια, χορτασμένο, αφημένο. Όταν ήταν μικρή συνήθιζε να την χορεύει, σαν πλασματάκι τρυφερό. Την είχε χορέψει ακόμα και για τον άντρα που είχε τραπεί σε φυγή ή είχε συλληφθεί, για τον εραστή… κι αυτός γοητευμένος κι ανήσυχος το είχε σφίξει, φιλήσει, σαν στην πραγματικότητα αυτό το χέρι να ήταν μια γυναίκα. Αχ, Θεέ μου, πόσο πολύ είχε ζήσει, η φυτεία, ο άντρας, η αναμονή. Καλοκαίρια ολάκερα με νύχτες αγρύπνιας, που την άφηναν χλωμή και με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Μες στην αγρύπνια πολλές αγρύπνιες. Είχε γνωρίσει μυρωδιές. Μυρωδιά χλόης νοτισμένης, χλόης φωτισμένης με φώτα, πού; Πάτησε τότε το βρεμένο χώμα των φυτωρίων, ενώ ο φύλακας κοίταγε αλλού. Φώτα κρεμασμένα σε καλώδια, χορεύοντας, έτσι, ρεμβάζοντας αδιάφορα, μουσική από την ορχήστρα στο κιόσκι’ οι νέγροι, ντυμένοι με μάλλινα κοστούμια, ιδρωμένοι. Τα δέντρα φωτισμένα, οι πόρνες με ύφος ψυχρό και φτιασιδωμένο. Και πέρα απ’ όλα υπήρχε αυτό που δε μπορεί να ειπωθεί: μάτια και στόμα πίσω από την κουρτίνα, σπιούνοι, μάτια σκύλου που παίζουν τα βλέφαρα κατά διαστήματα, ένα ποτάμι που κυλάει στη σιωπή και δεν το ξέρει.

——Κι ακόμα, τα φυτά που μεγαλώνουν από σπόρο και πεθαίνουν. Κι ακόμα: πέρα μακριά, ένα σπουργίτι πάνω σ’ ένα κλαρί και κάποιος να κοιμάται εκειπάνω. Όλα διαλυμένα. Η φυτεία ήταν εκεί επίσης κι εκείνη την ίδια στιγμή η βελόνα του ρολογιού προχωρούσε ενώ η αμήχανη αίσθηση ξεπερνιόταν από το ρολόι.

——Αισθάνθηκε και πάλι μέσα της να σωρεύεται ο βιωμένος χρόνος. Κυμαινόμενη αίσθηση καθώς η ανάμνηση ενός σπιτιού όπου έζησε κάποιος. Όχι ακριβώς του σπιτιού, αλλά της θέσης τού σπιτιού που φέρει εντός του κάποιος, σε σχέση με τον πατέρα να γράφει στη μηχανή, στην αυλή του γείτονα και στον ήλιο το μούχρωμα. Ασαφής, μακρινός, σιωπηλός. Μια στιγμή…τελείωσε. Και δε μπορούσε να ξέρει αν μετά απ΄αυτόν τον βιωμένο χρόνο θα ‘ρχόταν η συνέχεια, η ανανέωση ή το τίποτα, σαν εμπόδιο. Κανένας δεν εμπόδιζε να κάνει ακριβώς το αντίθετο από ό,τι θα μπορούσε να κάνει: κανένας, τίποτα…δεν ήταν υποχρεωμένη ν’ ακολουθήσει το ίδιο ξεκίνημα… αυτό την ενοχλούσε ή την ευχαριστούσε; Στο μεταξύ ένιωθε πως αυτή η παράξενη ελευθερία που ήταν η κατάρα της, που ποτέ δεν την είχε συσχετίσει με τον εαυτό της, αυτή η ελευθερία ήταν εκείνο που λάμπρυνε την ύλη της. Κι ήξερε ότι από κείνην προερχόταν η ζωή της κι οι στιγμές της δόξας της κι ότι από κει αναδυόταν η κάθε μελλοντική στιγμή.

——Είχε επιβιώσει σα σπόρος ακόμη υγρός ανάμεσα σε βράχια καυτά και στεγνά, σκεφτόταν η Ζουάνα. Εκείνο το βράδυ περασμένο πια -κύκλος ζωής κλεισμένος, δουλειά τελειωμένη- εκείνο το βράδυ που έλαβε το γράμμα του άντρα, διάλεξε καινούργιο δρόμο. Να μην το σκάσει, μα να φύγει. Να χρησιμοποιήσει τα λεφτά, άγγιχτα, του πατέρα της, κληρονομιά στην πάντα μέχρι τότε και να φύγει, να φύγει, να ‘ναι ταπεινή, να υποφέρει, να νιώσει αντάρα ως το μεδούλι, χωρίς ελπίδες, πάνω απ΄ όλα χωρίς ελπίδες.

——Της άρεσε η επιλογή της κι η γαλήνη τής χάιδευε το πρόσωπο τώρα, άφηνε ν’αγγίζουν τη συνείδησή της στιγμές περασμένες, νεκρωμένες. Να ‘ναι ένα από κείνα τα πρόσωπα τα χωρίς περηφάνια και χωρίς ντροπή που την κάθε στιγμή ανοίγονται στο παράξενο. Έτσι, πριν από το θάνατο θα ενωνόταν με την παιδική ηλικία μέσα από το γύμνωμα. Να ταπεινωθεί μέχρι τέλους. Πώς να συνθλιβώ μέχρις εσχάτων, πώς ν’ ανοιχτώ στον κόσμο και στο θάνατο;

——Το καραβάκι κυμάτιζε ελαφρά πάνω στη θάλασσα, λες μέσα σε ήρεμα χέρια ανοιχτά. Έγειρε πάνω από το παραπέτο της πρύμνης κι ένιωσε ν΄ανεβαίνει απαλά η τρυφερότητα και να την τυλίγει μες στη θλίψη.

——Στην πρύμνη, οι ταξιδιώτες έκοβαν βόλτες από τη μια άκρη ως την άλλη, δύσκολα αντέχοντας την αναμονή του δείπνου, ενώνοντας εναγώνια τον χρόνο με τον χρόνο. Κάποιος είπε με φωνή που πλήγωνε: κοιτάξτε τι βροχή! Όντως, πλησίαζε το σύννεφο σταχτί, μάτια σφαλιστά. Λίγο μετά, σταγόνες φαίνονταν χοντρές να πέφτουν πάνω στις σανίδες του καταστρώματος, ο θόρυβος καρφιτσών που πέφτουν, και πάνω στο νερό, διατρυπώντας το ανεπαίσθητα. Κρύωσε ο αέρας, σηκώθηκαν τα πέτα στα πανωφόρια, τα βλέμματα ξάφνου ανήσυχα, δραπετεύοντας απ’ τη μελαγχολία, όπως ο Οτάβιου από το φόβο να μην υποφέρει. Εκ βαθέων…

Αφίσα από την παρουσίαση του βιβλίου στις 19 Οκτ.'14 στο Καφέ-μπαρ Revolt

Αφίσα από την παρουσίαση του βιβλίου στις 19 Οκτ.’14 στο Καφέ-μπαρ Revolt

——Εκ βαθέων; Κάτι ήθελε να αρθρώσει…Εκ βαθέων… Ν’ ακουστεί! Ν’ αδράξει τη φευγαλέα ευκαιρία που χόρευε με τα πόδια στην άκρη της αβύσσου. Εκ βαθέων. Να κλείσει τις πόρτες στο ενσυνείδητο. Εν αρχή, να δει το νερό αλλοιωμένο, φράσεις κουτές, μα, ύστερα, εν μέσω συγχύσεως, το νήμα του καθαρού νερού τρέμοντας πάνω στον τραχύ τοίχο. Εκ βαθέων. Να πλησιάσει προσεκτικά. Ν’ αφήσει να γλιστρήσουν τα πρώτα κύματα. Εκ βαθέων… Έκλεισε τα μάτια μα είδε μόνο μισοσκόταδο. Έπεσε βαθύτερα στις σκέψεις της, είδε ακίνητη μια μορφή λιγνή, μέσα σε πλαίσιο ανοιχτοκόκκινο, το σχέδιο με δάχτυλο υγρό από αίμα πάνω στο χαρτί, σα να είχε γρατσουνιστεί κι ο πατέρας να είχε πάει να βρει ιώδιο. Στο σκούρο της κόρης του ματιού, οι σκέψεις στοιχισμένες γεωμετρικά, η μία πάνω από την άλλη σαν τις κυψέλες των μελισσών, μερικές άδειες, άμορφες, δίχως τόπο για μια σκέψη. Φόρμες πλαδαρές και σταχτιές, σαν εγκέφαλος. Εκτός απ’ αυτό, δεν έβλεπε τίποτα στην πραγματικότητα, προσπαθούσε να φανταστεί ίσως. Εκ βαθέων. Βλέπω ένα όνειρο: μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο, πίσω από μια σκάλα. Αλλά τη στιγμή που σκέφτομαι « μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο» με λόγια, το όνειρο εξαντλείται και μένει η κυψέλη κούφια. Η μαραμένη αίσθηση είναι μόνο διανοητική. Μέχρι οι λέξεις «μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο» να ζήσουν αρκετά μέσα μου, στο σκοτάδι μου, στη μυρωδιά μου, σε σημείο να μεταβληθούν σε μισοσκότεινο όραμα, διαρρηγμένο κι αψηλάφητο, πίσω από τη σκάλα. Τότε θα έχω και πάλι μιαν αλήθεια, το όνειρό μου. Εκ βαθέων. Γιατί δεν έρχεται αυτό που θέλει να μιλήσει; Διαθέσιμη είμαι. Μάτια κλειστά. Γεμάτη λουλούδια να μετατρέπονται σε τριαντάφυλλα, καθώς το ζωντανό τρεμουλιάζει και προχωρεί κατά τον ήλιο, έτσι που το όραμα είναι ταχύτερο από τη λέξη, επιλέγω τη γέννηση από το έδαφος για να… Χωρίς λόγο. Εκ βαθέων, ύστερα θα έρθει το νήμα του καθαρού νερού. Είδα το χιόνι να τρέμει γεμάτο ροδαλά σύννεφα κάτω από το κυανό των εντοσθίων, καλυμμένων από μύγες στον ήλιο, η σταχτιά εντύπωση, το φως πράσινο και ημιδιαφανές και κρύο πίσω από τα σύννεφα. Να κλείσω τα μάτια και να νιώσω να κυλάει η έμπνευση σαν άσπρος καταρράκτης. Εκ βαθέων. Θεέ μου, σ’ Εσένα ελπίζω. Θεέ μου, έλα σ’ εμένα. Βλάστησε στο στήθος μου, δεν είμαι τίποτα κι η κακοτυχία πέφτει στο κεφάλι μου κι εγώ μόνο λέξεις ξέρω να χρησιμοποιώ κι οι λέξεις ψεύδονται κι εγώ συνεχίζω να υποφέρω, στο τέλος το νήμα πάνω στο σκοτεινό τοίχο. Θεέ, έλα σ’ εμένα και δεν έχω χαρά κι η ζωή μου είναι ζοφερή, σα νύχτα δίχως άστρα και, Θεέ, γιατί δεν υπάρχεις μέσα μου; γιατί με έπλασες ξέχωρα από σένα; Θεέ μου, έλα σ’ εμένα, εγώ δεν είμαι τίποτα, είμαι λιγότερο κι από τη σκόνη και σε καρτερώ όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες, βοήθα με, έχω μόνο μια ζωή κι αυτή η ζωή κυλάει μέσα απ’ τα δάχτυλά μου και πορεύεται ειρηνικά προς τον θάνατο και τίποτα δεν δύναμαι και μόνο παρευρίσκομαι στην εξουθένωσή μου την κάθε στιγμή που περνά, είμαι μονάχη στον κόσμο, όποιος με αγαπάει δεν με γνωρίζει, όποιος με γνωρίζει με φοβάται κι εγώ είμαι μικρή και φτωχή, σε λίγα χρόνια δεν θα ξέρω ότι υπήρξα, όσο μου μένει να ζήσω είναι λίγο και ό,τι μου μένει να ζήσω στο μεταξύ θα εξακολουθήσει να είναι άγγιχτο κι άχρηστο, γιατί δε με σπλαχνίζεσαι; δεν είμαι τίποτα, δόσμου αυτό που έχω ανάγκη. Θεέ μου, δόσμου αυτό που έχω ανάγκη και δεν ξέρω τι είναι, η οδύνη μου είναι βαθιά σαν πηγάδι κι εγώ δεν ξεγελάω τον εαυτό μου και τους ανθρώπους, έλα σ’ εμένα στη δυστυχία κι η δυστυχία είναι σήμερα, η δυστυχία είναι πάντα, φιλώ τα πόδια Σου και τη σκόνη των ποδιών Σου, θα ήθελα ν’ αναλυθώ σε δάκρυα, από τα βάθη σε αποζητώ, έλα προς βοήθειάν μου, δεν έχω διαπράξει ανομήματα, από τα βάθη σε καλώ και τίποτα δεν μου απαντά κι η απελπισία μου είναι στεγνή όπως η άμμος τής ερήμου κι η σύγχυσή μου με πνίγει, με ταπεινώνει, Θεέ μου τούτη η περηφάνια να ζήσω με φιμώνει, εγώ δεν είμαι τίποτα, από τα βάθη σε καλώ, από τα βάθη σε καλώ, από τα βάθη σε καλώ…

*

©Μετάφραση Αμαλία Ρούβαλη

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία